Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έπρεπε να είναι η φυσική συνέπεια της πολύτιμης συνεισφοράς της Ελλάδας στη συμμαχική υπόθεση, αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και αυτή να είχε προετοιμαστεί με την εγκατάσταση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στην Κύπρο, αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς το 1941, αντί για το Κάιρο. Με χαρακτηριστική αχαριστία, η Βρετανία όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στη βούληση του κυπριακού λαού, αλλά εφάρμοσε και στην Κύπρο την καθιερωμένη αποικιοκρατική πολιτική του “διαίρει και βασίλευε”. Ενέπλεξε την Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους, με ολέθριες “παράπλευρες” συνέπειες για τον ελληνισμό της Πόλης.
Οι Τούρκοι ιθύνοντες βρήκαν την ευκαιρία να ξεκάνουν την ανθούσα ελληνική κοινότητα της Πόλης, καλλιεργώντας εθνικιστικό μίσος. Την αφορμή τη δημιούργησαν οι ίδιες οι μυστικές υπηρεσίες τους, με την προβοκατόρικη τοποθέτηση βόμβας στο τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το οίκημα του οποίου φέρεται (αναληθώς) ως κατοικία του Κεμάλ Ατατούρκ.
Τούτο αποτέλεσε έναυσμα για το οργανωμένο πογκρόμ σε βάρος του ελληνισμού της Πόλης, τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου. Πλήθη κυρίως από τις επαρχίες συγκεντρώθηκαν με τρόπο οργανωμένο και επέπεσαν στις εκκλησίες, στις κατοικίες και στις επιχειρήσεις των Ελλήνων, που κατέστρεψαν και λεηλάτησαν, βεβηλώθηκαν και δύο ελληνικά νεκροταφεία. Υπήρξαν και φόνοι, βιασμοί και τραυματισμοί.
Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
4.000-4.500 ελληνικές επιχειρήσεις και εμπορικά καταστήματα καταστράφηκαν, κι έτσι περίπου 8.000 ομογενείς έχασαν τη δουλειά τους.
3.500 νοικοκυριά λεηλατήθηκαν, εκ των οποίων τα 1.000 ολοσχερώς,
71 από τους 80 ναούς υπέστησαν μεγάλες ζημιές, και βανδαλίστηκαν δύο ελληνικά νεκροταφεία.
Τέλος, πολλοί Έλληνες κακοποιήθηκαν και αρκετοί (15 έως 37) δολοφονήθηκαν.
Η υπόθεση θα είχε συγκαλυφθεί σε μεγάλο βαθμό -με δεδομένες και τις πιέσεις για τη διατήρηση της συνοχής του ΝΑΤΟ-χωρίς τη δύναμη της εικόνας, αν με κίνδυνο της ζωής τους, ο φωτογράφος του Πατριαρχείου Δημήτρης Καλούμενος και ο δημοσιογράφος του “Έθνους” Γιώργος Καράγιωργας δεν φυγάδευαν το φωτογραφικό υλικό με κίνδυνο της ζωής τους.
Οι προσωπικές ευθύνες για το πογκρόμ του τότε πρωθυπουργού της Τουρκίας Αντνάν Μεντερές καταγράφηκαν και δικαστικώς, έστω και για λόγους συγκυριακούς που έχουν να κάνουν με τις πολιτικές αντιπαλότητες. Όταν αυτός ανατράπηκε από τους στρατιωτικούς το 1960, δικάστηκε και καταδικάστηκε, μαζί με τον υπουργό του Ζορλού από το Ανώτατο Δικαστήριο ως οργανωτής των επιθέσεων κατά των Ελλήνων σε έξι χρόνια φυλακή, όπως και το νομάρχη της Πόλης σε μικρότερη ποινή. Για άλλα αδικήματα, οι Μεντερές και Ζορλού καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Όμως, η πολιτική του αφανισμού της ελληνικής κοινότητας της Πόλης συνεχίστηκε οργανωμένα και μεθοδευμένα, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Από πολλούς το πογκρόμ θεωρείται η πραγματική Άλωση της Πόλης, αφού αποτέλεσε την αφετηρία του σταδιακού αφανισμού της ανθούσας ελληνικής κοινότητας.
Η ελληνική κυβέρνηση ήταν ακέφαλη, λόγω της ασθένειας του πρωθυπουργού Παπάγου. Πιο έντιμη ήταν η στάση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου ο δήλωσε πως τα όσα έγιναν στην Πόλη ήταν μια «ωργανωμένη εξέγερσις» και ανακοίνωσε την αποχή της Ελλάδας από τα γυμνάσια του ΝΑΤΟ σε περίπτωση που θα συμμετέχουν και τουρκικές δυνάμεις.
Την ίδια μέρα ο τότε υπουργός Εξωτερικών Στέφανος Στεφανόπουλος, πλήρως συντονισμένος με την προτεραιότητα της ενότητας της συμμαχίας του ΝΑΤΟ έναντι του εθνικού συμφέροντος, δήλωνε από το Λονδίνο ότι παρά τους βανδαλισμούς των Τούρκων δεν πρόκειται να επηρεασθεί η ελληνοτουρκική φιλία που παραμένει αμετάβλητη. Στη βάση αυτή η κυβερνηση των ΗΠΑ, με κυνικότητα έβαλε στην ίδια μοίρα θύτη και θύμα, τηρώντας ίσες αποστάσεις, μη καταδικάζοντας το πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων και κάνοντας έκκληση σε Ελλάδα και Τουρκία για αυτοσυγκράτηση.
Αντίθετα, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, γιος του Ελευθερίου Βενζέλου και Πρόεδρος της “Φιλελευθέρας Δημοκρατικής Ενώσεως”, κατ’αγγειλε την στάση του ΝΑΤΟ:
«Είναι ασύλληπτον το γεγονός, ότι η Ελλάς εισελθούσα εις μίαν συμμαχίαν δια να διασφαλίση εαυτήν κατά των εξωτερικών κινδύνων, εγένετο αιφνιδίως στόχος των συνδυασμένων πυρών δύο εκ των συμμάχων, ηνωμένων εις μίαν συνωμοτικήν κατ’ αυτής συμπαιγνίαν (…) Η τιμή και το γόητρον της Ελλάδος έχουν βαρέως τραυματισθή (…) Υποτιθέμενοι σύμμαχοι κινούνται εναντίον της. Παντοειδείς κίνδυνοι περιζώνουν αυτήν και τους κινδύνους αυτούς επιτείνει η ένοχος αδιαφορία των συμμάχων του ΝΑΤΟ (…) Η Ελλάς κατεπροδόθη και η συμμαχία ανετινάχθη εις τον αέρα υπό δύο εκ των συμμάχων. Και την στιγμήν αυτήν εύρε κατάλληλον ο υπουργός των Εξωτερικών δια να διαλαλήση την ασάλευτον πίστιν της χώρας μας εις την φιλίαν και συνεργασίαν μετ’ αυτών. Ούτω εις την ταπείνωσιν προσετέθη η γελοιοποίησις».