Μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του αγωνιστή Παύλου Μελά ενόψει της σημερινής επετείου του θανάτου του τέλεσε την Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου ο Μητροπολίτης Κηφισίας, Αμαρουσίου, Ωρωπού και Μαραθώνος κ. Κύριλλος κατά τη Θεία Λειτουργία στον Ιερά Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος στην Κηφισιά. Στη συνέχεια, τελέσθηκε τρισάγιο στον παρακείμενο ανδριάντα του (Στη ΦΩΤΟ ο κ. Κύριλλος μετά την κατάθεση στεφάνου). Παρών ήταν και ο Πρόεδρος της ΧΔ Γιάννης Ζερβός.
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κηφισιά, με την οποία στενά συνδεόταν η οικογένειά του. Για το λόγο αυτό σχολιάσθηκε αρνητικά ότι ο Δήμος δεν εκπροσωπήθηκε, όπως γινόταν με την προηγούμενη δημοτική αρχή.
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε το 1870 στη Μασσαλία, από παλιά ελληνική οικογένεια, με ρίζες στο Βυζάντιο και αγωνιστικές περγαμηνές στους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες, και στην επανάσταση του 1821. Μεγάλωσε παρακολουθώντας τον πατέρα του να πρωτοστατεί στην ενίσχυση των εξεγέρσεων των υποδούλων Ελλήνων. Κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό και μετείχε στον άτυχο πόλεμο του 1897.
Με τη θέλησή του, άφησε την οικογένειά του και την άνετη ζωή της Αθήνας για να συνδράμει τους Έλληνες της οθωμανοκρατούμενης Μακεδονίας, οι οποίοι εκβιάζονταν από ένοπλα σώματα Βουλγάρων κομιτατζήδων να προσχωρήσουν στη βουλγαρική Εξαρχία.
Με πίεση της τότε αυτοκρατορικής Ρωσίας που μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό Πόλεμο ακολουθούσε την πολιτική του Πανσλαβισμού, η οθωμανική εξουσία επέτρεψε να υπάρχει σε επαρχίες της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου με σλαβόφωνο πληθυσμό, παράλληλη δικαιοδοσία της βουλγαρικής Εξαρχίας, η οποία επίσης έδρευε στην Κωνσταντινούπολη. Εφόσον το δήλωναν τα 2/3 του πληθυσμού, η κάθε επαρχία θα αναγνωριζόταν και επίσημα στη δικαιοδοσία της Εξαρχίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είχε αντίρρηση να δώσει αυτονομία στην Εκκλησία της Βουλγαρίας, αλλά με βάση γεωγραφικά όρια και όχι με κριτήριο την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού. Κι επειδή σε αυτή τη βάση συστήθηκε η Εξαρχία, Σύνοδος Πατριαρχών και Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών του 1872 καταδίκασε το εγχείρημα, όπως και τον εθνοφυλετισμό: Ἀποκηρύττομεν κατακρίνοντες καί καταδικάζοντες τόν φυλετισμόν, τουτέστιν τάς φυλετικάς διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία… Τούς παραδεχομένους τόν τοιοῦτον φυλετισμόν καί ἐπ΄ αὐτῷ τολμώντας παραπηγνῦναι καινοφανείς φυλετικάς παρασυναγωγάς κηρύττομεν, συνωδᾷ τοῖς Ἱεροῖς Κανόσιν, ἀλλοτρίους τῆς μίας Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτό δή τοῦτο σχισματικούς.
Την εξωτερική πολιτική αυτή της Ρωσίας είχε καταδικάσει με δριμύτητα ο φιλόσοφος Κωνσταντίν Λεόντιεφ, που είχε και ο ίδιος υπηρετήσει ως διπλωμάτης στη σημερινή βόρεια Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι προκάλεσε αιματηρό διχασμό σε δύο γειτονικούς λαούς, τον ελληνικό και το βουλγαρικό. Έχει μάλιστα επισημάνει ότι η πολιτική αυτή είναι το ίδιο αντιπαραδοσιακή με αυτή των δυτικοφίλων-ευρωπαϊστών, με την οποία φαινόταν να έρχεται σε αντιπαράθεση.
Για την αντιμετώπιση του ένοπλου εκβιασμού των πληθυσμών της Μακεδονίας να προσχωρήσουν στο σχίσμα και κατ’ επέκταση να δηλώσουν ότι ανήκουν στο βουλγαρικό έθνος, δημιουργήθηκαν ένοπλα ανταρτικά σώματα του ντόπιου πληθυσμού, που ενισχύθηκαν με εθελοντικά σώματα από την Ελλάδα. Στο πλαίσο αυτό ο Παύλος Μελάς, ήδη αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, προσφέρθηκε να συνδράμει και πέρασε στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Σκοτώθηκε σε μάχη με Οθωμανούς στις 13 Οκτωβρίου 1904 στο χωριό Στάτιστα, σημερινό Μελά.
Η θυσία του αποτέλεσε σύμβολο και κίνητρο και για άλλους να προσφερθούν. Τη περίοδο 1904-1908 αναπτύχθηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά οι ένοπλες επιδρομές των εξαρχικών και διασφαλίσθηκε η αυτοδιάθεση των πληθυσμών εκείνων της Μακεδονίας, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με το βουλγαρικό σχίσμα και είχαν συνείδηση ελληνική. Το 1908 η Οθωμανική Αυτοκρατορία απέκτησε Σύνταγμα που αναγνώριζε τα δικαιώματα όλων των πολιτών της. Προσδοκίες που αποδείχθηκαν απατηλές. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος απάλλαξε τους Χριστιανούς από τον οθωμανικό ζυγό.
Οι Μακεδόνες είχαν εκτιμήσει ιδιαίτερα την αυτοθυσία του, την εντιμότητα και τον αθρωπισμό του. Όπως ο ίδιος σημείωνε, «…Διαρκώς ερωτούσα τον εαυτόν μου αν είχα το δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν είναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω. Και διαρκώς απαντούσα όχι, όχι…»…
Οι περισσότεροι από αυτούς, συνήθως δίγλωσσοι, παρέμειναν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είχαν ελληνική συνείδηση, όπως προκύπτει ενδεικτικά από το σλαβόφωνο δημοτικό τραγούδι “Πάβλε Καπετάντσε”, για τον Παύλο Μελά.
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὴ γριὰ σου τὴ μάνα;
Ἐγὼ δὲν ἔχω μάνα, τί τὴ θέλω τὴ μάνα;/Ἡ δικά μου η μάνα εἶναι τὸ γέρικο βουνό
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὸ γέρο πατέρα σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω πατέρα/Πατέρας μου εἶναι ὁ ἀνοιχτὸς κάμπος
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὴ νέα γυναίκα σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω γυναίκα, τί τὴ θέλω τὴ γυναίκα;/Ἡ δική μου γυναίκα εἶναι τὸ λεπτὸ μάνλιχερ
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὰ μικρὰ παιδιά σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω παιδιά/Δικά μου παιδιὰ εἶναι τὰ μικρά μου φυσίγγια
Αυτοί οι όμορφοι στίχοι, ύμνος στη λεβεντιά του Παύλου Μελά, στη ντοπιολαλιά των σλαβοφώνων Ελλήνων που εκτίμησαν βαθιά το γεγονός ότι άφησε τα πάντα πίσω του για να τους συνδράμει, είναι το καλύτερο Μνημόσυνο.


Τὸ Σάββατο 30 Μαΐου τὸ ἀπόγευμα