-ΜΝΗΜΗ ΑΛΩΣΕΩΣ-
[…] Νὰ ξαναγυρίσωμεν πάλιν σήμερον πρὸς τὰ ὀπίσω προστάζει ἡ θυσία τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῶν ἄλλων συνυπερασπιστῶν τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων. Δὲν θὰ ταράξωμεν τὸν ὕπνον των. Διότι δὲν εἶναι ὕπνος αἰώνιος. Ἔχουν ξυπνήσει τόσας φορὰς ἀπὸ τὴν φορὰν τῆς Ἱστορίας, ἐπῆραν τόσας φορὰς ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἀγγέλου τὸ σπαθί τους καὶ συνηγωνίσθησαν μὲ ἄλλους μαχητὰς τὰς ἡμερομηνίας ἐκείνας ποὺ ἔγιναν φωτειναὶ καὶ εἶναι τόσον πολλαί.[…]
Ζωντανὸς καὶ πεθαμένος ὁ Κωνσταντῖνος εἶχεν ὄνειρα καὶ τὰ διατηρεῖ ἀσφαλῶς ἀκόμη μέσα εἰς τὸν τάφον του. Κάτι θὰ ἔχη νὰ εἰπῆ εἰς ὅποιον τὸν πλησιάζει μυστικὰ ἀπὸ τὰ ὄνειρα ἐκεῖνα. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀποφρὰς ἡ σημερινὴ ἡμέρα διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ἕνας εἰλικρινὴς διάλογος μὲ τὴν Ἱστορίαν, ἂν μὴ τι ἄλλο, ἠμπορεῖ νὰ μᾶς φέρη πολὺ κοντὰ εἰς τὸ μέγα γεγονός, νὰ κεντρίση ἐπικαίρως τὴν ἐθνικήν μας μνήμην. […]
Ἐν ὄψει τῆς τελευταίας σκηνῆς εἰς τὴ ἔσχατην πρᾶξιν τοῦ δράματος οἱ συνεργάται τοῦ βασιλέως ἔμελλον ν᾽ ἀκούσουν τοὺς ὑστάτους λόγους αὐτοῦ, λόγους γεμάτους ἀπὸ τραγικὸν μεγαλεῖον. Ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη παρακινοῦσαν τὸν Κωνσταντῖνον νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς, νὰ σώση τὸν λαὸν καὶ τὰ ἱερά, ἐξηγέρθη ἡ τιμία συνείδησις τοῦ ἥρωος. Σᾶς ἱκετεύω -εἶπε- νὰ ζητήσετε νὰ μὴ σᾶς ἐγκαταλίπω. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀποθάνω μαζί σας. Τώρ᾽ ἀκούεται ἡ τελευταία του δημηγορία. Ἡ μεγάλη του ἐθνικὴ ὑποθήκη, δι᾽ ὅλους, διὰ τὰς γενεάς, διὰ τοὺς αἰῶνας. Συνέστησεν ἀγῶνα μέχρις ἐσχάτων, χάριν τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος καὶ ἐλευθερίας. Ὡμίλησε διὰ τὴν ἄλλοτε περιφανῆ βασιλείαν, ποὺ ἦταν τώρα ταπεινωμένη καὶ ἐξουθενωμένη, διὰ τὰ τέκνα, διὰ τὰς γυναῖκας, διὰ τοὺς συγγενεῖς. Ὑπενθύμισε εἰς τοὺς παρισταμένους τὴν εὐγενῆ καταγωγὴν καὶ ἐτόνισεν ὅτι ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰώνιος γενήσεται. Ἐπίγραμμα ἐκφραστικὸν εἶναι ἡ κατακλεὶς τοῦ λόγου: Ὀφειλέται κοινῶς ἐσμὲν, ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν […]
Κατὰ τρόπον ἀντάξιον τῆς μοίρας του ἔπεσεν ὁ Κωνσταντῖνος, ἔπεσε τιμίως καὶ ἑλληνοπρεπῶς, προασπίζων τὴν ἰδέαν. Μαζὶ μὲ αὐτὸν ἔπεσαν ὅλοι οἱ συμπολεμισταί του. Δόξα περιβάλλει ἔκτοτε τὴν μνήμην τῶν ὑπερααπιστῶν τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, ποὺ περιῆλθεν εἰς χείρας ἀπίστων. Ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ πρωταγωνιστὴς τοῦ μεγίστου δράματος τῆς Πόλεως, ἐσφράγισε μὲ τὸ αἷμα του τὴν μεγάλην πρᾶξιν τῆς Ἱστορίας μας. Τὸ ὄργιον τῶν ἡμερῶν ποὺ ἠκολούθησαν, ἡ δεινὴ λεηλασία, ἡ σφαγή, ἡ καταστροφή, ἡ αἰχμαλωσία, ἄνοιξαν τὴν μεγάλην ἐθνικήν μας πληγήν. Ἀλλ᾽ ὁ μαρμαρωμένος ἐσηκώθη καὶ μὲ τὸν δικέφαλον εἰς τὸ χέρι ἔρρανε μὲ χρυσῆν βροχὴν τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων εἰς ὥρας κρισίμους, εἰς τὴν πληγὴν ἔρριψε βάλσαμον. […]
Τᾶσος Ἀθ. Γριτσόπουλος
Απόσπασμα επιφυλλίδας του αείμνηστου λόγιου ιστορικού, δημοσιευμένης στην «Καθημερινή», στις 29 Μαΐου 1963. Από το βιβλίο του «Σχεδιάσματα», έκδοση Φέξη, Αθήναι 1963, σσ. 184-188. Ἀναδημοσιευμένο στὴ “Χριστιανικὴ” τῆς 28ης Μαῖου.