• Του καταλογίζουν ότι η “συναισθηματική ταύτιση” με την Κύπρο τον οδήγησε σε μη ρεαλιστικές θέσεις

Ο Γιώργος Σεφέρης “Θεωρείται ως μάλλον αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της διπλωματικής υπηρεσίας, με έναν μάλλον προβληματικό ρόλο σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του κυπριακού προβλήματος – ειδικά στην περίοδο κατά την οποία υπηρέτησε ως πρέσβης στο Λονδίνο, την περίοδο δηλαδή των διαπραγματεύσεων για την ανεξαρτησία της Κύπρου (1958-1959)”. Αυτά γράφει στο “ΒΗΜΑ” ο κ. Παναγιώτης Ιωακειμίδης, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του F.E.P.S. και ΕΛΙΑΜΕΠ.  

Ποια ήταν τα “ελαττώματα”, που κατά τον κ. Ιωακειμίδη καθιστούσαν “αμφιλεγόμενο” τον Σεφέρη ως διπλωμάτη;

“Πρώτον, ο Γ. Σεφέρης κατείχετο από έντονο αντι-τουρκισμό… Είχε ως εκ τούτου απόλυτη δυσπιστία προς τις τουρκικές προθέσεις ενώ θεωρούσε ως δεδομένο ότι «ο τουρκικός στόχος θα παραμείνει η διχοτόμηση» και ότι «η Κύπρος θα μετατραπεί σε έναν ακόμη «όμηρο» στα χέρια των Τούρκων».

Δεύτερον, ο Γ. Σεφέρης πίστευε ως εκ τούτου περισσότερο στην υπόθεση της Ένωσης (αυτοδιάθεση). Ετσι αντιτάχθηκε στη λογική της ανεξαρτησίας της Κύπρου αντιπροτείνοντας μια μεταβατική προσωρινή λύση(…)

Έτσι, η Συνθήκη Ζυρίχης για την ανεξαρτησία (και συγκεκριμένες ρυθμίσεις της  – «στρατιωτικοί όροι», Συνθήκη Συμμαχίας) βρήκαν ουσιαστικά αντίθετο τον Γ. Σεφέρη καθώς «βάλαμε την υπογραφή μας κάτω από τόσα δικαιώματα της Τουρκίας».”

Επισημαίνει ο κ. Ιωακειμίδης, για να “εξηγήσει” την “αμφιλεγόμενη” στάση του Γιώργου Σεφέρη ότι: “Ο Σεφέρης είχε βαθιά συναισθηματική ταύτιση με την Κύπρο, στην οποία «νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά» καθώς είναι «η αποκάλυψη ενός κόσμου όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη» και στην οποία υπήρχαν «400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη…». Η ταύτιση αυτή, που χρονολογείται από την πρώτη επίσκεψή του στο νησί το 1953, τον οδήγησε παρότι ρεαλιστής και βενιζελογενής σε έντονα φορτισμένες θέσεις για τη λύση του κυπριακού προβλήματος, κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση που υπηρετούσε ως διπλωμάτης (κυρίως με τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ και τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή) και με συναδέλφους του διπλωμάτες, κυρίως τον Άγγελο Βλάχο, ο οποίος είχε σαφώς διαφορετικές θέσεις από τον Σεφέρη, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθεί καθ’ υπερβολήν ως «αντι-Σεφέρης».

Συμπεραίνει δε ο κ. Ιωακειμίδης ότι “Είναι σαφές επομένως ότι η συμβολή του Σεφέρη στην υπόθεση της ανεξαρτησίας της Κύπρου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε ως ρεαλιστική ούτε ως ανεπιφύλακτα  εποικοδομητική. Προσέγγισε το όλο θέμα μέσα από μια μάλλον φορτισμένη συναισθηματική στάση που τον οδηγούσε σε υποβολή προτάσεων ανεδαφικών μάλλον λύσεων και δημιουργίας σειράς υπηρεσιακών διαδικαστικών ζητημάτων με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, ο Κ. Καραμανλής να δώσει εντολή στον Ευ. Αβέρωφ να μην ενημερώνει τον Σεφέρη για πτυχές της διαπραγμάτευσης”.

Η αγάπη του Σεφέρη για την Κύπρο, την οποία η καθεστωτική και συστημική πολιτική βαπτίζει “συναισθηματισμό”, επιπλήττεται και από τον (στενό συνεργάτη και υπουργό του πρεσβύτερου Καραμανλή και διατελέσαντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας) Κωνσταντίνο Τσάτσο στο βιβλίο “λογοδοσία μιας ζωής” :

Ο Σεφέρης είχε βαθιά συναισθηματική ταύτιση με την Κύπρο, στην οποία «νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά» καθώς είναι «η αποκάλυψη ενός κόσμου όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη» και στην οποία υπήρχαν «400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη…». Η ταύτιση αυτή, που χρονολογείται από την πρώτη επίσκεψή του στο νησί το 1953, τον οδήγησε παρότι ρεαλιστής και βενιζελογενής σε έντονα φορτισμένες θέσεις για τη λύση του κυπριακού προβλήματος, κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση που υπηρετούσε ως διπλωμάτης (κυρίως με τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ και τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή) και με συναδέλφους του διπλωμάτες, κυρίως τον Αγγελο Βλάχο, ο οποίος είχε σαφώς διαφορετικές θέσεις από τον Σεφέρη, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθεί καθ’ υπερβολήν ως «αντι-Σεφέρης». Να σημειωθεί ότι ο “ρεαλιστής” Άγγελος Βλάχος φέρεται να υποστήριζε ότι “η διακυβέρνηση από τους Άγγλους ήταν καλή περίοδος και ότι ο ήλιος ζάλισε τους Κύπριους που ξεσηκώθηκαν”.

Οι “φορτισμένες” θέσεις του Γιώργου Σεφέρη απηχούσαν πλήρως τη βούληση του Κυπριακού Λαού που ήθελε την Ένωση, αλλά και του Ελληνικού Λαού, τα συμφέροντα των οποίων απέτυχε να προασπίσει τότε η Κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία πιεζόμενη από τα Ανάκτορα και το ΝΑΤΟ επειγόταν να “κλείσει” το Κυπριακό. Να σημειωθεί ότι ο Σεφέρης είχε προτείνει ήδη από το 1945, πριν την πρώτη επίσκεψή του στην Κύπρο, στον Αντιβασιλέα Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να θέσει θέμα Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα στους Βρετανούς συμμάχους, με αποτέλεσμα να καταρρίπτεται ο περί “συναισθηματισμού” ισχυρισμός του Τσάτσου. Το θέμα έπρεπε από τότε να είχε τεθεί μετά το ενωτικό δημοψήφισμα, πράγμα που δεν επέτρεψε η εξάρτηση της ελληνικής ιθύνουσας τάξης από τους Βρετανούς και στη συνέχεια τις ΗΠΑ λόγω του Εμφυλίου Πολέμου.

Οι θέσεις του Σεφέρη ως προς τις προθέσεις της Τουρκίας και στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με αποκορύφωμα την ρητή και γραπτή προειδοποίησή του προς τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ ότι “μ’ αυτά θα φέρετε τους Τούρκους στην Κύπρο”, δεν ήταν προϊόν εμμονικού “έντονου αντιτουρκισμού” όπως αναληθώς διατείνεται ο κ. Ιωακειμίδης, αλλά απόλυτα ρεαλιστική εκτίμηση, η οποία επαληθεύθηκε και δικαιώνεται συνεχώς από τις εξελίξεις. Σε πείσμα όσων επιχειρούν να τον απαξιώσουν αποκαλώντας τον “συναισθηματικό” και “κοντόφθαλμο”. Το δικαίωμα “βέτο” στην τουρκική μειονότητα, κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου, καθιστούσε τη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας από την αρχή προβληματική και έφερε το σπέρμα της διχοτόμησης, η οποία έγινε πράξη με τον “Αττίλα”.

Η μελέτη του Γιώργου Γεωργή, διπλωμάτη και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Νεαπόλεως της Κύπρου, με τίτλο Σεφέρης-Αβέρωφ: Η ρήξη (Εκδόσεις Καστανιώτη 2018), απεικονίζει την πραγματικότητα, αναδεικνύοντας τον Γιώργο Σεφέρη όχι μόνον ως σπουδαίο ποιητή, αλλά και σπουδαίο διπλωμάτη. Αν, βέβαια, θέλουμε διπλωμάτες με γνώμονα την υπηρεσία του εθνικού συμφέροντος της χώρας που υπηρετούν και όχι υποτακτικούς στις απαιτήσεις των ξένων δυνάμεων.

Ακόμα και ο καθηγητής Ιστορίας του ΕΚΠΑ και ιστορικός, μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» και της Νέας Δημοκρατίας  Ευάνθης Χατζηβασιλείου, ο οποίος στο βιβλίο του «ο διάλογος Γιώργου Σεφέρη – Ευάγγελου Αβέρωφ, οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου» αποθεώνει τον Ευάγγελο Αβέρωφ και εξυμνεί τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, διαφωνώντας ριζικά με την αντίθετη στάση του Σεφέρη, κάθε άλλο παρά τον απαξιώνει. Αποφαίνεται ότι “Ως διπλωμάτη, τον Σεφέρη χαρακτήρισαν η ρεαλιστική διεθνοπολιτική του σκέψη, ο έντονος προσανατολισμός του προς τον δυτικό κόσμο, αλλά και η ανάγκη του να υπηρετήσει το κράτος”. 

Άθελά του, ο κ. Ιωακειμίδης με το άρθρο του στο ΒΗΜΑ, στην προσπάθειά του να απαξιώσει τον Γιώργο Σεφέρη ως διπλωμάτη, δεν μπορούσε να του κάνει καλύτερο μνημόσυνο για την επέτειο των 50 χρόνων της εκδημίας του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>