του Γιώργου Βαρθαλίτη
Ι
Σ’ ενός Τετράρχη αμείλιχτου τ’ απέραντο βασίλειο
και κάποια πόλη του βορρά που ζώνανε βουνά
-τα σύννεφα χρυσώνονταν στον παγωμένον ήλιο-
περνούσε μια πομπή κορών σε χρόνια μακρινά.
Κι οι κόρες λευκοχίτωνες και κράταγαν λαμπάδες
κι ανέβαιναν μαρμάρινα κι ατέλειωτα σκαλιά
περνώντας πλάι σ’ ανάκτορα που ζούσαν βασιλιάδες
και φέγγανε τα τζάμια τους στην κρύαν αντηλιά.
Κι Αυτή, μες τις περήφανες των Ασμοναίων κόρες,
διαβαίνοντας πλακόστρωτες πλατείες και στενά,
στον άρραφο χιτώνα Της κοντά στις λευκοφόρες
κάρφωνε στη λαμπάδα Της τα μάτια ταπεινά.
Και τότε η Πύλη ανοίχτηκε και σ’ όλη του τη δόξα
στο θαμπωμένο βλέμμα Της ανάτειλε ο ναός-
λευκές κολώνες στη σειρά που χάνονταν σε τόξα-
μελίσσι κάτω βούιζεν εωθινό ο λαός.
Και ξάφνου εκεί από τ’ άδυτου του φωτεινού τα βάθη
το περιστέρι του ναού φτερούγισε λευκό
και μ’ ανοιγμένα τα φτερά στην κεφαλή Της στάθη
σα να Την έστεφε μ’ αγνό στέμμα βασιλικό.
ΙΙ
Στη φτωχική Της κάμαρα είχε αποστάσει μόνη
και κουρασμένη κάθονταν στο ξύλινο σκαμνί
-ήταν η ώρα π’ η άνοιξη τη γη γλυκά σιμώνει-
σαν κάτι να περίμενε βουβή και γαληνή.
Και τα παράθυρα έδειχναν, τα διάπλατα ανοιγμένα,
τη βαθυγάλαζη άβυσσο των ουρανών μακριά
-δυο κυπαρίσσια ορθώνονταν κατάμαυρα ολοένα-
κι ήταν αμπέλια ολόγυρα, λιβάδια και χωριά,
και περιβόλια πράσινα κι απέραντοι δρυμώνες,
όπου λαλήματα πουλιών ακούγονταν τερπνά,-
και πιο ψηλά ξανοίγονταν οι σκοτεινοί κεδρώνες
κι ακόμα χιόνια στις κορφές κρατούσαν τα βουνά.
Στον πόθο Της που κραύγαζε: “τα σπλάχνα γλύκανέ μου!”
Της αποκρίθηκε βουβά μια ξαφνική ριπή,
Της αποκρίθηκε η πνοή του ζωοφόρου ανέμου
και Τη διαπέρασε η άνοιξη μεμιά σαν αστραπή!
Κι ανατολή περίτρανη κι όρθρος μες τη χαρά Της,
λάμψη λευκή Της τύλιξε το νου και την καρδιά
κι ολόκληρη πλημμύρισε σαν φως η κάμαρά Της
στου κρίνου τ’ αρχαγγελικού την άχραντη ευωδιά.
ΙΙΙ
Γλέντι στη μακρινή Κανά τρικούβερτο προσμένει,
που στου βουνού, σφηκοφωλιά, κρέμεται την πλαγιά.
Από τα γύρω τα χωριά φτάνουν οι καλεσμένοι
κι ανάμεσά τους ο Χριστός φτάνει κι η Παναγιά.
(Μέσα στ’ απομεσήμερου το χρυσαφένιο θάμπος
κι όσο αγκαλιάζει από ψηλά το μάτι καθαρά
όλο χωράφια και σπαρτά, που κυματίζουν, κάμπος
απλώνεται και πέρα αχνή φέγγει βουνοσειρά.)
Σαν με το ηλιοβασίλεμα πορφύρισε όλη η δύση,
κάτω από των βαθύρριζων το φύλλωμα δεντρών
-ολάκερη είχαν τη βραδιά ρόδα άλικα ευωδίσει-,
λαμπρό τραπέζι στρώνεται κι όλοι γλεντούν και τρων.
Κι ολοένα ανάβει σαν τρανή φωτιά το πανηγύρι·
απ’ τ’ όργανα ξεχύνεται κελαηδισμός λαμπρός·
φλογίζει μέθη τις καρδιές· χορών αρχίζουν γύροι
και το χορό τον σέρνουνε κι η νύφη κι ο γαμπρός!
Μα σαν κατέβηκε η νυχτιά στο χαρωπό γιορτάσι
κι απ’ άκρη σ’ άκρη ανάψανε στο σπίτι τους πυρσούς
κι από το ευφραντικό κρασί δεν γέμιζε ούτε τάσι,
έκανε το νερό κρασί να πιούνε ο Ιησούς.
ΙV
Του καυτερού μεσημεριού την πυρωμένην ώρα
κάτω απ’ το ξύλο του Σταυρού στο μαύρο Γολγοθά
πικρά με δάκρυ σιωπηλό σπαράζει η Μαυροφόρα
κι ο Ιωάννης δίπλα της στέκει και τη βοηθά.
Μα ως θάλασσα π’ ανεμική σφοδρό σηκώνει σάλο
σύννεφα σκοτεινιάζουνε τον ουρανό βαριά
πάνω από το λευκό ναό, τον πύργο το μεγάλο
κι από τα Γεροσόλυμα, που φαίνονται μακριά.
Κι εκεί ξεσπούν όλοι μαζί Βοριάς, Αργέστης, Λίβας,
που τρικυμίζει σύθροο το δάσος των ελιών,
αρπάζεται η αχύρινη σκεπή κάποιας καλύβας
και τρέμουν τα ξερόχορτα σα θύσανοι μαλλιών.
Και πια τραντάζει κλονισμός τρανός της Σιών την πόλη·
είδωλα βγαίνουνε νεκρών από τον Άδη αχνά·
σκιστή η κουρτίνα στο ναό του Σολομώντος όλη·
κι όλα σπαράζουν άβουλα μες σε κακό βραχνά!
Την ώρα την πιο ζοφερή του ξεπεσμένου αιώνος,
σαν είδε με τα μάτια Της του Γιου Της τη θανή,
η προφητεία πληρώθηκε σκληρά του Συμεώνος:
ρομφαία την έσκισε το ηλί λαμά σαβαχθανί.
V
Η κάμαρα βυθίζονταν στο βύσσο, στο μετάξι
-κουρτίνες βαθυπόρφυρες και κόκκινα χαλιά-
όλα βαλμένα στοργικά με χάρη και με τάξη
στου πλούτου σα να βρίσκοσουν βαθιά την αγκαλιά.
Και μες σ’ εκείνη τη βαριά ξεχύνονταν πορφύρα,
τη θέρμη λες και σύναξε πολλών καλοκαιριών,
το φως τ’ Αυγούστου το χρυσό σαν άπλετη πλημμύρα
και τις γωνιές τις φώτιζεν η λάμψη των κεριών.
Στην ανθοφόρα κλίνη Της, π’ ευώδαγε από μύρο,
ανάσαινε τ’ αμάραντο το Ρόδο εκεί βαριά
κι οι μαθητές οι δώδεκα, που στέκονταν τριγύρω,
Την κοίταζαν μ’ ανύχτωτα βλέφαρα στη θωριά.
Μα να: σε λίγο των εθνών οι δώδεκα Αποστόλοι
με σταυρωτά προσεύχονταν τα χέρια σιωπηλά
-μαρμαρωμένα αγάλματα της δέησης μοιάζαν όλοι-,
γιατί έσβησεν η ανάσα Της σαν το πουλί απαλά.
Και ξάφνου μια πασίχαρη, κίτρινη πεταλούδα,
που ως τότε, λες, ο κόρφος Της την έκλεινε κρυφός,
βγήκε από των παραθυριών τα πορφυρά βελούδα
και λυτρωμένη πέταξε και χάθηκε στο φως.
“Χριστιανική” 5.8.2021