“Χριστιανική”, φύλλο Ὀκτωβρίου 1971, (ΦΩΤΟ):
” Τὸ Ἔθνος κατευόδωσε προχτὲς τὸν Ποιητή του- ἐκεῖνον ποὺ σὲ ὧρες ἱστορικὰ κρίσιμες ἐξέφραζε μὲ τὸν τόνο τῆς φωνῆς του καὶ τὴν εὔγλωττη σιωπή του τὴν ἀγωνία καὶ τὶς ἐλπίδες τοῦ λαοῦ του.
Εἶναι ἐξαιρετικὰ βαρυσήμαντο, ὅτι ἡ κορυφαία στιγμὴ τῆς ἑλληνικῆς ποίησης τῶν καιρῶν μας -ὁ Γ. Σεφέρης-προχώρησε πέρα ἀπὸ τὴ συνηθισμένη ἐκζήτηση τῆς μαγείας τῶν λέξεων. Ἀνίχνευσε ἀντικειμενικὰ καὶ ἐπίμονα τὶς Πηγὲς καὶ μὲ τὴν λυρικὴ εὐαισθησία του τὶς σύνδεσε ἔξοχα μὲ τὸ Παρὸν τοῦ Ἔθνους.
Μὲ λόγο λιτό, ταπεινὸ καὶ ἀνεπιτήδευτο, δίχως περίσσειες κουβέντες, σ’ ἕνα τόνο καταπληκτικὰ προσωπικό, μὰ σὲ μῆκος κύματος οἰκουμενικό, αὐτὸς ὁ ἀπαράμιλλος τεχνίτης καὶ ἐξαίρετος Δάσκαλος, ἄγγισε τὶς καρδιὲς τῶν νέων ἀνθρώπων.
Εἶναι συγκλονιστικὸ σ’ ἕνα τόπο να κατευοδώνει τὸν Ποιητή του. Εἶναι γατὶ ὁ Ποιητής, ὁ ἀληθινὸς Ποιητής, στέκει ὁ αὐθεντικότερος φορέας τῶν καημῶν καὶ τῶν πόθων του.
Σὲ χρόνους δίσεχτους τότε ποὺ οἱ πολλοὶ πέφτουν καὶ οἱ περισσότεροι γονατίζουν καὶ προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα τοῦ Ναβουχοδονόσορα, ὁ Γιῶργος Σεφέρης στάθηκε ὀρθὸς καὶ ἀμετακίνητος, εὐθὺς καὶ ἀνυπόκριτος, καθαρὸς καὶ ἀψεγάδιαστος ἑρμηνευτὴς τῶν πεπρωμένων τοῦ Λαοῦ του.
“Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον”, ἔγραψε στὸ στερνό του ποίημα.
“Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ τ’ αὐλάκια (…)
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
“Τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα” μᾶς λέει
“Τὸν ἔρριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
Τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσχισαν
Πάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπαλάθους [φωτο]
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο, κουρέλι”
“Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλήρωνε τὰ κρίματά του
ὁ Παμφύλιος Ἀρδιαῖος ὁ Πανάθλιος τύραννος”
Σ.Μ.Π. [Στέλιος Παπαθεμελῆς]
Στὶς 20 Σεπτεμβρίου 1971 ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ τιμημένος μὲ τὸ βραβεῖο Νόμπελ ποιητὴς Γιῶργος Σεφέρης. Εἶχε γεννηθεῖ στὰ Βουρλὰ τῆς Σμύρνης τὸ 1900. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Σεφεριάδης καὶ ἀπὸ τὴν ἐπὶ δεκαετίες ὑπηρεσία του στὸ διπλωματικὸ σῶμα ἄφησε καὶ πολύτιμες μαρτυρίες γιὰ κρίσιμες περιόδους τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του χαρακτηρίστηκαν ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ ἀντίθεσή του στὴ Χούντα τῶν Συνταγματαρχῶν. Στὶς 21 τοῦ μηνὸς ἔγινε ἡ κηδεία του, ἡ ὁποία ἔγινε καὶ ἡ εὐκαιρία τοῦ πρώτου μαζικοῦ ἀντιδικτατορικοῦ ξεσπάσματος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
Ἡ δήλωση τοῦ Σεφέρη κατὰ τῆς δικτατορίας
Ὁ Γιῶργος Σεφέρης στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δικτατορίας εἶχε ἐπιλέξει τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄρνηση νὰ δημοσιεύσει δουλειά του στὴν Ἑλλάδα. Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1969, ἀποφάσισε νὰ καταγγείλει δημόσια τὴ Δικτατορία. Ἡ δήλωσή του ἔγινε ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο τοῦ BBC στὸ Λονδίνο. Ἔκανε τεράστια αἴσθηση στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἔδωσε δύναμη καὶ ἐλπίδα στὸ ἀντιδικτατορικὸ κίνημα:
«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.
Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:
Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.
Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».
Ἀπὸ τὴν ἄρση τῆς προληπτικῆς λογοκρισίας ἕως τὴν ἐκδημία του
Ὅμως, ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1970 καταργήθηκε ἡ προληπτικὴ λογοκρισία. Καὶ ὅπως ἐπισημαίνει ἡ θεολόγος Φωτεινὴ Οἰκονόμου στὸ βιβλίο της “π. Γεώργιος Πυρουνάκης, ἡ θεολογία καὶ τὸ ἔργο ἑνὸς ἐλεύθερου ἀνθρώπου”, ὁ Σεφέρης ἔλυσε τὴ σιωπή του μὲ τὸ βιβλίο «Δεκαοκτώ κείμενα», “ὅπου ἐμπεριέχεται μεταξὺ ἄλλων τὸ ποίημα “Οἱ γάτες τοῦ Ἁϊ Νικόλα, πολιτικὴ ἀλληγορία γιὰ τὴ χούντα.Ὁ π. Γεώργιος Πυρουνάκης τελεῖ τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία
Στὶς σελίδες 65- 68 τοῦ παραπάνω βιβλίου της γιὰ τὸν π. Γεώργιο Πυρουνάκη, ἡ Φωτεινὴ Οἰκονόμου περιγράφει τὰ καθέκαστα:
Ὁ π.Γεώργιος Πυρουνάκης τέλεσε τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία μαζὶ μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο.
Ὁ π. Γεώργιος εἶχε διηγηθεῖ: “Ἡ ἠθοποιὸς Ἄννα Συνοδινού κατέγραψε τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ἦταν φανερὴ ἡ δυσαρέσκεια καὶ ἡ διάθεση προπηλακισμοῦ σύσσωμου τοῦ ἐκκλησιάσματος, ὅταν ἐμφανίστηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος. Μετὰ ἀπὸ τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία, ὅταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἔσπευσε νὰ συλλυπηθεῖ τοὺς οἰκείους, αὐτοὶ τὸν χαιρέτισαν ψυχρὰ καὶ δὲν τὸν χειροφίλησαν. Τότε ἡ χήρα Σεφέρη εἶπε δυνατὰ: “Κύριε Πυρουνάκη, ἐπιτρέψατε μοῦ νὰ φιλήσω τὸ χέρι ἑνὸς ἱερωμένου!”
Στὴ νεκρώσιμη πομπὴ πρὸς τὸ πρῶτο νεκροταφεῖο μπροστὰ στὴν Πύλη τοῦ Ἀδριανοῦ, τὸ πλῆθος σταμάτησε τὴν κυκλοφορία τραγουδώντας τὸ (ἀπαγορευμένο) τραγούδι τοῦ Μίκη Θεοδωράκη σὲ στίχους Σεφέρη ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ «Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφό». Στὸ κατευόδιο τοῦ νεκροῦ τὸ πλῆθος φώναζε “ἀθάνατος, ἀθάνατος!”, ἐνῶ ὅταν ἔμπαιναν στὸ Α’ Νεκροταφεῖο, ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι τραγούδησαν τὸ «Πότε θὰ κάνει ξαστεριά».
Σχολιάζοντας ὁ π. Γεώργιος Πυρουνάκης τὰ γεγονότα, ἐκδήλωσε τὴ βαθειά τοῦ ἐκτίμηση στὸ Σεφέρη , «ποὺ ἔδειξε στάση λεύτερου ἀνθρώπου καὶ ὑπέροχο ψυχισμὸ ἀπέναντι στὴ δικτατορικὴ κυβέρνηση τῆς χώρας μας. Καὶ ἡ ὡραία ψυχὴ τῆς ἑλληνικῆς Νιότης, προπαντὸς τῆς φοιτητικῆς, τὸ ἐκτίμησε αὐτὸ καὶ ξέσπασε σὲ μιὰ ἐκδήλωση ἀδέσμευτης γνώμης, τιμώντας τὸν ποιητὴ μὲ ἐνθουσιαστικὲς ἰαχὲς (…). κι ὅλος ὁ “λεύτερος πολιορκημένος” λαὸς τῆς Ἀθήνας ξεχύθηκε σὲ μιὰ πομπή, μακρόσυρτη, θριαμβευτικὴ» .
Τὰ γεγονότα αὐτὰ ἦταν προάγγελος τῶν ἀγώνων ποὺ θὰ έπονταν γιὰ τὴν πτώση τῆς χούντας, ἐνῶ ἡ ἠχηρὴ ἀπουσία ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας ἔδειξε γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ -κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ π. Γ. Πυρουνάκη- «τὸ χάσμα ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς Ἱεραρχίας τῆς δεσποτικῆς καὶ τοῦ λαοῦ μᾶς, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει νὰ διακρίνει ὁρισμένους ἀπὸ τὸν κλῆρο, τὸν λαϊκὸ κλῆρο καὶ νὰ τὸν ἐκτιμᾶ ποὺ βρίσκεται κοντά του» .
(Ἡ φωτό ἀπ’ τὴν κηδεία τοῦ Σεφέρη, δεξιὰ ὁ π. Γ. Πυρουνάκης.)

