Τελέσθηκε την Κυριακή μετά τη Θεία Λειτουργία, από τον Σεβ Μητροπολίτη Κηφισιάς, Αμαρουσίου, Ωρωπού και Μαραθώνος κ. Κυριλλο, επιμνημόσυνη δέηση στη μνήμη του πρώτου μακεδονομάχου Παύλου Μελά, που σκοτώθηκε από τους Τούρκους στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία στις 13 Οκτωβρίου 1904 στο χωριό Στάτιστα, που σήμερα ονομάζεται Μελάς.

Το μνημόσυνο τελέσθηκε στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Κηφισιάς. Τρισάγιο τελέσθηκε και στον ανδριάντα του, έξω από τον Ιερό Ναό και ακολούθησαν σύντομες παρεμβάσεις. Στεφάνια κατέθεσαν η Μητρόπολη και ο Δήμος Κηφισιάς.
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε το 1870 στη Μασσαλία, από παλιά ελληνική οικογένεια, με ρίζες στο Βυζάντιο και αγωνιστικές περγαμηνές στους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες, και στην επανάσταση του 1821. Μεγάλωσε παρακολουθώντας τον πατέρα του να πρωτοστατεί στην ενίσχυση των εξεγέρσεων των υποδούλων Ελλήνων.
Κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό και μετείχε στον άτυχο πόλεμο του 1897.
Από το 1871, με πίεση της Ρωσίας, η Οθωμανική Αυτοκρατορία επέτρεψε τη δημιουργία βουλγαρικής Εξαρχίας, όχι με κριτήριο τα γεωγραφικά όρια όπως είναι κανονικό να ορίζονται οι δικαιοδοσίες των αυτόνομων ή αυτοκέφαλων Εκκλησιών, αλλά ως “παράλληλη δομή” με το Οικουμενικό Πατριαρχείο με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Σε όποια Επαρχία το ζητούσαν τα 2/3 του πληθυσμού, θα αναγνωριζόταν η δικαιοδοσία της Εξαρχίας.
Τούτο δημιούργησε σχίσμα, μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εξαρχίας και έδωσε αφορμή στο Πατριαρχείο να καταδικάσει τον εθνοφυλετισμό, δηλαδή τον διαχωρισμό των πιστών με εθνικά κριτήρια, ως αίρεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο Ρώσος φιλόσοφος Κωνσταντίν Λεόντιεφ, επέκρινε δριμύτατα τη ρωσική αυτοκρατορική πολιτική, διότι προκάλεσε σκόπιμα διχασμό και μίσος μεταξύ των δύο γειτονικών και ομοδόξων λαών.
Ένοπλα σώματα Εξαρχικών, προκειμένου να πετύχουν προσχώρηση όσο γινόταν περισσότερων περιοχών, κατέφευγαν και στην τρομοκρατία. Οι Πατριαρχικοί πληθυσμοί, ακόμα και σλαβόφωνοι, δεν επιθυμούσαν να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, την οποία θεωρούσαν θεσμό νεωτερικό και ξένο με την Ορθόδοξη Παράδοση. Μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που είχε και εθναρχικό ρόλο στους υπόδουλους, ένοιωθαν τμήμα της Ρωμιοσύνης και κατ’ επέκταση, της νέας πολιτικής της έκφρασης, του νέου ελληνικού Κράτους.
Για ν’ αντέξουν στην πίεση, ζήτησαν τη συνδρομή ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα. Ο Παύλος Μελάς ανταποκρίθηκε από τους πρώτους, αφήνοντας την άνεση της διαμονής του στην Αθήνα. Δεν διακατεχόταν από μίσος και συγκλονίσθηκε από την αγριότητα της αντιπαράθεσης. Η παρουσία του ανέβασε το ηθικό των Πατριαρχικών, οι οποίοι ένοιωσαν πλέον ότι είχαν προστασία και κάλυψη και σχημάτισαν και ένοπλα σώματα από ντόπιους. Ο θάνατος τον βρήκε γρήγορα σε τουρκική ενέδρα και τον κατέστησε σύμβολο του αγώνα, ο οποίος συνεχίστηκε μέχρι το 1908, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία απέκτησε Σύνταγμα που αναγνώριζε τα δικαιώματα όλων των πολιτών της. Προσδοκίες που αποδείχθηκαν απατηλές. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος απάλλαξε τους Χριστιανούς από τον οθωμανικό ζυγό.
Έχουν διασωθεί και δημοτικά τραγούδια προς τιμή του Παύλου Μελά και στη σλαβομακεδονική γλώσσα (“Παύλε Καπετάντσε”). Η απόδοση στα ελληνικά ενός από αυτά:
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὴ γριὰ σου τὴ μάνα;
Ἐγὼ δὲν ἔχω μάνα, τί τὴ θέλω τὴ μάνα;/Ἡ δικά μου η μάνα εἶναι τὸ γέρικο βουνό
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὸ γέρο πατέρα σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω πατέρα/Πατέρας μου εἶναι ὁ ἀνοιχτὸς κάμπος
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὴ νέα γυναίκα σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω γυναίκα, τί τὴ θέλω τὴ γυναίκα;/Ἡ δική μου γυναίκα εἶναι τὸ λεπτὸ μάνλιχερ
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὰ μικρὰ παιδιά σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω παιδιά/Δικά μου παιδιὰ εἶναι τὰ μικρά μου φυσίγγια
Αυτοί οι όμορφοι στίχοι, ύμνος στη λεβεντιά του Παύλου Μελά, στη ντοπιολαλιά των σλαβοφώνων Ελλήνων που εκτίμησαν βαθιά το γεγονός ότι άφησε τα πάντα πίσω του για να τους συνδράμει, είναι το καλύτερο Μνημόσυνο.
Το βουλγαρικό σχίσμα έληξε το 1945, με την αναγνώριση του Βουλγαρικού Πατριαρχείου με δικαιοδοσία στα όρια του βουλγαρικού κράτους, με αποτέλεσμα να αποκατασταθεί η κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών και να δημιουργηθεί μια στέρεη βάση για να έρθουν πιο κοντά οι δύο ομόδοξοι λαοί, που μοιράζονται την ίδια ορθόδοξη Παράδοση.

