ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ
Αδελφοί μου, για να κατανοήσουμε σωστά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο, χρειάζεται πρώτα να τον τοποθετήσουμε στο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας, αμέσως μετά την Πεντηκοστή, οπότε και η κοινότητα των πιστών στην Ιερουσαλήμ αυξάνεται δυναμικά. Η αύξηση αυτή, όμως, δεν φέρνει μόνο χαρά φέρνει και πρακτικές ανάγκες, ζητήματα οργάνωσης και, κυρίως, την ανάγκη να διαφυλαχθεί η ενότητα.
Το βιβλίο των Πράξεων αναφέρει ότι μέσα στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα υπήρχαν δύο βασικοί κύκλοι: οι λεγόμενοι «Εβραίοι», δηλαδή οι περισσότερο ενταγμένοι στο παλαιστινιακό, αραμαϊκό περιβάλλον, και οι «Ελληνισταί», οι ελληνόφωνοι Ιουδαίοι, πολλοί από τους οποίους είχαν δεσμούς με τη Διασπορά. Σ’ αυτό το πλαίσιο προέκυψε ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα: στην καθημερινή διακονία, στη μέριμνα δηλαδή για τα πρακτικά ζητήματα ζωής της κοινότητας, υπήρξε παράπονο ότι οι χήρες των Ελληνιστών παραμελούνταν στη διανομή της τροφής.
Η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει το θέμα ούτε με αδιαφορία ούτε με διχασμό. Οι Απόστολοι συγκαλούν το πλήθος και επισημαίνουν κάτι εξαιρετικά ουσιαστικό: «Δεν είναι σωστό να αφήσουμε τον λόγο του Θεού για να υπηρετούμε στις τράπεζες». Όχι γιατί υποτιμούν την φιλανθρωπία, αλλά γιατί αναγνωρίζουν ότι η Εκκλησία χρειάζεται και τα δύο, αξεδιάλυτα: και το κήρυγμα και την διακονία. Έτσι προχωρούν σε μια λύση που
είναι ταυτόχρονα πνευματική και πρακτική: ζητούν να εκλεγούν επτά άνδρες «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας», ώστε να αναλάβουν τη συγκεκριμένη διακονία, ενώ οι Απόστολοι θα επιμείνουν «στην προσευχή και στη διακονία του λόγου».
Εδώ εμφανίζεται ο Στέφανος. Όχι ως ένας τυχαίος άνθρωπος, αλλά ως ο πρώτος στον κατάλογο των επτά: «ἀνὴρ πλήρης πίστεως καὶ Πνεύματος Ἁγίου». Είναι σημαντικό να το τονίσουμε: ο θεσμός των διακόνων
δεν γεννιέται απλώς ως διοικητική ανάγκη, αλλά ως έκφραση εκκλησιαστικής ωριμότητας (και παρά το νεαρό της “ηλικίας” της πρώτης Εκκλησίας). Η διακονία δεν είναι “δευτερεύουσα” εργασία. Ο διάκονος δεν είναι διοικητικός υπάλληλος, αλλά εικόνα του Χριστού που διακονεί. Η διακονία είναι θεμέλιο της πνευματικής ζωής:
«Ὁ θέλων ἔσται πρῶτος, ἔσται πάντων διάκονος» (Μάρκ. 10:44)
Αυτό ισχύει για κάθε πιστό: η ταπεινή υπηρεσία προς τον αδελφό μας είναι δρόμος προς τη Βασιλεία του Θεού. Και ο Στέφανος, ακριβώς μέσα από αυτή τη διακονία, θα γίνει ο άνθρωπος που με τους λόγους του και τις πράξεις του θα οδηγηθεί στο πρώτο μεγάλο μαρτύριο της Εκκλησίας. Από την αρχή λοιπόν βλέπουμε δύο πράγματα: πρώτον, ότι η Εκκλησία ζει μέσα στην ιστορία και αντιμετωπίζει πραγματικές ανάγκες, και δεύτερον, ότι η λύση τους δεν είναι ποτέ απλώς τεχνική, αλλά πνευματική: άνθρωποι γεμάτοι από Πνεύμα Θεού, ορίζονται για να υπηρετήσουν όχι μόνο τις ανάγκες, αλλά την ενότητα και την αλήθεια. Από αυτό το σημείο ξεκινά η πορεία του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου.
Η διδασκαλία και το μαρτύριο Αφού ο Στέφανος εκλέγεται ανάμεσα στους Επτά για τη διακονία της Εκκλησίας, οι Πράξεις δεν τον παρουσιάζουν ως άνθρωπο περιορισμένο σε μια «διοικητική» αποστολή. Αντιθέτως, τον παρουσιάζουν ως πρόσωπο στο οποίο η χάρη του Θεού ενεργεί φανερά: «πλήρης χάριτος καὶ δυνάμεως, ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ». Με άλλα λόγια, η διακονία του δεν ήταν απλώς έργο φιλανθρωπίας, αλλά μαρτυρία του ζώντος Χριστού μέσα στην καρδιά της Ιερουσαλήμ.
Η δράση του Στεφάνου τον φέρνει σε αντιπαράθεση με κύκλους ελληνόφωνων Ιουδαίων, ανθρώπους που συγκεντρώνονταν σε συναγωγές συνδεδεμένες με τη Διασπορά. Εκεί ξεκινά ένας διάλογος που δεν είναι
φιλονεικία, αλλά θεολογική αντιπαράθεση γύρω από το κεντρικό ερώτημα: τι σημαίνει πλέον ο Χριστός για τον Νόμο και τον Ναό; Ο Στέφανος μιλά με σοφία και παρρησία, και οι αντίπαλοί του «οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ Πνεύματι ᾧ ἐλάλει». Όταν όμως ο λόγος δεν μπορεί να νικηθεί με λόγο, τότε η αντιπαράθεση αλλάζει χαρακτήρα: περνά από τη συζήτηση στη συκοφαντία.
Έτσι, οργανώνεται η κατηγορία ότι ο Στέφανος δήθεν βλασφημεί «κατά Μωυσέως και κατά Θεού», και ότι μιλά «κατά του τόπου τούτου του αγίου», δηλαδή κατά του Ναού, και «κατά του Νόμου». Αυτές οι κατηγορίες δεν είναι φυσικά τυχαίες. Αγγίζουν τα πιο ευαίσθητα σημεία της θρησκευτικής και κοινωνικής ταυτότητας της εποχής. Ο Ναός δεν ήταν απλώς ένα κτίριο λατρείας· ήταν το κέντρο της δημόσιας ζωής, της τάξης και του κύρους. Και ο Νόμος δεν ήταν απλώς ηθικοί κανόνες· ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο εβραϊκός λαός αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως λαό της Διαθήκης. Γι’ αυτό και η υπόθεση οδηγείται στο Συνέδριο.
Μπροστά στο Συνέδριο ο Στέφανος δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του με ανθρώπινη επιδεξιότητα. Προσφέρει μια απολογία που είναι στην ουσία της κήρυγμα: ανατρέχει στην ιστορία του Ισραήλ, από τον Αβραάμ έως τον Σολομώντα, για να δείξει ότι ο Θεός ποτέ δεν χωρούσε σε ανθρώπινες βεβαιότητες και ότι ο λαός συχνά αντιστεκόταν στους απεσταλμένους Του. Στην ουσία, το κέντρο της απολογίας του δεν είναι η περιφρόνηση του Νόμου ή του Ναού, αλλά η αποκάλυψη ότι ο Θεός δεν περιορίζεται σε «χειροποίητα» σχήματα και ότι η εκπλήρωση της Διαθήκης φανερώνεται στον Χριστό, τον οποίο οι ακροατές του είχαν απορρίψει.
Και όταν η ένταση κορυφώνεται, ο Στέφανος σφραγίζει τη μαρτυρία του με τη θεοπτική βεβαιότητα: «Ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ». Αυτό δεν είναι απλώς μια φράση· είναι η μαρτυρία ότι το κέντρο της πίστης δεν είναι πια ένας τόπος επί της γης, αλλά ο δοξασμένος Χριστός.
Η ομολογία αυτή γίνεται η αφορμή για την τελική έκρηξη: τον βγάζουν έξω από την πόλη και τον λιθοβολούν.
Το πραγματικό μεγαλείο του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου δεν βρίσκεται μόνο στο ότι πέθανε για τον Χριστό, αλλά στο πώς πέθανε.
Την ώρα της αδικίας δεν κρατά μίσος. Η τελευταία του προσευχή θυμίζει άμεσα τον Κύριο επάνω στον Σταυρό: «Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου» και «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Ο μάρτυρας, δηλαδή, δεν απαντά στη βία με βία, αλλά με συγχώρηση. Δεν ζητά την εκδίκηση, αλλά την σωτηρία για εκείνους που τον αδικούν.
Έτσι, η διδασκαλία του Στεφάνου και το μαρτύριό του γίνονται ένα ενιαίο μήνυμα: ο Χριστός δεν είναι μια ιδέα, αλλά ο Ζών Κύριος, και η αλήθεια Του δεν επιβάλλεται με δύναμη, αλλά μαρτυρείται με παρρησία και αγάπη. Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο μάθημα του Πρωτομάρτυρα για την Εκκλησία, τότε και τώρα.
Απόσπασμα από την ομιλία του Γιάννη Καρανικόλα στην εορτή του αγίου Στεφάνου, 27 Δεκεμβρίου 2025, στα γραφεία μας.

