του Μιχάλη Κουτούζη*
Στη συνέντευξή του σε απανωτά φύλλα της “Χ”, ο πολιτικός αναλυτής Μιχάλης Κουτούζης αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και σε μία άκρως διεισδυτική ανάλυση της αναβάθμισης της επιρροής της Κίνας. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ιστορική και γεωπολιτική του διάσταση. Θυμίζουμε την συγκεκριμένη ανάλυση, η οποία είναι άκρως επίκαιρη λόγω των τελευταίων εξελίξεων. Σε τελευταία ανάλυση, η κυριαρχία της Δύσης στον κόσμο ήταν μία παρένθεση δύο αιώνων, συγκρινόμενη με την Κίνα, που υπάρχει συνεχώς ως πανίσχυρη και ενιαία κρατική οντότητα από το 221 π.Χ., ενώ η εμφάνιση του κινεζικού έθνους με άκρως ανεπτυγμένο πολιτισμό χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η μακραίωνη “τεχνογνωσία” της Κίνας ως αυτοκρατορικής δύναμης της παρέχει τη δυνατότητα να επεκτείνει και σήμερα την επιρροή της με τρόπους πολύ πιο εκλεπτυσμένους και αποτελεσματικούς σε σχέση με τον βίαιο ιμπεριαλισμό της Δύσης:
Τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια, μέχρι το 19ο αιώνα, κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας ήταν η Κίνα. Η Ευρώπη ήταν στο περιθώριο, με το 3% της παγκόσμιας οικονομίας και των συναλλαγών. Μόνον από τον 19ο αιώνα και μετά, για ένα μικρό διάστημα, ούτε έναν αιώνα, η Ευρώπη έγινε το κέντρο του κόσμου.
Η Κίνα ασκούσε την οικονομική της κυριαρχία με ένα σύστημα που λέγεται «ανταλλαγές δώρων». Δεν έκανε πολιτικές παρεμβάσεις σε ξένες χώρες, αλλά μεγάλα δώρα «diplomatie tributaire» προκειμένου να ξεκινήσει οικονομικές συναλλαγές. Γινόταν το κέντρο των συναλλαγών αυτών, αφού και παραγωγή είχε, ιδίως το μετάξι και χρήματα να πληρώνει.
Το ίδιο κάνει σήμερα. Πηγαίνει στην Αφρική και πριν αρχίσει να ζητά π.χ. σίδερο ή σπάνια μέταλλα, αρχίζει και χτίζει δρόμους, χαρίζει ποδήλατα, φτιάχνει τις υποδομές, το ηλεκτρικό ρεύμα και την κινητή τηλεφωνία με τη Χουάι Ουέι. Δένει τις χώρες αυτές σε μια εξάρτηση καθαρά οικονομική και όχι πολιτική. Αυτό το δέσιμο, που και η Ρωσία προσπαθεί να αντιγράψει, έχοντας συνείδηση της δύναμης της Κίνας, το βλέπουμε και στην Λατινική Αμερική αλλά και σε χώρες που μέχρι τώρα την έβλεπαν αφ’ υψηλού, όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Οπότε, αυξάνει η επιρροή της Κίνας μέσα από τις οικονομικές ανταλλαγές. Που βασίζονται στο γεγονός ότι η οικονομική σχέση της Κίνας με την Ευρώπη είναι 10 προς 3.
Θα δώσω κι ένα άλλο παράδειγμα. Σε καιρούς οικονομικής κρίσης, οι Έλληνες εφοπλιστές αναζητούν χρηματοδότηση για τη ναυπήγηση πλοίων. Στο Λονδίνο στη Νέα Υόρκη ή τη Φρανκφούρτη τούς ζητάνε υπέρογκα ποσά. Έρχονται οι Κινέζοι και λένε: αν τα ναυπηγήσετε σ’ εμάς, θα σας τα φτιάξουμε κάτω του κόστους, γιατί έχουμε πλάνο να δημιουργήσουμε ναυπηγεία σε είκοσι πόλεις. Και οι Έλληνες συμφωνούν. Έτσι, το 90% των εμπορικών πλοίων που ναυπηγήθηκαν από το 2000 μέχρι σήμερα, έχει ναυπηγηθεί στην Κίνα. Και η Κίνα δημιούργησε ειδικευμένο προσωπικό για τη ναυπήγηση πλοίων που δεν είχε παλιά.
Ο αριθμός και η οικονομία είναι πιο ισχυρά από την πολιτική επιβολή. Γι’ αυτό και σήμερα τον Τραμπ τον παίρνουν αφ’ υψηλού. Ήδη έχουν δική τους αγορά 100.000.000 ανθρώπων με αγοραστική δύναμη, μπορούν να αντέξουν οποιοδήποτε εμπάργκο στα προϊόντα τους, με τον ίδιο τρόπο που θα μπορούσαν να αντέξουν μια ατομική βόμβα λόγω του μεγάλου πληθυσμού τους. Ενώ οι ανθρακωρύχοι στα Απαλάχια ή οι παραγωγοί αυτοκινήτων στην Ευρώπη δεν μπορούν να υποστούν το κλείσιμο της κινεζικής αγοράς. Οι διπλωματικές σχέσεις εξάρτησης, που είναι οι οικονομικές, ήδη λειτουργούν σήμερα με τον υπόλοιπο κόσμο και την Κίνα. Ήδη η Κίνα, άρχισε να κάνει αυτά που έκανε επί δέκα εννέα αιώνες και κανένας δεν το έχει πάρει είδηση.

