“Εάν εκδηλωθεί πυρκαγιά ύστερα από παρατεταμένη διάρκεια ξηρασίας σε περιοχές όπου το δάσος έχει αραιωθεί, αυτή θα είναι χαμηλής έντασης λόγω της μικρής ποσότητας βιομάζας. Σήμερα αυτές οι διαχειριστικές πρακτικές δεν εφαρμόζονται λόγω έλλειψης προσωπικού, τεχνογνωσίας και μειωμένης έως και μηδενικής χρηματοδότησης για τη διαχείριση των δασών.¨ Αυτά δήλωσε ο καθηγητής Γιόχαν Γκέοργκ Γκολντάμερ μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2021.
Ο κ. Γκολντάμερ δεν γνώρισε την Ελλάδα μόνον από τη συμφορά στο Μάτι το 2018, με αφορμή την οποία συνέταξε έκθεση για μια συνολική πολιτική αντιμετώπισης των πυρκαγιών, η οποία παραδόθηκε στην κυβέρνηση και όλα τα κόμματα της Βουλής. Είχε έρθει και το 1985 στην Ελλάδα για να προσφέρει τεχνογνωσία. Αναφέρεται στην συνεργασία του με τον Λεωνίδα Γ. Λιάκο, αείμνηστο καθηγητή Δασολογίας στο ΑΠΘ και στην ιδέα του για την εντατική διαχείριση των μεσογειακών πευκοδασών για τη μείωση του κινδύνου πυρκαγιάς.
Τάσσεται κατά της εκκένωσης των οικισμών και της παροχής κατάλληλων γνώσεων και μέσων στους κατοίκους για να τις υπερασπίζονται: “Το καλοκαίρι του 2021 έδειξε ότι η κοινωνία στην Ελλάδα είναι πρόθυμη να συνεισφέρει και να υπερασπιστεί τα σπίτια και τους οικισμούς. Ωστόσο, πρέπει να έχουν τις δυνατότητες και να υποστηριχθούν με εκπαίδευση για να το κάνουν αυτό με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε συνεργασία με τις αρμόδιες Αρχές.”
Το ολέθριο σφάλμα της “αυτόματης εκκένωσης” οικισμών επισημαίνει και ο δρ Γαβριήλ Ξανθόπουλος διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ «Δήμητρα»: “Όσο συνεχίζεται το μοτίβο της «αυτόματης» εκκένωσης οικισμών, οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής επικεντρώνονται αναγκαστικά στη φύλαξη των χωριών και των οικισμών, αφήνοντας ουσιαστικά την πυρκαγιά να προχωρήσει ανεξέλεγκτα, θέτοντας σε κίνδυνο τα επόμενα χωριά. Η κατάσβεση αφήνεται στα πανίσχυρα εναέρια μέσα που διαθέτουμε, πλην όμως δεν εξασφαλίζεται από αέρος η πλήρης κατάσβεση. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε συνεχείς αναζωπυρώσεις, κάτι που οδήγησε στην πυρκαγιά του Έβρου να συνεχίζεται ύστερα από 14 ημέρες”.
Εκτός από το παραπάνω ατόπημα, ο κ. Ξανθόπουλος θεωρεί ολέθρια και την τακτική πυρόσβεσης που ακολουθείται: Κακώς όταν η ένταση της φωτιάς είναι μεγάλη χάνουν οι δυνάμεις πυρόσβεσης χρόνο και δυνάμεις περιμένοντας να την αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο σε κάποιο δρόμο, επειδή η μεγάλη θερμότητα τους αναγκάζει να αποχωρήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Οι επίγειες δυνάμεις πρέπει να ενεργούν στο πίσω μέρος της περιμέτρου και στα πλάγια, όπου η θερμότητα που δέχονται είναι πολύ μικρότερη. Κρατώντας το μέτωπο της πυρκαγιάς στενό, αυξάνονται οι πιθανότητες να βρεθεί η ευκαιρία, όπως αγροτικές καλλιέργειες, αραιή δασική βλάστηση, αντιπυρικές ζώνες, προηγούμενες καψάλες, πλατιοί δρόμοι, υδάτινα σώματα, όπου θα μπορεί να αντιμετωπισθεί το μέτωπο. Αυτό δεν έγινε στον Έβρο σύμφωνα με τις μαρτυρίες, με αποτέλεσμα η πυρκαγιά να διαπλατυνθεί και να μη μπορεί να συγκρατηθεί.
Ο Γκολντάμερ αναφέρεται στην απαξίωση της δασοπροστασίας στην Ελλάδα: “Τη δεκαετία του 1980 η Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν δυναμικά οργανωμένη για την πρόληψη και την καταστολή των δασικών πυρκαγιών, ένα εντυπωσιακό παράδειγμα ακόμη και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τις τελευταίες δύο με τρεις δεκαετίες, ωστόσο, η κατάσταση έχει αλλάξει.”
Κατά συνέπεια, όπως τονίζεται σε άρθρο του δασολόγου Γιώργου Ευτυχίδη, που αναφέρεται στην έκθεση Γκολντάμερ, κακώς οι δασικές πυρκαγιές έχουν χαρακτηρισθεί ως πρόβλημα πολιτικής προστασίας και καταστολής: “Οι πυρκαγιές, λόγω των επιπτώσεών τους, ιδιαίτερα στις περιοχές μείξης δασών-οικισμών, έχουν χαρακτηριστεί ως πρόβλημα πολιτικής προστασίας, ενώ στην πραγματικότητα είναι παράγωγο πρόβλημα της ανύπαρκτης διαχείρισης των δασών που καίγονται. Η επιλογή οδηγεί στο να ακούμε υποσχέσεις για πρόληψη αλλά να βλέπουμε επενδύσεις κυρίως για καταστολή, καθώς εκεί είναι το πεδίο όπου οι κυβερνήσεις (αυτό)ικανοποιούνται βραχυπρόθεσμα πολιτικά μέσα από εξαγγελίες ετοιμότητας. Το αποτέλεσμα της «φούσκας» της πολιτικής προστασίας είναι η διαιώνιση και η διόγκωση του προβλήματος που σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής οδηγεί σε καταστροφές με τεράστιες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις” .
Τα δάση πρέπει να τεθούν στο κέντρο της τοπικής ανάπτυξης: “Ως πηγές παραγωγής προϊόντων όπως ξύλο, νερό, καρποί κλπ., καθώς και υπηρεσιών προστασίας από παράπλευρες φυσικές συνέπειες των πυρκαγιών, όπως πλημμύρες, διάβρωση, κατολισθήσεις και άλλα. Αυτό θα αυξήσει την αντοχή τους σε πιέσεις και θα βοηθήσει στην προσαρμογή τους στις νέες κλιματικές συνθήκες”.
Όπως τονίζει ο αρθρογράφος, τα παραπάνω αποτυπώθηκαν στην έκθεση Γκολντάμερ.
Είναι κάτι παραπάνω από προφανές, ότι παρά τους ισχυρισμούς του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στη Βουλή, τίποτα από αυτά δεν έχει εφαρμοστεί. Χωρίς επικέντρωση στη διαχείριση του δάσους, όσο και αν “προετοιμαστούν” ο κ. Μητσοτάκης και τα επιτελεία του, τα αποτελέσματα θα είναι τα ίδια και χειρότερα εφόσον οι καιρικές συνθήκες θα μοιάζουν με αυτές του εφετινού καλοκαιριού.
Ο ίδιος ο κ. Γκολντάμερ θέτει τον κίνδυνο των πυρκαγιών και ως αποτέλεσμα της αστυφιλίας και της εγκατάλειψης της υπαίθρου:
“Στα Βαλκάνια, την Ελλάδα και την Τουρκία η αστυφιλία συνεχίζεται ακάθεκτη. Η νέα γενιά μετακομίζει στις πόλεις για να βρει δουλειά και καλύτερη ποιότητα ζωής εκεί. Με τους νέους να απομακρύνονται, οι αγροτικές περιοχές γερνάνε. Τα χωριά και οι παλιοί οικισμοί σιγά-σιγά εξαφανίζονται. Αυτό σημαίνει ότι η παραδοσιακά πολύ εντατική χρήση της γης θα πάψει να υπάρχει εκεί. Στη γη που δεν καλλιεργείται, σταδιακά εμφανίζονται αγριόχορτα, θάμνοι, μεμονωμένα δέντρα και τέλος δάση, τα οποία παρέχουν στη φωτιά περισσότερη τροφή από τις εντατικά καλλιεργούμενες γεωργικές περιοχές ή βοσκότοπους. Εάν κάποιος θέλει να κάνει κάτι ενάντια στον κίνδυνο αύξησης των πυρκαγιών, θα πρέπει να εστίασει στη νότια Ευρώπη, στα μέτρα που αντισταθμίζουν την έξοδο από τις αγροτικές περιοχές”.

