Πάντα άρεσε στον άνθρωπο να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, τους συνανθρώπους του, να εντοπίζει ομοιότητες και διαφορές στο χαρακτήρα των άλλων, στον τρόπο ζωής τους. Πολύ συχνά δε, ο άνθρωπος ενσωματώνει στοιχεία από έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και εξελίσσει έτσι το δικό του πολιτισμό. Τη μελέτη των πολιτισμών, σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα, πραγματεύεται η επιστήμη της ανθρωπολογίας. Ένα παρακλάδι, θα λέγαμε της ανθρωπολογίας, είναι και η εθνογραφία. Το παρόν άρθρο, επιχειρεί να εξηγήσει τη διαδικασία της εθνογραφικής έρευνας όταν αυτή γίνεται μέσω διαδικτύου (Διαδικτυακή εθνογραφική έρευνα), χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη δική μου έρευνα, η οποία «μελετά και συγκρίνει την ελληνική και ιταλική κοινότητα των θαυμαστών του συγκροτήματος RED» (Χρυσικοπούλου, 2018).

 

Αρχικά, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως η επιστήμη της εθνογραφίας είναι συνυφασμένη με την έννοια της κοινότητας, διότι η εθνογραφική έρευνα αυτή καθαυτή έχει ως αντικείμενο μελέτης μία κοινότητα ή μελετά και συγκρίνει περισσότερες από μία κοινότητες. Σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους Bernard and Spencer στην παραδοσιακή ανθρωπολογία μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τρεις ευρείες μεταβλητές από τις οποίες προσδιορίζεται η έννοια της κοινότητας: «Κοινά ενδιαφέροντα μεταξύ των ανθρώπων, κοινή εντοπιότητα, κοινό κοινωνικό σύστημα ή κοινωνική δομή» (2002: 114). Βλέπουμε δηλαδή πως για να χαρακτηριστεί ένα σύνολο ανθρώπων ως κοινότητα, δεν αρκεί να διαμένουν στον ίδιο τόπο, αλλά θα πρέπει να συνυπάρχουν και άλλα κοινωνικά χαρακτηριστικά.

 

Ειδικότερα, η εθνογραφία του Διαδικτύου ονομάζεται από τον ανθρωπολόγο Kozinets  «Netnography» και ορίζεται ως εξής: «Η εθνογραφία του διαδικτύου είναι διαδικτυακή, ή τεχνολογικά δικτυωμένη, εθνογραφία. Η εθνογραφία του διαδικτύου είναι εθνογραφία προσαρμοσμένη στις πολυπλοκότητες του σύγχρονου, τεχνολογικά διαμεσολαβημένου κοινωνικού κόσμου μας» (2010: 3). Η εθνογραφία του διαδικτύου συναντάται στη βιβλιογραφία και ως «εικονική εθνογραφία»/ “virtual reality” και η διαδικτυακή εθνογράφος Hine δηλώνει ότι είναι «μια προσαρμοστική εθνογραφία η οποία στόχο έχει να να προσαρμόζεται στις συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκεται» (Hine, 2000: 65). Ο Kozinets αναφέρει επίσης πως «η εθνογραφία του διαδικτύου ακολουθεί έξι αλληλεπικαλυπτόμενα βήματα: ο σχεδιασμός της έρευνας, η είσοδος σε αυτή, η συλλογή των δεδομένων, η ερμηνεία, η εξασφάλιση ηθικών προδιαγραφών και η παρουσίαση της έρευνας» (Kozinets, 2010: 1). Πρακτικά, για έναν ερευνητή αυτό σημαίνει ότι σε πρώτη φάση σχεδιάζει την πορεία της έρευνας, την κατεύθυνση στην οποία θέλει να κινηθεί, τους ανθρώπους με τους οποίους θα ήθελε να συνεργαστεί και να ξεκινήσει την ίδια την έρευνα. Να συλλέξει τα δεδομένα με έντιμο και ηθικό τρόπο, ζητώντας προκαταβολικά τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων και αν κάποιος από τους συμμετέχοντες στην έρευνα αλλάξει γνώμη, ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος να το δεχτεί και να μη δημοσιεύσει τα αντίστοιχα δεδομένα. Και το τελικό στάδιο είναι φυσικά η δημοσίευση της έρευνας.

 

Πώς κινείται συγκεκριμένα ένας διαδικτυακός εθνογράφος; Σαφώς, θέτει ένα ερευνητικό ερώτημα, το ζήτημα που θέλει να εξετάσει και προσδιορίζει το «εθνογραφικό του πεδίο», το οποίο -όντας ο ίδιος ένας «ψηφιακός ερευνητής»/”Digital Researcher” (Postill and Pink, 2012)- είναι και αυτό ένας διαδικτυακός τόπος. Για παράδειγμα, ως εθνογραφικό πεδίο μπορεί να οριστεί κάποιο φόρουμ (συγκεκριμένης θεματολογίας) ή ένα κοινωνικό δίκτυο ή μια ομαδική συνομιλία, κ.λπ. Χρησιμοποιώντας τον όρο «εθνογραφικό πεδίο», μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί σύγχυση ως προς τη φύση της μελέτης και ο αναγνώστης να θεωρήσει πως ο ερευνητής μελετά τον τόπο αυτόν καθαυτόν. Στην πραγματικότητα, το πεδίο είναι ο χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται οι άνθρωποι που θα συμμετάσχουν στην έρευνα.

 

Γι’ αυτό το λόγο, ο μουσικός εθνογράφος Timothy Cooley και η ομάδα του υπογραμμίζουν ότι «για μας η εικονική (virtual) επιτόπια έρευνα είναι ένα μέσο μελέτης πραγματικών ανθρώπων. Στόχος της δεν είναι η μελέτη ενός διαδικτυακού “κειμένου”, αλλά ακριβώς όπως ισχύει (γενικά) για τους εθνομουσικολόγους το αντικείμενο μελέτης είναι οι άνθρωποι που παράγουν μουσική, όχι αποκλειστικά το μουσικό αντικείμενο» (Cooley and al,2008: 91). Η Liav Sade-Beck (2004: 47) στο άρθρο της για την εθνογραφία του διαδικτύου αναφέρει ότι: «Η εθνογραφία των [διαδικτυακών] μελετών βασίζεται κυρίως σε ανάλυση κειμένων και συνομιλιών ή σε διαδραστικές διαδικτυακές μελέτες ως συμμετοχικός παρατηρητής∙ συνεντεύξεις και καταγραφή ενεργειών σε ομάδες επικοινωνίας του Διαδικτύου όπως φόρουμ και κοινότητες που παρέχουν καθαρότερα σύνορα στον ερευνητή της ποιοτικής έρευνας» (Sade-Beck, 2004: 47).

 

Ας εξετάσουμε στη συνέχεια τα χαρακτηριστικά της εικονικής εθνογραφίας. Ο εθνομουσικολόγος René Lysloff είχε περιγράψει το 2003 τη δουλειά του εθνογράφου του διαδικτύου ως μία «μοναχική δουλειά μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή» (2003: 235), αλλά είναι γεγονός ότι πλέον μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας περιλαμβάνει τη χρήση της τεχνολογίας, οπότε είναι πολύ πιθανό ο σημερινός εθνογράφος να μην εκλαμβάνει τη δουλειά του ως μοναχική. Επιπλέον, η ζωή στα κοινωνικά δίκτυα σήμερα, μπορεί να είναι εικονική, αλλά επηρεάζει την καθημερινή ζωή, την εκτός διαδικτύου, γεγονός που αποτέλεσε και αντικείμενο της έρευνας των John Postill και τη Sarah Pink, οι οποίοι μελέτησαν «χαρακτηριστικά της δραστηριότητας και της κοινωνικότητας στα κοινωνικά δίκτυα που εκτείνονται από το διαδίκτυο μέχρι την “πραγματική ζωή”, που έχουν όμως συνέπειες σε άλλες περιστάσεις, είτε διαδικτυακές είτε πρόσωπο με πρόσωπο» (2012: 125).

 

Ας περάσουμε τώρα στο παράδειγμα της δικής μου έρευνας. Προσωπικά εκπόνησα μία εικονική εθνογραφία στα πλαίσια της πτυχιακής της εργασίας. Είναι ευκόλως εννοούμενο πως μια εθνογραφία μπορεί να εξετάζει ένα ευρύ φάσμα κοινοτήτων, ανάμεσά τους και μια μουσική κοινότητα. Εν τοιαύτη περιπτώσει, η έρευνα ονομάζεται εθνομουσικολογική διαδικτυακή έρευνα. Σύμφωνα με τους εθνομουσικολόγους R. Lysloff και L. C. Gay «είναι η δουλειά του εθνομουσικολόγου […] να αναλύσει και να εξηγήσει τις κοινωνικές διαπραγματεύσεις που εμπλέκονται με τις παγκόσμιες διασταυρώσεις -και τις τοπικές κατανοήσεις- των μουσικών του κόσμου […]» (Lysloff and Gay, 2003: 18). Συγκεκριμένα, λοιπόν, αποφάσισα να ασχοληθώ με το αμερικανικό Rock/Nu Metal συγκρότημα RED και ειδκότερα θέλησα να ασχοληθώ με Έλληνες και άλλους Ευρωπαίους θαυμαστές των RED, ωθούμενη από την παρατήρηση πως το συγκρότημα -αν και όχι ευρέως γνωστό- έχει κοινό αρκετά υπολογίσιμο στην Ευρώπη ώστε να έρθει για περιοδεία στην ήπειρό μας.

 

Η εν λόγω έρευνα είναι ποιοτική. Προσδιορίζεται ως εθνογραφία του διαδικτύου και στηρίζεται σε συμμετοχική παρατήρηση και στη χρήση οδηγού με ερωτήσεις ανοιχτού τύπου. Μελετά μία διαδικτυακή κοινότητα, χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο τόσο για την επικοινωνία με τους συμμετέχοντες, όσο και για την άντληση υλικού για το συγκρότημα, και επομένως έχει τα χαρακτηριστικά μίας εθνογραφίας του διαδικτύου. Ακόμα, είναι μία εθνογραφική έρευνα με αυτοεθνογραφικά στοιχεία. Είναι γνωστό στους εθνογράφους ότι «η αυτοεθνογραφία ορίζεται ως μία φόρμα προσωπικής διήγησης που τοποθετεί το άτομο μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο» (Burdell και Swadener, 1999: 22). Στην αυτοεθνογραφία ή αυτοβιογραφική εθνογραφία, η αφήγηση γίνεται από προσωπική σκοπιά (Burdell και Swadener, 1999: 23) και «κατά κανόνα παρουσιάζει τις πράξεις και τις διαδράσεις από την σκοπιά του συγγραφέα» (Murhy και Dingwall, 2001: 345). Επομένως, η εν λόγω έρευνα είναι αυτοεθνογραφική, καθώς ήμουν ταυτόχρονα μέρος του δείγματος, δηλαδή υποκείμενο της έρευνας, και η ερευνήτρια που διεξήγαγε την έρευνα. Το πρόσωπο που έχει τη δυνατότητα να κάνει μια αυτοεθνογραφία, «μπορεί να είναι τόσο ο ανθρωπολόγος, όσο και κάποιος άλλος» και η αυτοεθνογραφία είτε να έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, είτε να περιγράφει μια ομάδα της οποίας μέλος είναι ο εθνογράφος (Wong, 2014: 301-302).

Η αυτοεθνογραφία είναι συγγενική με την οίκοι ανθρωπολογία, η οποία ορίζεται ως «η μελέτη του οικείου “πολιτισμού” του ανθρωπολόγου, τη μελέτη δηλαδή κοινωνικών και πολιτισμικών ομάδων που ζουν στο ίδιο στενό ή ευρύτερο πλαίσιο με αυτό στο οποίο ζει και εργάζεται ο εθνογράφος» (Γκέφου-Μαδιανού, 1998: 366). Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η θέση του εθνογράφου σε μια τέτοια έρευνα, δεν έχει σαφή όρια και πως «οι ρόλοι που διαμορφώνουν τη σχέση μεταξύ ερευνητή και ερευνώμενου είναι ιδιαίτερα σύνθετοι, διατεμνόμενοι, ακόμα και αλληλεπικαλυπτόμενοι» (Wong, 2014: 291).

 

Έχοντας κατά νου, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, ας εξετάσουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα διαδικτυακής εθνογραφικής έρευνας για να γίνουν όλα κατανοητά. Για να μην κουραστεί ο αναγνώστης με λεπτομέρειες για τα ερευνητικά ερωτήματα, θα γίνει απλά περιγραφή της ερευνητικής διαδικασίας.

 

Σε πρώτο στάδιο, κατέγραψα τα ερωτήματα που ήθελα να εξετάσω και αφορούσαν τη μουσική του συγκροτήματος, τους μουσικούς, τους στίχους των τραγουδιών, την εμπειρία του live, κ. λπ. Συνοπτικά, τα ερωτήματα αυτά εντάσσονταν σε τέσσερεις ευρύτερες κατηγορίες (Χρυσικοπούλου, 2018):

1.Τεχνολογικά μέσα τα οποία χρησιμοποιούν οι θαυμαστές για την ακρόαση και αγορά μουσικής των RED, για την ενημέρωσή τους και παρακολούθηση του συγκροτήματος, καθώς και για την επικοινωνία με άλλους φαν

2.Ζητήματα προσωπικής παιδείας, προσωπικού γούστου και ενδιαφερόντων, πολιτισμικής παιδείας (τοπικής/εθνικής) και θρησκευτικότητα

3.Τρόποι με τους οποίους ανταποκρίνεται ο καθένας προσωπικά στη μουσική των RED και πώς αυτή εντάσσεται στην καθημερινότητά του

4.Η εμπειρία του Live

 

Στη συνέχεια, ξεκίνησα να καθορίσω το δείγμα των συμμετεχόντων στην έρευνα. Αρχικά, αναζήτησα ιστοσελίδες και ιστολόγια θαυμαστών του συγκροτήματος, δηλαδή “fan pages” και “fan blogs”. Ορμώμενη από τις επίσημες σελίδες και τα επίσημα προσωπικά προφίλ των μελών του συγκροτήματος στα κοινωνικά δίκτυα, σελίδες που ήδη παρακολουθούσα, βρήκα σελίδες στο Facebook και το Twitter οι οποίες ήταν δημιουργημένες από θαυμαστές του συγκροτήματος και απευθύνονταν επίσης σε θαυμαστές και ξεκίνησα να τις ακολουθώ. Σχετικό ιστολόγιο δεν βρήκα. Ανάμεσα στις σελίδες ήταν και εκείνη των Ιταλών θαυμαστών “RED Italy” στο Facebook, η οποία ήταν και η πιο κοντινή «γεωγραφικά» στην Ελλάδα. Αντίστοιχη ελληνική σελίδα δεν υπήρχε.Αποφάσισα έτσι να ασχοληθώ με τους Έλληνες και τους Ιταλούς θαυμαστές του συγκροτήματος, θέλοντας να δω ποιες ομοιότητες και διαφορές υπάρχουν στις δύο αυτές κοινότητες, καθώς είμαστε και οι δύο λαοί Μεσογειακοί, γείτονες, ο καθένας με τα δικά του διακριτά χαρακτηριστικά.

 

Όπως και ο εθνογράφος Γιάννης Ανδρουτσόπουλος, έτσι και εγώ ξεκίνησα με σκοπό να κάνω μια διαδικτυακή εθνογραφική έρευνα που να επικεντρώνεται στο διαδικτυακό λόγο (Discourse- Centred Online Ethnography), με σκοπό, ανάμεσα στα άλλα, «να χαρτογραφήσω την αμεσότητα των διαδικτυακών δραστηριοτήτων σε σχέση με τα “offline” γεγονότα όπου και αν υπάρχουν» (2008: 3). Έτσι, αφού έγινα μέλος στη σελίδα των Ιταλών φαν, έστειλα αιτήματα φιλίας σε διάφορα μέλη της σελίδας, στέλνοντας ταυτόχρονα ένα προσωπικό μήνυμα στον καθένα. Στο μήνυμα έδωσα το όνομά μου, συστήθηκα ως φοιτήτρια μουσικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας της Θεσσαλονίκης, εξήγησα ότι εκπονώ την πτυχιακή μου εργασία πάνω στους RED και πως με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η άποψη των ακροατών. Στη συνέχεια του μηνύματος ρωτούσα τον αποδέκτη αν ενδιαφέρεται να μου απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τους RED, διευκρινίζοντας ότι δεν θα είναι απαιτητικές, απλά θα κάνουμε μία χαλαρή συζήτηση σχετικά με ένα συγκρότημα που και οι δύο αγαπάμε. Με αυτό το μήνυμα δηλαδή, έθεσα τους όρους της έρευνας και φρόντισα να εξασφαλίσω ότι η διεξαγωγή της έρευνας θα γίνει με ηθικές προδιαγραφές, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.

 

Στην παρούσα έρευνα, δεν βασίστηκα σε φόρουμ ή συζητήσεις στην σελίδα των Ιταλών φαν, ούτε σε ανάλυση κειμένων και συνομιλιών, καθώς η κίνηση είναι περιορισμένη, δεν γίνονται συχνά αναρτήσεις και, όταν γίνονται, συνήθως δεν ακολουθούν συζητήσεις αλλά απλά επαινετικά (κατά κύριο λόγο) σχόλια. Επομένως, πολύ νωρίς έγινε ξεκάθαρο ότι θα ήταν απαραίτητο να βασιστώ σε προσωπικές συνομιλίες με τους συμμετέχοντες στην έρευνα.

 

Όσον αφορά στη γλώσσα με την οποία επικονωνήσαμε εγώ και οι Ιταλοί θαυμαστές, είναι τα αγγλικά. Τις μεταφράσεις των ερωτήσεων στα αγγλικά τις έκανα μόνη μου, όπως και τις μεταφράσεις των απαντήσεών τους. Η γλώσσα και στις δύο περιπτώσεις είναι η καθομιλουμένη αγγλική. Η σελίδα RED Italy προφανώς είναι στα ιταλικά, αλλά η αυτόματη μετάφραση της Google με βοήθησε να καταλαβαίνω το περιεχόμενο σε γενικές γραμμές.

 

Ταυτόχρονα με την αναζήτηση Ιταλών θαυμαστών των RED, ανακοίνωσα στο προφίλ μου και στη σελίδα των συμφοιτητών μου στο Facebook ότι εκπονώ πτυχιακή έρευνα πάνω στους RED, καλώντας θαυμαστές να επικοινωνήσουν μαζί μου αν ενδιαφέρονται να πάρουν μέρος. Στη συνέχεια, αφού εξασφάλισα Έλληνες και Ιταλούς θαυμαστές των RED που ήταν πρόθυμοι να πάρουν μέρος στην έρευνα, κατέγραψα λεπτομερώς τα ζητήματα και τα στοιχεία που ήθελα να διερευνήσω και συνέταξα ένα ερωτηματολόγιο. Προτού στείλω τα ερωτηματολόγια, ρώτησα τους συμμετέχοντες τι τους βολεύει καλύτερα: να τους στείλω τα ερωτηματολόγια και να απαντήσουν; να κλείσουμε ραντεβού για να μιλήσουμε στο Skype ή για μια χαλαρή [γραπτή] συζήτηση στο Facebook; Οι περισσότεροι προτίμησαν να τους δώσω το ερωτηματολόγιο και να μου στείλουν τις απαντήσεις αργότερα. Πρακτικά, αποδείχτηκε ότι το «αργότερα» σήμαινε μέχρι και κάποιους μήνες, αφού τα περισσότερα ερωτηματολόγια στάλθηκαν τον Ιούνιο του 2016 και το τελευταίο που παρέλαβα συμπληρωμένο ήταν τον Ιανουάριο του 2017. Αφού έλαβα όλες τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια και απάντησα γραπτά και τις δικές μου, ξεκίνησα την επεξεργασία του υλικού, την εξαγωγή δεδομένων και τελικά την καταγραφή και σύνθεσή τους σε κείμενο.

 

Τι αποτίμησα από την όλη διαδικασία; Διαπίστωσα πως Η διαδικασία της διαδικτυακής εθνογραφικής έρευνας παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά και κάποιες απροσδοόκητες δυσκολίες. Με μεγάλη απροθυμία αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ο διαδικτυακός εθνογράφος δεν έχει απόλυτο έλεγχο στην πορεία της έρευνάς του, επειδή από τη στιγμή που έστειλα τα ερωτηματολόγια μέχρι την στιγμή που παρέλαβα και την τελευταία απάντηση, πέρασαν πάνω από έξι μήνες, παρά τις διακριτικές προτροπές μου προς τους συμμετέχοντες που άργησαν να απαντήσουν. Άλλη δυσκολία που συνάντησα στα πλαίσια της έρευνας ήταν ότι χρειάστηκα να κατηγοριοποιήσω και να ομαδοποιήσω τις προσωπικές σκέψεις και τα συναισθήματα των συμμετεχόντων, καθώς τα ανθρώπινα συναισθήματα συχνά δεν υπόκεινται σε προφανείς κατηγοριοποιήσεις. Από τα πιο ευχάριστα στοιχεία μιας τέτοιας έρευνας είνα ότι έκανα καινούργιες γνωριμίες και με κάποιους από τους Ιταλούς κρατάμε ακόμα επαφή· έχω προθυμοποιηθεί μάλιστα να τους ξεναγήσω στον τόπο μου και κάποιοι από αυτούς ανταπέδωσαν την πρόσκληση για το δικό τους. Αυτή ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα, αφού, βασισμένη στον Lysloff (2003: 235), περίμενα ότι θα είναι μια πιο αποστασιοποιημένη και μοναχική δουλειά για μένα. Αντιθέτως, απέκτησα καινούργιους διαδικτυακούς φίλους!

 

Για κάθε ενδιαφερόμενο, η εν λόγω εργασία έχει κατατεθεί στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με τίτλο «Μελέτη και σύγκριση των κοινοτήτων των Ελλήνων και Ιταλών θαυμαστών του αμερικανικού χριστιανικού ροκ/μέταλ συγκροτήματος RED».

 

Χρυσικοπούλου Παναγιώτα,

πτυχιούχος του τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Androutsopoulos, Jannis. 2008. “Potentials and Limitations of Discourse-Centred Online
Ethnography”. LANGUAGE@INTERNET 5, article 8. http://nbn-resolving.de/urn:nbn:de:0009-
7-16100
Bernard, Alan, and Jonathan Spencer, ed. 2002. Encyclopedia of Social and Cultural
Anthropology. London and New York: Routledge.
Burdell, Patricia and Beth Blue Swandener. 1999. “Critical Personal Narrative and
Autoethnography in Education: Reflections on a Genre”. Educational Researcher 28, (6): 21-26. American Educational Research Association. http://www.jstor.org/stable/1177293
Cooley, Timothy J., Katherine Meizel, and Nazir Syed. 2008. “Virtual Fieldwork. Three Case
Studies.” Στο Shadows In The Field, επιμέλεια Gregory F. Barz, and Timothy J Cooley, 90-107.
New York: Oxford University Press.
Hine, C. 2000. Virtual Ethnography. London: Sage.
Kozinets, R. 2010. Netnography: The Marketer’s Secret Weapon. (NetBase White Paper)
http://www.etnografiadigitale.it/wpcontent/
uploads/2012/05/NetBase_Netnography_Kozinets_Paper.pdf
Lysloff, René and Leslie C. Gay. 2003. “Ethnomusicology in the Twenty-first Century”. Στο
Music And Technoculture, επιμέλεια René Τ.Α. Lysloff, και Leslie C. Gay, 1-22. Middletown,
Conn.: Wesleyan Univ. Press.
Murhy, Elizabeth, and Robert Dingwall. 2001.”The Ethics of Ethnography”. Στο Handbook of
Ethnography, επιμέλεια Paul Atkinson, 339-351. Sage.
Postill, John και Sarah Pink. 2012. “Social Media Ethnography: The Digital Researcher in a
Messy Web.” Media international Australia 145 (1): 123-134.
Sade-Beck, Liav. 2017. “Internet Ethnography: Online and Offline.” International Journal of
Qualitative Methods 3 (2): 45-51. URL:
http://journals.sagepub.com/doi/pdf/10.1177/160940690400300204
Wong, Deborah. 2014. «Εν Κινήσει: από την επιτέλεση στην επιτελεστική εθνογραφία και
ξανά πίσω». Στο Εισαγωγή στην εθνομουσικολογία, επιμέλεια Ελένη Καλλιμοπούλου,
Αλεξάνδρα Μπαλάντινα, 289-312. Αθήνα: Ασίνη
Χρυσικοπούλου, Παναγιώτα. “Μελέτη και σύγκριση των κοινοτήτων των Ελλήνων και Ιταλών θαυμαστών του αμερικανικού χριστιανικού ροκ/μέταλ συγκροτήματος RED“. Πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2018.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>