“Tα τελευταία χρόνια έγιναν λάθη… Αυτά τα λάθη θα τα διορθώσουμε μαζί”. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του νέου Υπουργού των Εξωτερικών του Ισραήλ Γιαΐρ Λαπίντ προς τον Υπουργό των Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν, κατά τη συνάντησή τους στη Ρώμη την περασμένη Κυριακή.
Η στενή σχέση του απελθόντος Ντόναλντ Τραμπ με τον ήδη απελθόντα ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου είχε αποκομίσει σημαντικά οφέλη για το Ισραήλ, αλλά διατάραξε ταυτόχρονα την ισορροπία στη σχέση των ισραηλινών κυβερνήσεων με τα δύο κόμματα εξουσίας στις ΗΠΑ. Όπως έχουμε τονίσει σε προηγούμενη ανάρτηση της ιστοσελίδας μας, “Ίσως η εξέλιξη αυτή [κυβερνητική αλλαγή στο Ισραήλ] να μην είναι άσχετη με την απώλεια της εξουσίας από τον πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, το ισχυρότερο στήριγμα του Νετανιάχου. Επί Ομπάμα, ο Νετανιάχου είχε καταστεί άκρως οχληρός “σύμμαχος”, αφού δεν είχε διστάσει να καταπολεμήσει μαχητικά την συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, επιτιθέμενος κατά της πολιτικής αυτής επιλογής του τότε Προέδρου Ομπάμα ακόμα και από το βήμα του Κογκρέσου (των δύο νομοθετικών σωμάτων των ΗΠΑ σε κοινή συνεδρία) !!”
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται με την περί “λαθών” παραδοχή του Λαπίντ, νέου Υπουργού Εξωτερικών και βασικού συνεταίρου της ετερόκλητης οκτακομματικής ισραηλινής κυβέρνησης του Νεφταλί Μπένετ, η οποία συγκροτήθηκε με στόχο την ανατροπή Νετανιάχου.
Ο Λαπίντ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι “το Ισραήλ έχει ορισμένες σοβαρές επιφυλάξεις για την συμφωνία που επιτεύχθηκε στη Βιέννη”, σπεύδοντας να διευκρινίσει ότι το Ισραήλ δεν θα θα προβάλει τις ενστάσεις του δημόσια, όπως επισημαίνει το “Ασόσιεϊντεντ Πρες” , επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι “ακόμη και ο δεξιός Μπένετ, που συνδέεται ιδεολογικά με την πολιτική “γερακιού” του Νετανιάχου, έχει χαμηλώσει τους τόνους στο θέμα του Ιράν.”
Από την πλευρά του ο Μπλίνκεν δήλωσε ότι θα συνεχισθεί η πολιτική Τραμπ για ενίσχυση της βελτίωσης των σχέσεων του Ισραήλ με γειτονικές αραβικές χώρες, τονίζοντας όμως ότι “αυτό δεν είναι υποκατάστατο λύσης των θεμάτων μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων που πρέπει να επιλυθούν” . Η προσπάθεια αυτή διαφοροποίησης από την μονομέρεια του Τραμπ δεν αρκεί για να ξεκαθαριστεί με ποιον τρόπο το Ισραήλ θα πιεστεί για παραχωρήσεις στα θέματα της κατοχής της δυτικής όχθης του Ιορδάνη και του αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας.
Ενδιαφέρουσα είναι η επισήμανση του “Ασόσιεϊτεντ Πρες” ότι “Η Κυβέρνηση Μπάιντεν έχει ξεκαθαρίσει ότι θέλει να απεμπλέξει τη χώρα από τις ατέρμονες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και να επικεντρώσει σε άλλες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή και ο ανταγωνισμός με την Κίνα”. Διαφαίνεται εδώ μια προσέγγιση, ότι το Ισραήλ από πολύτιμος σύμμαχος καθίσταται σταδιακά “βάρος” για τις ΗΠΑ, των οποίων η στήριξη διατηρείται χάρη στην ισχύ των εκεί φιλοϊσραηλινών “λόμπι”. Και ότι ο Νετανιάχου, με τον τρόπο που έκανε χρήση αυτών των διασυνδέσεων για να αμφισβητήσει την πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα ακόμα και στο “σπίτι” της, υπερέβη τα εσκαμμένα.
Τα παραπάνω ενισχύουν την άποψη ότι η κυβερνητική αλλαγή στο Ισραήλ συνδέεται αιτιωδώς με την κυβερνητική αλλαγή στις ΗΠΑ. Ενδεχομένως δε η “αποστολή” της οκτακομματικής κυβέρνησης να τερμαστιστεί, εφόσον το κόμμα “Λικούντ”, που παραμένει πρώτο σε δύναμη αν και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία, “τερματίσει” τον Νετανιάχου από τη θέση του αρχηγού του.

