της Σοφίας Ακριβοπούλου
Μας θυμίζει ότι παρόλες τις δυσκολίες, ό,τι και αν γίνει, για τις γυναίκες ισχύει ότι «υπάρχουμε, ονειρευόμαστε, σκεφτόμαστε, εργαζόμαστε, αγαπάμε. Διεκδικούμε την αξιοπρέπεια στην προσωπική μας ζωή, στην κοινωνική ζωή, στην εργασία».
Δεν ήταν πάντα έτσι. Η ελευθερία σε όλες τις πιο πάνω εκφάνσεις της ζωής των γυναικών άρχισε να αναγνωρίζεται και να εκτιμάται τα τελευταία 100 χρόνια.
Μπαίνοντας και κατακτώντας πεδία εργασίας ανδρικά, αντιμετώπισε τέτοια βία σωματική και ψυχολογική, και επιπλέον, χάρη στην έξοδό της από το σπίτι, αποκαλύφθηκαν απάνθρωπες συμπεριφορές, που πριν θα έμεναν στο σκοτάδι.
Η έκταση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών ήταν τέτοια που οδήγησε σε μια στροφή σκέψης στο Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν ήταν τόσο πολλά, ώστε δεν πρόκειται για ατομική μεμονωμένη υπόθεση αλλά για εκτεταμένο κοινωνικό φαινόμενο. Έχει τις ρίζες του στις έμφυλες ανισότητες και διακρίσεις, που δημιουργούν προσκόμματα στην επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας.
Το 1993 η Παγκόσμια Διάσκεψη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (World Conference on Human Rights), που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη 14-25 Ιουνίου 1993, με τη συμμετοχή 171 κρατών, διεθνών οργανισμών και ΜΚΟ, κατέληξε στη Διακήρυξη και Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης (Vienna Declaration and Programme of Action – VDPA).
Αναγνωρίστηκε ότι τα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών αποτελούν αναπόσπαστο, αδιαίρετο και αναφαίρετο τμήμα των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κύρια σημεία της Διάσκεψης: Καταδικάστηκε η βία κατά των γυναικών σε όλες τις μορφές της – σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, εντός και εκτός οικογένειας, καθώς και σε καταστάσεις ένοπλων συγκρούσεων.
Αναγνωρίστηκε ότι οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών σε καιρό πολέμου αποτελούν σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Ζητήθηκε η ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) και η καθολική κύρωση της Σύμβασης του 1979. Ενισχύθηκε η ιδέα για τη δημιουργία Ειδικής Εισηγήτριας για τη Βία κατά των Γυναικών, η οποία καθιερώθηκε το 1994.
Στη συνέχεια, με την 4η Παγκόσμια Διάσκεψη του Πεκίνου το 1995, τα ανθρώπινα δικαιώματα μορφοποιούνται ως κατάλογος που αρθρώνεται πάνω στη βάση της ζωής των γυναικών (δικαίωμα στην υγεία, την εκπαίδευση, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, και βεβαίως δικαίωμα σε μια ζωή χωρίς βία).
Η Εκστρατεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της Ενδοοικογενειακής Βίας (2006-2008), που ακολούθησε, αποκάλυψε την ανάγκη για ένα νομικά δεσμευτικό εργαλείο που θα αποτρέπει τη βία κατά των γυναικών, θα προστατεύει τα θύματα αυτής της βίας και θα τιμωρεί τους δράστες.
Αυτό οδήγησε στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), η οποία υπογράφηκε στις 11 Μαΐου 2011.
Είναι η πρώτη Σύμβαση που θέτει ξεκάθαρα νομικά κριτήρια για την τιμωρία των δραστών και το πλαίσιο για θετικά μέτρα πρόληψης της έμφυλης βίας και προστασίας των θυμάτων.
Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης βασίζεται στην αντίληψη ότι η βία κατά των γυναικών είναι μια μορφή βίας με βάση το φύλο, που διαπράττεται κατά των γυναικών επειδή είναι γυναίκες. Αποτελεί υποχρέωση του κράτους να την αντιμετωπίσει πλήρως σε όλες τις μορφές της και να λάβει μέτρα για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών, την προστασία των θυμάτων της και τη δίωξη των δραστών. Αν δεν το πράξει αυτό, θα καταστεί ευθύνη του κράτους. Η Σύμβαση δεν αφήνει καμία αμφιβολία. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών εάν οι γυναίκες βιώνουν σε μεγάλη κλίμακα βία λόγω φύλου και οι κρατικές υπηρεσίες και θεσμοί κάνουν τα στραβά μάτια.
Η Σύμβαση
-Αναγνωρίζει τη βία κατά των γυναικών ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως μορφή διάκρισης κατά των γυναικών.
– Βασίζεται σε μια θυματοκεντρική προσέγγιση.
-Προσφέρει πρακτικά εργαλεία για τη διασφάλιση της προστασίας των γυναικών και των κοριτσιών, την ασφάλεια και την ενδυνάμωσή τους.
-Διασυνδέει όλα τα παραπάνω με τον ευρύτερο στόχο της επίτευξης της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.
-Έχει κατευθύνει πολλά κράτη στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τη νομοθεσία και τις πολιτικές τους, με σκοπό την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών.
Έως σήμερα, στις περισσότερες από τις 45 χώρες που συνυπογράφουν τη Σύμβαση της Κων/πολης έχουν γίνει βήματα προόδου με αλλαγές στις εθνικές νομοθεσίες διαφόρων χωρών, ώστε να συμβαδίζουν με τους όρους της Σύμβασης.
Ένα σημαντικό στοιχείο της Σύμβασης είναι ότι συνέβαλε στην ποινικοποίηση πράξεων που μέχρι τότε δεν θεωρούνταν ποινικά αδικήματα, όπως οι αναγκαστικοί γάμοι ανηλίκων, ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων ή η παρενοχλητική παρακολούθηση γυναικών (stalking). Ειδικά η εισαγωγή νομικών ρυθμίσεων για την τελευταία περίπτωση αποτελεί καινοτομία.
Τα καθημερινά περιστατικά βίας μάς δείχνουν ότι είμαστε στην κορυφή του παγόβουνου. Ας ελπίσουμε ότι θα γίνει πιο συνειδητή η ανάγκη για περισσότερο αξιοπρεπή συμπεριφορά προς τις γυναίκες.

