του Ανδρέα Μοράτου*
Και ιδού, εν μέσω του εστεμμένου, κορωνοφορούντος κορωνοϊού ένα νέο, ωραίο και πολλά υποσχόμενο πολίτευμα εγεννήθη, ακμαιότατο και ρωμαλέο, ταυτιζόμενο ηχητικά με αυτό που μέχρι σήμερα δεσπόζει –ή νομίζει ότι δεσπόζει–, έχοντας ζηλώσει τη δόξα του και βάζοντας σταθερή πλώρη να το αντικαταστήσει, και μάλιστα με όσο μεγαλύτερη σπουδή και βία γίνεται. Τώρα, αν αυτό το πολίτευμα είχε «συλληφθεί» από καιρό ή όχι, θα σας γελάσω. Δεν ξέρω πόσο κρατάνε τέτοιου είδους εγκυμοσύνες και γαλουχίες, δεν είμαι «του αντικειμένου». Αντιθέτως, οι σοφοί «μαιευτήρες» του αιώνος τούτου τα παίζουν στα δάχτυλα κάτι τέτοια. Και το όνομα αυτού; «Δειμοκρατία»! Όχι, δεν πρόκειται φυσικά για ορθογραφικό λάθος – ταυτίζεται, είπαμε, ηχητικά με το υπάρχον πολίτευμα, σιγοτρώγοντάς του βέβαια σαν ιοβόλο σαράκι ολημερίς κι ολονυχτίς τα σωθικά, για να το οδηγήσει στην ανυποληψία και εντέλει στην ανυπαρξία. «Δείμος» στα αρχαία ελληνικά είναι ο έντονος φόβος, με μεγάλη εγγύτητα προς τον τρόμο (από την ίδια ρίζα είναι τα «δέος», «δειλός», «δεινός», όπως και το πολύ συνηθισμένο αρχαίο ρήμα «δέδοικα» ή «δέδια»). Στη μυθολογία ο Δείμος (όχι βέβαια εκείνος… απ’ τα Τρίκαλα, που τον υποδύθηκε στην ομώνυμη ταινία ξεκαρδιστικά ο Χατζηχρήστος, σφουγγίζοντας με την υποκριτική του δεινότητα κάθε σταλαγματιά φόβου απ’ την ψυχή των θεατών) ήταν γιος του θεού του πολέμου Άρη, έχοντας αδελφό (ποιον άλλο;) τον Φόβο. Από κοινού Δείμος και Φόβος συνόδευαν τον αρειμάνιο πατέρα τους στα πεδία των μαχών, σκορπώντας τον όλεθρο και την ερήμωση.
Δειμοκρατία λοιπόν –με ανώτατο στάδιό της την… πανδειμία!– το νέο πολίτευμα, στο οποίο ο φοβο-τρόμος (καλά) κρατεί. Ακόμα δεν θέλουμε να το χωνέψουμε πως, όχι μόνο έχει κάνει την εμφάνισή της, αλλά επιπλέον ψάχνει διαρκώς για νέα θύματα – ε, συγγνώμη, για οπαδούς. Ήδη με τα γεννητούρια της «τσίμπησε» αρκετούς, και συνεχίζει ακάθεκτη. Δεν θα ησυχάσει αν δεν καταγάγει περιφανή και τελειωτική νίκη, σε παγκόσμιο μάλιστα επίπεδο, στον πλανήτη ολόκληρο – εξάλλου, ο «ολόκληρος» και ο «ολοκληρωτισμός» σε κάτι ψιλοσυλλαβές διαφέρουν. Στη μυθολογία, βέβαια, ο Αγαμέμνονας και ο Αχιλλέας, των οποίων οι ασπίδες εικόνιζαν τον φοβερό και τρομερό Δείμο, χαΐρι και προκοπή δεν είδαν τελικά, με την μήνιν να μένει αμανάτι, κι ούτε στάθηκε ο Δείμος ικανός να τους σώσει, παρά την απωθητική και αποτρόπαια όψη του. Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι κι ο Δείμος έβαλε μυαλό, έχοντας προσθέσει αρκετή πείρα στην αρχαία του άγνοια, αφού πρώτα μελέτησε εξωνυχιστικά αυτό το παράξενα αντιφατικό ον που λέγεται άνθρωπος, ένα ον που επιθυμεί διακαώς ελευθερία και υποδούλωση ταυτόχρονα, που διακηρύσσει στο φως της ημέρας ότι είναι ερωτευμένος με τη ζωή ενώ στα ερέβη της υπάρξεώς του ερωτοτροπεί με τον θάνατο, έχοντας ειδικότερα εντρυφήσει εξαντλητικά πάνω στα κενά και τα αδιέξοδα του αινιγματικού αυτού όντος, του ικανού για τα ουρανομήκη ύψη και τα αβυσσαλέα βάθη. Όσο για τη Δημοκρατία, που είχε αρχίσει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της ήδη πολύ προτού έρθει η ομόηχή της στο προνομιακό για την τελευταία προσκήνιο, θα χρειαστεί να δώσει σκληρή μάχη για τη ζωή της και για τη ζωή της υφηλίου ολόκληρης, θα πρέπει, όσο ακόμη έχουν απομείνει ελάχιστοι κόκκοι άμμου στη θνήσκουσα κλεψύδρα της, να ξαναδιαβάσει με προσοχή τον εαυτό της, αναμετρούμενη πρόσωπο με πρόσωπο με τους φόβους και τις ψοφοδεείς φοβίες της, αντί να ξαμοληθεί από κεκτημένη ταχύτητα, σεινάμενη-κουνάμενη, για παλέματα χαμένα από χέρι σε μαρμαρένια αλώνια.
Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρίσει κανείς στη Δειμοκρατία ότι διαθέτει, από αδεή και αναιδή ιταμότητα βέβαια, όχι από ντομπροσύνη, κάτι που αποτελεί πια είδος εν ανεπαρκεία στην ενδεή Δημοκρατία: ευθύτητα και ειλικρίνεια. Γι’ αυτό κι έχει δώσει απαράβατη εντολή στους κέρβερους πυλωρούς της επικράτειάς της –τους… δειμίους!– να τελαλούν από φυλακής –ναι, φυλακής– πρωίας μέχρι νυκτός την αυστηρή προειδοποίησή της σε οποιονδήποτε φλερτάρει με την ιδέα να γίνει υπήκοός της: «Εν τω Άδη της Δειμοκρατίας ουκ έστι μετάνοια». Και, για να μη μείνει η παραμικρή περίπτωση παρερμηνείας και αμφιβολίας για τις προθέσεις της σε όσους έχουν ήδη κάνει ουρά,χωρίς μάλιστα να τηρούν τις… δέουσες αποστάσεις, μπροστά από το ταμείο όπου παραδίδει κανείς καμαρωτός-καμαρωτός την περιδεή ψυχή του ως ενέχυρο για να εισέλθει στην αυχμηρή, κατάξερη, στεγνωμένη από κάθε ελπίδα επικράτειά της, μια επιγραφή με τεράστια γράμματα επαναλαμβάνει με έμφαση το ήδη πανδήμως γνωστό: «Μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται». Πόσο πιο καθαρά να το πει πια κι αυτή η δόλι–α η Δειμοκρατία, ότι το «ει-» στην επίμαχη συλλαβή δεν το παζαρεύει με τίποτα – μα με τίποτα;
- “Χριστιανική” 23.7.2020

