Με αφορμή τη μεγάλη θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία εφέτος συμπίπτει με τα 80 χρόνια της απρόκλητης επίθεσης της φασιστικής Ιταλίας στο λιμάνι της Τήνου και τον τορπιλισμό του καταδρομικού «Έλλη», το Κίνημα της Χ.Δ. εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
- Η τιμή στην Παναγία, την Θεοτόκο και μητέρα του Χριστού, έχει βαθιές ρίζες, που ανάγονται στα βυζαντινά χρόνια, όταν λογιζόταν Προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης, του κέντρου του ορθόδοξου μεσαιωνικού Ελληνισμού, από τις πολυάριθμες επιθέσεις. Και κατ’ επέκταση, της ζωής, της τιμής και της αξιοπρέπειας του κάθε πολίτη ξεχωριστά. Προστάτιδα όχι μόνο της κοινότητας συλλογικά αλλά και του κάθε προσώπου ξεχωριστά, στον καθημερινό αγώνα για πνευματική ολοκλήρωση και υλική επιβίωση και αυτάρκεια. Η αίσθηση αυτή αποτυπώθηκε στην εκκλησιαστική υμνογραφία, ιδίως με τον Ακάθιστο Ύμνο και τις Παρακλήσεις. «Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων, τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους;» (Εάν εσύ δεν πρωτοστατούσες μεσιτεύοντας στον Υιό σου, ποιος θα μας γλίτωνε από τόσους κινδύνους, ποιος θα φύλαγε μέχρι τώρα την ελευθερία μας;). Όπως παραστατικά τονίζει ο Φώτης Κόντογλου, «Ἡ Παναγία εἶναι τὸ πνευματικὸ στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ᾿ ἡ προστάτρια, ποὺ μᾶς παραστέκεται σὲ κάθε περίσταση».
- Για το λόγο αυτό και η γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα από τους Έλληνες, λογιζόμενη ως το «Πάσχα του Καλοκαιριού». Ήδη από τον 19ο αιώνα, η Τήνος με το Προσκύνημα της Παναγίας, έχει γίνει κεντρικό σημείο αναφοράς του γιορτασμού πανελληνίως. Μια τέτοια μέρα, το 1940, διάλεξε η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, για να κλιμακώσει τις προκλήσεις της εναντίον της Ελλάδας. Το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο», με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Αϊκάρντι, ξεκίνησε με διαταγή του διοικητή των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων Ντε Βέκι για το λιμάνι της Τήνου και εξαπέλυσε τρεις τορπίλες: Η μία πέτυχε και βούλιαξε το καταδρομικό «Έλλη» με οκτώ νεκρούς ναυτικούς. Οι άλλες δύο στόχευαν τα κατάμεστα από προσκυνητές επιβατικά πλοία «Έλση» και «Έσπερος» και μόνον επειδή -ως εκ θαύματος- αστόχησαν, δεν είχαμε εκατοντάδες νεκρούς εκείνη τη μέρα.
- Το μέγεθος της φασιστικής αυτής αθλιότητας αναδεικνύεται από το γεγονός ότι οι ανυποψίαστοι άνθρωποι στο λιμάνι χαιρετούσαν τον πιλότο του ιταλικού αναγνωριστικού αεροσκάφους, το οποίο πετούσε από πάνω και καθοδηγούσε το υποβρύχιο. Μετέδωσε ο πιλότος με τον ασύρματο στον Αϊκάρντι:«Όλα είναι εντάξει μπορείτε να πυροδοτήσετε Σενιόρε. Τι άνθρωποι είναι αυτοί στην προκυμαία. Πετούσα από πάνω τους και με χαιρετούσαν… Σενιόρε επιστρέφω στη Λέρο. Το πλοίο είναι πλέον δικό σας. Τέλος»
- Η Ελλάδα αποτελούσε τον επόμενο στόχο του επεκτατισμού του Μουσολίνι και οι προκλήσεις κλιμακώνονταν συνεχώς, με τα ιταλικά αεροπλάνα να παρενοχλούν έως και στον Σαρωνικό κόλπο. Παρά το γεγονός ότι επίσημα ανακοινώθηκε ότι το υποβρύχιο ήταν άγνωστης εθνικότητας, όλοι γνώριζαν το δράστη της επίθεσης, που προέκυπτε από τα θραύσματα των τορπιλών που αστόχησαν. Το άνανδρο τρομοκρατικό δολοφονικό χτύπημα της Τήνου στις 15 Αυγούστου 1940, ημέρα της μεγάλης γιορτής της Παναγίας, θεωρήθηκε βαρύτατη προσβολή. Έτσι, αντί να τρομοκρατηθεί, ο ελληνικός λαός συσπειρώθηκε περισσότερο και περίμενε τον πόλεμο που κηρύχθηκε στις 28 Οκτωβρίου.
- Ο ματωμένος 15αύγουστος του 1940 ήταν η άτυπη αρχή του ελληνοϊταλικού πολέμου που ακολούθησε και βρήκε τους Έλληνες ενωμένους ενάντια στη φασιστική επίθεση. Το είχε διαβλέψει ο ίδιος ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι στα Απομνημονεύματά του: «Το έγκλημα της Τήνου είχε αποτέλεσμα,- για να μην πω, έκανε το θαύμα, -να δημιουργηθεί στην Ελλάδα μια ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και Βενιζελικοί, οπαδοί κι αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως ένα μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως, αν δε γινόταν ν’ αποφευχθεί μια σύγκρουση με την Ιταλία, θα ήταν προτιμότερο ν’ αντιμετωπιστεί ο εχθρός με ανδρισμό, παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος σε κάποιον που δε δίσταζε να μεταχειριστεί τέτοια μέσα».
- Περιγράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς τις λαϊκές εκδηλώσεις το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου: «Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό». Ο Θεοτοκάς επίσης περιέγραφε το κλίμα αποστροφής προς τις ενέργειες του ιταλικού φασισμού το οποίο επικρατούσε στη χώρα εκείνη την περίοδο, γράφοντας χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων: «Είναι τραγικοί μελλοθάνατοι και αυτοί και τα όργανά τους και οι στρατοί τους και οι ιδέες τους και τα καθεστώτα που έχτισαν με λάσπες, με ξεσκισμένες σάρκες και με αίμα».
- Σήμερα, ο επεκτατικός Φασισμός έχει άλλα πρόσωπα, αλλά παραμένει το ίδιο προκλητικός και απειλητικός. Όπως τότε ο Μπενίτο Μουσολίνι ονειρευόταν να ανασυστήσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ενώ αντί του Ρωμαιοκαθολικού Χριστιανισμού επίσης ευνοείτο το αρχαίο ρωμαϊκό πάνθεον, σήμερα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με συγκυβερνώντες τους νεοπαγανιστές Γκρίζους Λύκους, ονειρεύεται την ανασύσταση της Οθωμανικής, πράγμα που αποτελεί απειλή για την ελευθερία και την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας. Και οι δύο με την αλαζονεία και την αυτοπεποίθηση που δίνει η φαινομενική υλική υπεροχή. Ωστόσο, όπως συχνά μας δείχνει και η ιστορία που καταγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη, οι επιβουλές του ισχυρού που κινείται με δόλο καταστρέφονται και ακυρώνονται με τρόπους που δεν αναμένει: αὐτοὶ συνεποδίσθησαν καὶ ἔπεσαν, ἡμεῖς δὲ ἀνέστημεν καὶ ἀνωρθώθημεν.
- Από εμάς εξαρτάται, να αναζητήσουμε και να βρούμε το πνευματικό σθένος των προπατόρων μας του 1940, με σημείο αναφοράς την πίστη και την Ορθόδοξη παράδοσή μας, προκειμένου να υπερασπίσουμε την ελευθερία και κυριαρχία μας.

