Το δημογραφικό πρόβλημα και τις επικίνδυνες για το μέλλον της Ελλάδας συνέπειές του, είχε εγκαίρως θέσει ο αείμνηστος ιδρυτής της ΧΔ Νίκος Ψαρουδάκης με ιδιαίτερη επίταση από τη δεκαετία του 1980. Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε η Βουλή των Ελλήνων με ομόφωνο ψήφισμα το για πρώτη φορά το 1993, που ζητούσε την επείγουσα λήψη μέτρων. Επανήλθε αργότερα.
Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι υπήρχε γνώση του προβλήματος για την έγκαιρη λήψη μέτρων, έλειψε η επίγνωση, για να φτάσουμε σήμερα στο σημείο να μειώνεται συνεχώς ο πληθυσμός της χώρας.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας την 1η Ιανουαρίου 2023 ανήλθε στα 10.413.982, μειωμένος κατά 0,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο πληθυσμό της 1ης Ιανουαρίου 2022 που ήταν 10.461.627.
Παράλληλα, μεγαλώνει ο δείκτης γήρανσης, με το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών να αυξάνεται και αυτό κάτω των 14 ετών να μειώνεται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος στήριξης του ασφαλιστικού συστήματος.
Οι εξελίξεις αυτές επιταχύνθηκαν προς το χειρότερο λόγω της ολέθριας επιβολής των Μνημονίων και της μετανάστευσης 500.000 νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Χωρίς προοπτική επιστροφής τους. Με δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και την προϊούσα διάλυση του κοινωνικού Κράτους, που καθιστούν απαγορευτική τη γέννηση και ανατροφή παιδιών.
Πέρα όμως από τους οικονομικούς λόγους, λόγοι πνευματικοί και πολιτισμικοί επιτείνουν το πρόβλημα. Η ατομοκρατούμενη κοινωνία προωθεί ανθρώπινο πρότυπο που έχει ως προτεραιότητα το ατομικό συμφέρον και αποφεύγει να αναλάβει ευθύνες για άλλους συνανθρώπους του. Μια τέτοια ανάληψη ευθύνης είναι η δημιουργία οικογένειας. Ενός θεσμού που πλήττεται όσο ποτέ άλλοτε.
Το πρόβλημα υπάρχει και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. . Όμως, η οικονομική Ολιγαρχία που αποφασίζει, εμμένει στη νεοφιλελεύθερη προτεραιότητα της διάλυσης του κοινωνικού Κράτους. Αντί για λήψη μέτρων που θα αναστρέψουν την δημογραφική γήρανση, προκρίνει την εισαγωγή φθηνού εργατικού δυναμικού για την κάλυψη των κενών που δημιουργούνται. Με το κέρδος να είναι μεγαλύτερη προτεραιότητα από την αντιμετώπιση του σκηνικού της παρακμής που διαμορφώνεται.
Το θέμα για την Ελλάδα αναδεικνύει η γερμανική εφημερίδα Τάγκες Τζαϊτουνγκ (ΤΑΖ), σε άρθρο με τίτλο “Η Ελλάδα αργοπεθαίνει”: “Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, από το 2005 μέχρι σήμερα ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει μειωθεί κατά περίπου 740.000 ανθρώπους, δηλαδή κατά 7% – μέσα σε 16 χρόνια […] Την τελευταία δεκαετία μόνο σε 2 από τις 13 ελληνικές περιφέρειες αυξήθηκε ο πληθυσμός: στις περιφέρειες Κρήτης και Νοτίου Αιγαίου – χάρη στα ακμάζοντα τουριστικά κέντρα της Ρόδου, της Κω, της Μυκόνου και της Σαντορίνης”.
Η εφημερίδα φιλοξενεί και απόψεις Ελλήνων ειδικών για την αντιμετώπιση του προβλήματος:
Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας: .«Μακροπρόθεσμα να σταματήσει η φυγή των νέων από τη χώρα, να επιστρέψουν όσοι έχουν φύγει και πρωτίστως να δημιουργηθεί ένα φιλικό προς τα παιδιά περιβάλλον, προκειμένου τα νέα ζευγάρια να μπορούν να κάνουν όσα παιδιά θέλουν, όταν το θέλουν. Σήμερα όμως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο περιβάλλον».
Παύλος Μπαλτάς, ειδικός σε θέματα Δημογραφικής Ανάλυσης στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών: «Στην Ελλάδα υπάρχουν και υψηλά ποσοστά ανεργίας στους νέους…χρειάζεται και πρόσβαση στη στέγαση, δηλαδή λογικές τιμές στα ενοίκια. Όμως η Ελλάδα έχει το υψηλότερο κόστος στέγασης στην ΕΕ». Αν και πανευρωπαϊκά δαπανάται για τις ανάγκες στέγασης κατά μέσο όρο το 18,9% του διαθέσιμου εισοδήματος, στην Ελλάδα δαπανάται το 34,2% (βάσει στοιχείων της Eurostat για το 2021).

