της Σοφίας Ακριβοπούλου

Μας θυμίζει ότι παρόλες τις δυσκολίες, ό,τι και αν γίνει, για τις γυναίκες ισχύει ότι «υπάρχουμε, ονειρευόμαστε, σκεφτόμαστε, εργαζόμαστε, αγαπάμε. Διεκδικούμε την αξιοπρέπεια στην προσωπική μας ζωή, στην κοινωνική ζωή, στην εργασία».
Δεν ήταν πάντα έτσι. Η ελευθερία σε όλες τις πιο πάνω εκφάνσεις της ζωής των γυναικών άρχισε να αναγνωρίζεται και να εκτιμάται τα τελευταία 100 χρόνια.
Μπαίνοντας και κατακτώντας πεδία εργασίας ανδρικά, αντιμετώπισε τέτοια βία σωματική και ψυχολογική, και επιπλέον, χάρη στην έξοδό της από το σπίτι, αποκαλύφθηκαν απάνθρωπες συμπεριφορές, που πριν θα έμεναν στο σκοτάδι.
Η έκταση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών ήταν τέτοια που οδήγησε σε μια στροφή σκέψης στο Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν ήταν τόσο πολλά, ώστε δεν πρόκειται για ατομική μεμονωμένη υπόθεση αλλά για εκτεταμένο κοινωνικό φαινόμενο. Έχει τις ρίζες του στις έμφυλες ανισότητες και διακρίσεις, που δημιουργούν προσκόμματα στην επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας.
Το 1993 η Παγκόσμια Διάσκεψη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (World Conference on Human Rights), που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη 14-25 Ιουνίου 1993, με τη συμμετοχή 171 κρατών, διεθνών οργανισμών και ΜΚΟ, κατέληξε στη Διακήρυξη και Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης (Vienna Declaration and Programme of Action – VDPA).
Αναγνωρίστηκε ότι τα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών αποτελούν αναπόσπαστο, αδιαίρετο και αναφαίρετο τμήμα των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κύρια σημεία της Διάσκεψης: Καταδικάστηκε η βία κατά των γυναικών σε όλες τις μορφές της – σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, εντός και εκτός οικογένειας, καθώς και σε καταστάσεις ένοπλων συγκρούσεων.
Αναγνωρίστηκε ότι οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών σε καιρό πολέμου αποτελούν σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Ζητήθηκε η ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) και η καθολική κύρωση της Σύμβασης του 1979. Ενισχύθηκε η ιδέα για τη δημιουργία Ειδικής Εισηγήτριας για τη Βία κατά των Γυναικών, η οποία καθιερώθηκε το 1994.
Στη συνέχεια, με την 4η Παγκόσμια Διάσκεψη του Πεκίνου το 1995, τα ανθρώπινα δικαιώματα μορφοποιούνται ως κατάλογος που αρθρώνεται πάνω στη βάση της ζωής των γυναικών (δικαίωμα στην υγεία, την εκπαίδευση, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, και βεβαίως δικαίωμα σε μια ζωή χωρίς βία).
Η Εκστρατεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της Ενδοοικογενειακής Βίας (2006-2008), που ακολούθησε, αποκάλυψε την ανάγκη για ένα νομικά δεσμευτικό εργαλείο που θα αποτρέπει τη βία κατά των γυναικών, θα προστατεύει τα θύματα αυτής της βίας και θα τιμωρεί τους δράστες.
Αυτό οδήγησε στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), η οποία υπογράφηκε στις 11 Μαΐου 2011.
Είναι η πρώτη Σύμβαση που θέτει ξεκάθαρα νομικά κριτήρια για την τιμωρία των δραστών και το πλαίσιο για θετικά μέτρα πρόληψης της έμφυλης βίας και προστασίας των θυμάτων.
Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης βασίζεται στην αντίληψη ότι η βία κατά των γυναικών είναι μια μορφή βίας με βάση το φύλο, που διαπράττεται κατά των γυναικών επειδή είναι γυναίκες. Αποτελεί υποχρέωση του κράτους να την αντιμετωπίσει πλήρως σε όλες τις μορφές της και να λάβει μέτρα για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών, την προστασία των θυμάτων της και τη δίωξη των δραστών. Αν δεν το πράξει αυτό, θα καταστεί ευθύνη του κράτους. Η Σύμβαση δεν αφήνει καμία αμφιβολία. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών εάν οι γυναίκες βιώνουν σε μεγάλη κλίμακα βία λόγω φύλου και οι κρατικές υπηρεσίες και θεσμοί κάνουν τα στραβά μάτια.
Η Σύμβαση
-Αναγνωρίζει τη βία κατά των γυναικών ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως μορφή διάκρισης κατά των γυναικών.
– Βασίζεται σε μια θυματοκεντρική προσέγγιση.
-Προσφέρει πρακτικά εργαλεία για τη διασφάλιση της προστασίας των γυναικών και των κοριτσιών, την ασφάλεια και την ενδυνάμωσή τους.
-Διασυνδέει όλα τα παραπάνω με τον ευρύτερο στόχο της επίτευξης της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.
-Έχει κατευθύνει πολλά κράτη στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τη νομοθεσία και τις πολιτικές τους, με σκοπό την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών.
Έως σήμερα, στις περισσότερες από τις 45 χώρες που συνυπογράφουν τη Σύμβαση της Κων/πολης έχουν γίνει βήματα προόδου με αλλαγές στις εθνικές νομοθεσίες διαφόρων χωρών, ώστε να συμβαδίζουν με τους όρους της Σύμβασης.
Ένα σημαντικό στοιχείο της Σύμβασης είναι ότι συνέβαλε στην ποινικοποίηση πράξεων που μέχρι τότε δεν θεωρούνταν ποινικά αδικήματα, όπως οι αναγκαστικοί γάμοι ανηλίκων, ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων ή η παρενοχλητική παρακολούθηση γυναικών (stalking). Ειδικά η εισαγωγή νομικών ρυθμίσεων για την τελευταία περίπτωση αποτελεί καινοτομία.
Τα καθημερινά περιστατικά βίας μάς δείχνουν ότι είμαστε στην κορυφή του παγόβουνου. Ας ελπίσουμε ότι θα γίνει πιο συνειδητή η ανάγκη για περισσότερο αξιοπρεπή συμπεριφορά προς τις γυναίκες.

1.- ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ ΚΑΙ Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Της Σοφίας Ακριβοπούλου
Υπήρχαμε μετά την Άλωση; Ναι. Μετά την Άλωση και την καταστροφή της Κωνσταντινούπολης με σωρούς ερειπίων, σφαγές, αιχμαλωσίες και μαζικές μετατοπίσεις, η πνευματική δραστηριότητα άρχισε να αναπτύσσεται κυρίως στην παλιά βυζαντινή κτήση, την Βενετία, όπου συνέρρεαν Έλληνες ήδη πριν την Άλωση. Όμως σε σημεία της Ελλάδας μακριά από πολυσύχναστα κέντρα, σε απομακρυσμένα σημεία και αγροτικές περιοχές, άρχισαν να αναπτύσσονται πνευματικά κέντρα. Σχολεία κλασσικής παιδείας και εκκλησιαστικής. Όμως η Κωνσταντινούπολη άντεξε και μετά το 1453 παρέμεινε το σημαντικό πνευματικό κέντρο όπου µετέβαιναν οι νέοι από τα όλα τα µέρη του ελληνικού κόσμου που επεδίωκαν ανώτερη µόρφωση.
Υπήρχε η φλόγα που δεν σβήνει, η αδιάσπαστη αλυσίδα της εθνικής ύπαρξης, η οποία ακόμα και σε απελπιστικά δύσκολους καιρούς καλλιέργησε τα γράµµατα και παρήγαγε ανθρώπους για να μεταλαμπαδεύσουν το φώς και να φωτιστεί ξανά ο δρόμος προς την ελευθερία.
Επί αιώνες η πνευματική ιστορία της Κωνσταντινούπολης ταυτιζόταν µε το Πατριαρχείο και την Πατριαρχική Σχολή. Μετά την άλωση ο πρώτος Πατριάρχης, Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος ίδρυσε την Πατριαρχική Σχολή, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, το πρώτο και σημαντικότερο μετά την άλωση ίδρυμα, το 1454, η οποία λόγω πολλών ελλείψεων, πρόσφερε στην αρχή τα πρώτα, τα κοινά γράμματα και ενδεχομένως την θύραθεν (κλασσική) παιδεία, την ανώτερη, ίσως σε περιορισμένη έκταση. Μετά την άλωση υπήρχε έλλειψη δασκάλων ικανών και βιβλίων (χειρογράφων). Πρέπει να την θεωρήσουμε γενικώτερης φύσης σχολή που κάλυπτε τις ανάγκες της νέας τάξης πραγμάτων από την στοιχειώδη έως την ανώτερη και σε περιορισμένη έκταση. (Γριτσόπουλος, 1971). Πρώτος δάσκαλος της Σχολής, ο Ματθαίος Καμαριώτης, πνευματική προσωπικότητα. Χειρόγραφα δεν είχαν απομείνει πολλά λόγω των καταστροφών και για ευνόητους λόγους. Το Πατριαρχείο αναγκάστηκε πολλές φορές έως το 1602 ν’ αλλάξει οίκημα και μέσα σε διάφορες αναστατώσεις χάθηκαν αρκετά βιβλία. Το 1602 το Πατριαρχείο μεταφέρθηκε στην θέση που είναι σήμερα δίπλα στην Μονή του Αγίου Γεωργίου και η Βιβλιοθήκη του είναι το παλαιότερο κτίσμα του.
Για την Βιβλιοθήκη της Μεγάλης του Γένους Σχολής δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες μεταξύ 1453-1821 και κυρίως για τους 15ο έως 18ο αι. Ένας επισκέπτης της Σχολής το 1577, Gerland, έγραφε ότι η Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου που χρησιμοποιούνταν από τους μαθητές της Σχολής είχε 150 κώδικες.
Για τις ανάγκες των μαθημάτων ήταν σημαντικά τα χειρόγραφα και αργότερα με την εφεύρεση της τυπογραφίας, τα βιβλία. Η Βιβλιοθήκη της Σχολής θα πρέπει να είχε τα χειρόγραφα για τα μαθήματα που διδάσκονταν. Τα μαθήματα σε όλη την διάρκεια της λειτουργίας της έως το 1821, συνδύαζαν την θύραθεν, κλασσική, παιδεία με την εκκλησιαστική εκπαίδευση. Για την ύλη των μαθημάτων σαφώς βοηθούσαν οι δάσκαλοι με τα δικά τους χειρόγραφα, επίσης υπήρχαν μαθηματάρια και επιπλέον βοηθούσαν οι Πατριάρχες με την δική τους βιβλιοθήκη. Οι μαθητές θα πρέπει να αντέγραφαν τα χειρόγραφα τα οποία φυλάσσονταν. Διαβάζοντας των δασκάλων το συγγραφικό έργο που στηρίζεται στους αρχαίους ή εκκλησιαστικούς συγγραφείς, δεν υπάρχουν πληροφορίες για την πηγή, τουλάχιστον τους δύο πρώτους αιώνες, από όπου προμηθεύονταν χειρόγραφα και βιβλία τα οποία μετέφραζαν ή σχολίαζαν. Αυτά ήταν πολύ ακριβά για την δύσκολη αυτή εποχή και ο μόνος τρόπος να τα προμηθευτούν δωρεάν οι μαθητές ήταν από την Βιβλιοθήκη. Από τους δασκάλους της Σχολής και το συγγραφικό έργο τους μπορούμε να υποθέσουμε τι βιβλία υπήρχαν στην Βιβλιοθήκη.
Οι Δάσκαλοι της Σχολής μετά την άλωση έως τα τέλη του 16ου αιώνα ήταν με χρονολογική σειρά οι: Ματθαίος Καμαριώτης, Μανουήλ Κορίνθιος, δίδαξε περίπου το 1530, Αντ. Καρμαλίκης, μαθητής του. Αναφέρονται δύο βιβλία που αγόρασε το 1537 του Θωμά Ακινάτη. Στην συνέχεια ο Παχώμιος Ρουσάνος που δίδαξε από το 1534, ο Μανουήλ Γαλησιώτης, δίδαξε περί το 1549, ακολουθεί ο Θεοφάνης Ελεαβούλκος, ο Μιχαήλ Λήσταρχος, ο Ι. Ζυγομαλάς με έργα “Επιτομή της καθ’ Ελληνας γραμματικής”, “Σημειώσεις εις τον Δημοσθένη” που δίδαξε αρχαία ελληνικά πιθανόν γύρω στο 1576. Ο γιός του, Θεοδόσιος Ζυγομαλάς υπήρξε και αντιγραφέας κωδίκων.
Ο Συμεών Καβάσιλας διδάσκει από το 1577. Το 1590 ζητά από τον λόγιο Μάξιμο Μαργούνιο να του προμηθεύσει έντυπα. Έργα του, η μετάφραση των Μύθων του Αισώπου, η μετάφραση στην καθομιλουμένη των «Λόγων του Ισοκράτη». Συνεχίζουν ο Λεονάρδος Μινδόνιος, ο Γεώργιος Αιτωλός, στα τέλη του 16ου αι. με έμμετρη απόδοση των μύθων του Αισώπου στην δημώδη γλώσσα. Μετά την άλωση, για το μάθημα της γραμματικής, την ψυχή της διδασκαλίας, χρησιμοποιήθηκε η Γραμματική του Θεόδωρου Γαζή, Έλληνα λόγιου στην Ιταλία που τυπώθηκε από τον Αλδο Μανούτιο στην Βενετία το 1495 και γνώρισε πολλές εκδόσεις.
Η Πατριαρχική Σχολή έγινε πνευματικό εργαστήριο. Με κινδύνους, με οικονομική δυσπραγία Μέχρι τα τέλη του 16ου αι. άρχισε σιγά σιγά να βγάζει μορφωμένους δασκάλους μοχθώντας να κερδίσουν την μάχη κατά της αμάθειας. Το Έθνος δεν έμεινε απαίδευτο εντελώς. Έπεσε σε νάρκη στη μετάβαση από τον 15ο στον 16ο αι.
Το 1593 μετά από Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Σωφρόνιο Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Μελέτιο Αλεξανδρείας, Ιωακείμ Αντιοχείας, ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ έστειλε στους επισκόπους των περιοχών της Ελλάδας το περιεχόμενο του 7ου κανόνος “κάθε Επίσκοπος να βοηθά ώστε τα ιερά γράμματα διδάσκεσθαι … και καταλήγει …να βοηθά τους δασκάλους κ όσους δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν. Οι δάσκαλοι βρίσκονταν στους κόλπους της εκκλησίας. Το Πατριαρχείο ήταν και είναι υπεύθυνο για την μόρφωση των ορθόδοξων χριστιανών στις μουσουλμανικές χώρες.
Η Σχολή συνεχίζει την λειτουργία της και τον 17ο αιώνα. Στην διδασκαλία ακολουθεί ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς (Σκοριαλός) από την Αθήνα που δίδαξε μεταξύ 1622-1640. Μαθητής του, ο Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός. Ο Κ. διδάσκει Λογική και χρησιμοποιεί πολλά έργα του Αριστοτέλη. Έργο του “Εις άπασαν την λογικήν του Αριστοτέλους”, το οποίο εκδόθηκε στην Βενετία από το ελληνικό τυπογραφείο του Γλυκύ, το 1792. Έως την έκδοση του έργου κυκλοφορούσαν πολλά χειρόγραφά του για τη διδασκαλία του μαθήματος (Γριτσόπουλος, 1966, 1ος τ., σ.180). Διδάσκει Φυσική στηριζόμενος στα Φυσικά του Αριστοτέλη. Έργα του επίσης τα “Περί ουρανού, “Περί ψυχής” . Επίσης στην ύλη που διδάσκει εξετάζονται προβλήματα ψυχολογίας. Υπήρχαν πολλά διάσπαρτα χειρόγραφα και δεν ξέρουμε την τύχη αυτών των χειρογράφων στην Βιβλιοθήκη της Μ. Γ. Σχολής. Διδάσκει ποιητική και ρητορική . Εισήγαγε το μάθημα της γεωγραφίας και αστρονομίας. Στα έργα του περιλαμβάνονται Θεολογικά και άλλων περιεχομένων. Ο Κ. έφερε τομή εισάγοντας νέα στοιχεία στην έως τότε διδασκαλία της Πατριαρχικής Σχολής.
Ακολουθούν οι δάσκαλοι: Μελέτιος Συρίγος, δίδαξε από το 1630, Ι. Καρυοφύλλης, μαθητής του Κορυδαλλέα, δίδαξε από το 1641-1664. Μαθητές του η Ρωξάνδρα Μαυροκορδάτου, γυναίκα λογία, με πολύ μεγάλη μόρφωση όχι μόνο για την εποχή της και ο γιός της Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που θεωρείται ο πρώτος Φαναριώτος λόγιος.
Το 1663 αρχίζει να λειτουργεί η Σχολή Μανωλάκη η οποία είναι συνέχεια της Πατριαρχικής Σχολής σε άλλες πιο γερές βάσεις. Είχε 3 βαθμίδες εκπαίδευσης, η 3η βαθμίδα ήταν η ανωτέρα. Η Πρώτη, για τα κοινά γράμματα, η Δεύτερη με κυκλοπαίδεια, γραμματική, ρητορική, λογική, η Τρίτη με φιλοσοφία και θεολογία. Υπήρχαν πλέον τρεις δάσκαλοι, ένας για κάθε βαθμίδα. Πρώτος δάσκαλος των ανώτερων γραμμάτων ο Αλ. Μαυροκορδάτος δίδαξε από το 1665 έως το 1672. Διευθυντής του 3ου κύκλου σπουδών. Πρόσφερε πολλά. Δίδαξε όσα μαθήματα και ο Κορυδαλλέας. Ένα από τα έργα του, “Γραμματική περί συντάξεως”, εκδόθηκε στην Βενετία από τον Γλυκύ, το 1745. Κυκλοφορούσε σε πολλά χειρόγραφα και χρησιμοποιήθηκε πολύ στα σχολεία.
Ακολουθεί ο Σεβαστός Κυμινήτης. Μαθητής του Καρυοφύλλη και του Μαυροκορδάτου. Δίδαξε για 10 χρόνια. Πολλά χειρόγραφα προερχόμενα από την Σχολή δηλώνουν ότι δίδασκε και Πίνδαρο.
Από το 1663-1690 η Πατριαρχική Σχολή έγινε ανώτερη. Στην ύλη περιλαμβανόταν η Ψυχολογία και η Μουσική, Βυζαντινή Μουσική, με θεωρητικά μαθήματα και πρακτικά για τις ανάγκες της Εκκλησίας. Πιθανώς ο Μαυροκορδάτος να δίδασκε και στοιχειώδη ιατρική (Γριτσόπουλος, σ.270). Η ΕΒΕ έχει χειρόγραφα και για τα μαθήματα και για το κείμενο. Διδάσκονταν από τα κείμενα του Ομήρου η Ιλιάδα, ραψωδίες Α’,Β’, η Βατραχομυομαχία. Επίσης Πλούταρχος, Ευριπίδης, οι Μύθοι του Αισώπου και αφθονία θεολογικής ύλης.
Η Σχολή συνεχίζει αδιάλειπτα την λειτουργία της τον 18ο αι. και ακολουθεί μεγάλη σειρά δασκάλων. Ο 18ος, αιώνας δυναμικής ανόδου των Ελλήνων στο εμπόριο, στην οικονομία, Σημειώνεται η σχολαρχία του Ευγένιου Βούλγαρη στην Σχολή 1759-1761. Και αυτός έφερε καινοτομίες στην διδασκαλία. Δίδαξε «Γραμματικά», το 1758 . Δίδαξε επίσης Λογική. Το σύγγραμμά του που εκδόθηκε το 1766 στη Λειψία, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα και ήταν το κύριο σύγγραμμα της διδασκαλίας του. Δίδαξε και μαθηματικά. Έργα του επίσης και φιλολογικά και θεολογικά.
Το 1769 έχουμε την πρώτη επίσημη πληροφορία για την ύπαρξη Βιβλιοθήκης της Σχολής. Ο Διερμηνέας Νικ. Σούτσος δώρισε όλη την βιβλιοθήκη του στην Μεγάλη του Γένους Σχολή με αξιόλογα, όπως γράφει ο τότε Πατριάρχης, βιβλία.
Το 1803 μεταφέρεται η Πατριαρχική Σχολή στην Ξηροκρήνη (περιοχή στην Κωνσταντινούπολη). Των μαθημάτων πάντα βάση η γραμματική. Η περίοδος από τα τελευταία χρόνια του 18ου αι. έως το 1821 θεωρείται η πιο ευτυχισμένη της Πατριαρχικής Σχολής. Τότε λήφθηκε πρόνοια για την επίσημη λειτουργία της Βιβλιοθήκης μέσα στην Σχολή με βιβλιοθηκάριο που προερχόταν από τους μαθητές. Αυτός αναλάμβανε την ευθύνη της διαφυλάξεως των βιβλίων κ εξυπηρετήσεως των μαθητών…» έχων ανά χείρας κατάλογον ενσφραγίστων βιβλίων, υπογεγραμμένον παρά των επιτρόπων και ενσεσημασμένον τη της Σχολής σφραγίδι”. Των βιβλίων επιτρεπόταν η χρήση σε όσους έμεναν στη Σχολή και απαγορευόταν ο δανεισμός εκτός της Σχολής. Τα βιβλία ήταν στο “λιθόκτιστο οίκημα”. Υπήρχε κώδικας με αλφαβητική αναγραφή των υπαρχόντων βιβλίων, τον είχε ο βιβλιοθηκάριος και ήταν υπεύθυνος να προσθέτει όσα βιβλία αποκτούσε η Βιβλιοθήκη με αγορά ή δωρεά. Άλλη πληροφορία για την Βιβλιοθήκη ήταν η μεταφορά όλης της βιβλιοθήκης του Νικηφόρου Θεοτόκη που είχε αφήσει στην Μ. Ιβήρων για την Βιβλιοθήκη της Αθωνιάδας, στην Βιβλιοθήκη της Σχολής.
Δραστήριος σχολάρχης της Σχολής, ο Δωρόθεος Πρώιος από την Χίο, ο οποίος διδάσκει Μαθηματικά, Φιλοσοφία, Γεωμετρία. Ενδιαφέρεται για την Βιβλιοθήκη. Στέλνονται αντίτυπα βιβλίων από το εξωτερικό. Αλληλογραφεί με τον Κοραή για εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης. Μάλλον ανταποκρίνεται. Μαζί με την βιβλιοθήκη του Ν. Σούτζου η Βιβλιοθήκη πλουτίζει. Το 1805 οι μαθητές οικότροφοι και εξωτερικοί είναι 160. Επιπλέον δεκάδες συνέρρεαν στην Σχολή εκτός από τους μαθητές, για να παρακολουθήσουν τα μαθήματα και δεν χωρούσαν στις αίθουσες. Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 ο ιδιοκτήτης του κτιρίου θανατώνεται από τους Τούρκους, η Σχολή στην Ξηροκρήνη δημεύεται και πωλείται σε Τούρκο. Τα μαθήματα έγιναν χάρη στον Δάσκαλο οπό το 1820, Σαμουήλ τον Κύπριο, ο οποίος με 18 μαθητές με μυστικότητα συνέχισε να διδάσκει έως το 1825, μάλλον στο Φανάρι. Από το 1825-1830 οι μαθητές γίνονται ξανά 100.