• Ἡ διάκριση τῆς διακονίας τοῦ λόγου ἀπὸ τὴ διακονία τῶν τραπεζῶν

Ἡ ἀναστάσιμη περίοδος άπὸ τὴν Ἀνάσταση ἕως τὴν Ἂνάληψη τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζεται μεταξὺ ἄλλων καὶ ἀπὸ τὴ λήψη τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων ἦταν ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ τοὺς ἱδρυτὲς τῆς Χριστιανικῆς Δημοκρατίας, ἀφοῦ περιγράφει καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο λειτουργοῦσε ἡ πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πηγὴ ἔμπνευσης τοῦ πολιτικοῦ ὁράματος τοῦ Κινήματος μέχρι σήμερα.

Ἡ σημερινὴ περικοπή, (Πραξ στ΄ 1-7) περιγράφει τὶς περιστάσεις ὑπὸ τὶς ὁποῖες ἔγινε ἡ έκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων:

Ὁ λόγος:  “Πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν”. Τὰ ὀργανωτικὰ προβλήματα ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν αὔξηση τῶν μελῶν τῆς κοινότητας. Καὶ ἡ συνακόλουθη παραθεώρηση τῆς ὀφειλόμενης  φροντίδας τῶν χηρῶν τῶν προεροχμένων ἀπὸ εἰδωλολάτρες (ἑλληνιστές) σὲ σχέση μὲ τὴ φροντίδα τῶ χηρῶν τῶν προερχόμενων ἀπὸ Ἑβραίους. Διἀκριση ἐν τῆ γενέσει της, ποὺ ἂν δὲν ἀντιμετωπιζόταν ἄμεσα, θὰ ἐξελισσόταν σὲ μόνιμη ἀδικία καὶ καθεστὼς διακρίσεων. Ἀκόμα καὶ ἂν ἡ κατάσταση αὐτὴ καταδικαζόταν στὰ λόγια, χωρὶς ὅμως τὴ λήψη συγεκριμένων μέτρων.

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν περιορίσηκαν σὲ παραινέσεις. Ἀντιμετώπισαν ἄμεσα τὸ πρόβλημα μὲ συγκεκριμένα μέτρα. Καὶ τοῦτο γιατὶ στὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων, ὁποιοδήποτε καθεστὼς ἀδικίας δὲν ἦταν ἀνεκτό. Μὲ βάση τὴν ἀρχη ποὺ στὸ ἴδιο βιβλίο διατυπώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: “…ἐπ᾿ ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι”. (ι’ 34-35). Ὅπως καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή: “Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνηπαντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· 11 οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ”. (β’ 10-11).

Ἡ λύση ποὺ ἔδωσαν οἱ Ἀπόστολοι: ” Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις· ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ πλήρεις πνεύματος καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν”. Ἡ ἐκλογὴ ἑπτὰ ἀνδρῶν πλήρων πνεύματος καὶ σοφίας, ποὺ θὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴ διακονία τῶν Τραπεζῶν, ἐνῶ οἱ ἴδιοι θὰ ἐπικεντρώνονταν στὴν προσευχὴ καὶ στη διακονία τοῦ Λόγου.

Δὲν ὑπέδειξαν πρόσωπα οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι. Κάλεσαν τὰ μέλη τῆς κοινότητας νὰ κάνουν ἐλεύθερα τὴν ἐκλογή, μὲ βάση τὰ πιὸ πάνω κριτήρια.

Ἡ ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ γίνεται μὲ δημοκρατικὲς διαδικασίες ἀπ’ ὅλα τὰ μέλη τῆς κοινότητας: “Ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα”.

Τοὺς ὁποίους ὁδήγησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐπικύρωσαν τὴν ἒκλογή: “καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας”.

Ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα προκύπτει ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητας καὶ τῆς καταπολέμησης τῶν διακρίσεων, ὅπως καὶ ἡ δημοκρατικὴ ἀρχὴ δὲν εἶναι “ἰδιοτροπίες” κάποιων προοδευτικῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ μέρος τῆς ζωῆς τῆς πρώτης χριστιανικῆς κοινότητας καὶ κατ’ ἐπέκταση, ἀναπόσπαστες ἀπὸ τὴ χρστιανικὴ διδασκαλία καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ἔγινε προστάτης ἅγιος τῆς ΧΔ καὶ τῆς ἐφημερίδας της.

Ἡ “διακονία τῶν Τραπεζῶν” μνημονεύεται στὴν ἱδρυτικὴ πράξη τῆς Διοικούσας Ἐπιτροπῆς τῆς 29ης Νοεμβρίου 1953 μὲ τὴν ὁποία ἱδρύθηκε ἡ Χριστιανικὴ Δημοκρατία καὶ ἔχει κατατεθεῖ στὴν Εἰσαγγελία τοῦ Ἀρείου Πάγου σύμφωνα μὲ τὸν περὶ πολιτικῶν κομμάτων μεταγενέστερο νόμο.

Πολὺ μελάνι ἔχει χυθεῖ γιὰ νὰ διευκρινιστοῦν παρεξηγήσεις καὶ νὰ ξεκαθαριστεῖ ὅτι ἡ ΧΔ δὲν ὑπεισέρχεται στὸ κινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμπνέεται ὅμως ἀπὸ τὴ ζωὴ  καὶ τὴν Παράδοσή της, ἀφοῦ οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν καθῆκον ὡς πολίτες νὰ ἀγωνίζονται ἡ κοινωνία στὴν ὁποία ζοῦμε νὰ εἶναι ὅσο γίνεται πιὸ κοντὰ στὴν ἐλευθερία καὶ στὴ δικαισύνη ὅπως τὶς ἀντιλαμβάνεται τὸ κοινωνικὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὴν ἑπομένη, στὶς 30 Νοεμβρίου 1953 μὲ τὴ 2η πράξη της, ἡ Διοικούσα Ἐπιτροπὴ ἀποφάσισε νὰ ἀνακοινώσει τὴν ἵδρυση τοῦ Κινήματος στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο. Ἡ πρωτοβουλία αὐτή, ὅπως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ περιοδεύνοντα στελέχη τῆς ΧΔ ἐπισκέπτονταν πάντα τὸν τοπικὸ Μητροπολίτη, δείχνει τὸ σεβασμὸ πρὸς τὴν Διοικούσα Ἐκκλησία, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἀποκλειστική της ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῆς διακονίας τοῦ Λόγου. Κάτι ποὺ δὲν ἦταν καθόλου αὐτνόητο στὴν πράξη ἐκεῖνα τὰ χρόνια, μὲ τὴ δράση τῶν χριστιανικῶν ἀδελφοτήτων, οἱ ὁποῖες ἐνίοτε λειτουργοῦσαν ὠς ἐξωσυνοδικὰ κέντρα ἐπιρροῆς μὲ τἀση νὰ ὑποκαθιστοῦν τὴν Ποιμαίνουσα Ἐκκλησία. Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Πειραιῶς Χρυσόστομος (Ταβλαδωράκης), ἀπὸ τοὺς λίγους ποὺ ὄρθωσαν τὸ ἀνάστημα κατὰ τῆς Χούντας, ἔχει διεξοδικὰ ἀναφερθεῖ στὸ ζήτημα αὐτό.

Προδικτατορικὰ ἡ ΧΔ εἶχε ἀντιταχθεῖ σὲ ἐνορχηστρωμένες παρεμβάσεις, πρῶτα κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἰακωβου (Βαβανάτσου) ὡς Ἀρχιεπισκόπου ποὺ ἐξαναγκάστηκε σὲ παραίτηση παρόλο ποὺ κανονικὰ ἐκλέχτηκε καὶ στὴ συνέχεια κατὰ τῆς ἐκλογῆς Μητροπολιτῶν τὸ 1966, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Πειραιῶς Χρυσόστομος (Ταβλαδωράκης), τοῦ ὁποίου μάλιστα ἡ ἐφημερίδα πρέχει συνέντευξη. Η ἐπιβολὴ τοῦ Ἱερωνύμου Α’, ἐκλεκτοῦ τῶν ἀδελφοτήτων, ὡς Ἀρχιεπισκόπου ἀπὸ τὴ Χούντα καὶ στὴ συνέχεια ἡ ὑπονόμευση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου στὴν Κύπρο σὲ ἐκκλησιαστικὴ βάση, ἀποτελεῖ κορύφωση τῆς τάσης αὐτῆς.

Κατὰ συνέπεια, ἡ ἀναφορὰ στὴ “διακονία τῶν Τραπεζῶν”, ἐκτὸς ἀπὸ ἔμπνευση γιὰ τὸν πνευματικό, πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ ἀγώνα τῆς ΧΔ, ἔχει καὶ τὴ διάσταση τῆς διάκρισης ἀπὸ τὴ “διακονία τοῦ Λόγου”, ἡ ὁποία ἀποκλειστικὰ διακονεῖται ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὴν κανονικὴ Ποιμαίνουσα Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀντλεῖ τὴ διαδοχή της ἀπὸ αὐτούς.