Από την ίδρυσή της η ΧΔ στη μεταπολεμική περίοδο του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των δύο κυρίαρχων πολιτικοκοινωνικών συνασπισμών και συστημάτων, του καπιταλιστικού και του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, είχε ταχθεί εναντίον και των δύο, προτείνοντας το δικό της χωριστό δρόμο. Ο ιδρυτής του Κινήματος Νίκος Ψαρουδάκης είχε διαβλέψει ότι παρά το γεγονός ότι επιφανειακά και τα δύο συστήματα επιδίδονταν σε λυσσαλέο μεταξύ τους πολιτικοϊδεολογικό αγώνα, είχαν κοινή βάση την υλιστική κοσμοαντίληψη, που θέλει το στενό υλικό συμφέρον αποκλειστικό σημείο αναφοράς για την οργάνωση της κοινωνίας. Και ότι για το λόγο αυτό κανένα από τα δύο συστήματα δεν μπορούσε να δημιουργήσει κοινωνία ελευθερίας και δικαιοσύνης με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο. Και ότι η αποδοχή από το καθένα πανανθρώπινων αξιών όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η ισότητα, ήταν προσχηματική και επιφανειακή.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Φασισμός και ο Ναζισμός θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως οι πλέον χυδαίες εκφάνσεις του υλισμού, αφού ανοιχτά αποδέχονται τον κοινωνικό δαρβινισμό και το νόμο του ισχυροτέρου πάνω στον αδύναμο, τον καταδικασμένο να εκλείψει: Μια πλήρης και απροσχημάτιστη απόρριψη της ορθόδοξης αντίληψης του κάθε ανθρώπου ως εικόνας Θεού, μιας αντίληψης που είναι ασύμβατη με διακρίσεις στη βάση της εθνότητας, του φύλου ή της κοινωνικής τάξης.
Σύμφωνα με την αντίληψη, που εξαρχής είχε διαμορφώσει και εξακολουθεί απαρέγκλιτα να τηρεί η ΧΔ, μοναδικό στέρεο σημείο αναφοράς για μια κοινωνία ελευθερίας και δικαιοσύνης είναι το κοινωνικό μήνυμα του Ευαγγελίου. Με τον άνθρωπο να κάνει τη σχετική επιλογή ελεύθερα. Όπως ο ίδιος ο Θεός είπε στον προφήτη Σαμουήλ: Θα ακούσεις τη φωνή του λαού, παρά το γεγονός ότι επιλέγοντας βασιλέα εμένα υποτιμά και καταργεί. Μια ανοιχτή καταδίκη των κάθε μορφής Θεοκρατικών αντιλήψεων, τις οποίες αυθαίρετα κατασκευάζουν κάποιοι που αυτοδιορίζονται “μεσάζοντες” ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό.
Η πτώση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” ανέτρεψε τις ισορροπίες, αφού από διλημματικές καταστάσεις περάσαμε σε υποχρεωτικό “μονόδρομο”. Ο “νικητής” καπιταλισμός, που έχει μεταλλαχθεί σε οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, χωρίς “αντίπαλο δέος”, εκτροχιάζεται σε όλο και πιο ακραία αδικία και ανισότητα, με εξαθλίωση όλο και πιο πολλών και σώρευση του πλούτου όλο και σε πιο λίγους, μια όλο και πιο άπληστη και παρασιτική άρχουσα τάξη.
Η καθιέρωση της 23ης Αυγούστου ως “Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού”, στο ψήφισμα που ενέκρινε το Ευρωκοινοβούλιο στις 23.9.2008, υποτίθεται ότι εξυπηρετεί τη διατήρηση “της μνήμης των θυμάτων μαζικών ξεριζωμών και εξοντώσεων και ταυτόχρονα το πιο στέρεο ρίζωμα της Δημοκρατίας και την ενίσχυση της ειρήνης και της σταθερότητας στην ήπειρό μας.”
Βεβαίως, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας να καταδικαστούν απ’ όπου κι αν προέρχονται. Όμως, αυτό έπρεπε να είχε γίνει χωρίς εξαιρέσεις. Υπάρχουν και άλλα εγκλήματα με τα οποία βαρύνεται η Ευρώπη, όπως της αποικιοκρατίας και της δουλοκτησίας. Ο άλλος τρόπος θα ήταν η έκδοση χωριστών ψηφισμάτων για την κάθε περίπτωση, η οποία έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες.
Είναι προφανές ότι το πλαίσιο αυτό εξυπηρετεί την ιδεολογική θεμελίωση του νεοφιλελευθερισμού ως μονόδρομου, κατά τη ρήση της Μάργκαρετ Θάτσερ “Δεν υπάρχει άλλη επιλογή”. Ταυτόχρονα, έμμεσα γίνεται επιδέξιο “ξέπλυμα” του Ναζισμού και του ρόλου της ναζιστικής Γερμανίας. Ο Στάλιν ηγήθηκε της Σοβιετικής Ένωσης ως συμμάχου του αντιφασιστικού συνασπισμού, με τις περισσότερες απώλειες στο διάστημα 1941-1945. Αν είναι “ίσα κι όμοια” με τον Χίτλερ, γιατί να μη καμαρώνουν και να μη παρελαύνουν οι νοσταλγοί των δωσιλόγων και των τοπικών Ες Ες στην Ουκρανία και στις Βαλτικές χώρες;
Ο Νικόλαος Μπερντιάγιεφ, εξόριστος ο ίδιος και σφοδρός επικριτής του σοβιετικού συστήματος, δεν δέχτηκε την εξομοίωση των δύο ιδεολογιών, με το επιχείρημα ότι ενώ ο Ναζισμός αφανίζει εντελώς κατηγορίες ανθρώπων γι’ αυτό που είναι, ο Κομμουνισμός απορρίπτει γι’ αυτό που πιστεύουν. Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος εκ φύσεως να εξοντωθεί, ο,τι και να κάνει, ενώ στη δεύτερη θα μπορούσε να είχε επιβιώσει προσχωρώντας στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Όσον αφορά στο ίδιο το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, που υπογράφηκε στις 23 Αυγούστου 1939, μια βδομάδα πριν τη γερμανική επίθεση στην Πολωνία, δεν είναι παρά το αντίστοιχο ισοδύναμο της κατάπτυστης συμπεριφοράς των “δυτικών δημοκρατιών” με τη συνθήκη του Μονάχου.
Στο Μόναχο το Σεπτέμβριο του 1938 η Βρετανία και η Γαλλία παρέδωσαν εδάφη της συμμάχου τους Τσεχοσλοβακίας στη Γερμανία, προς κατευνασμό της τελευταίας και ερήμην της πρώτης.
Στις 23 Αυγούστου 1939, η Σοβιετική Ένωση υπέγραψε σύμφωνο μη επίθεσης, που έλυνε τα χέρια της ναζιστικής Γερμανίας έναντι της Πολωνίας και των δυτικών συμμάχων, αλλά και μυστικά πρωτόκολλα που μοίραζαν μεγάλα τμήματα της ανατολικής Ευρώπης μεταξύ των δύο συνεταίρων.
Και οι δύο συμφωνίες ενδυνάμωσαν τη θέση της ναζιστικής Γερμανίας και δημιούργησαν ευνοϊκούς γι’ αυτή συσχετισμούς, που για να ανατραπούν χρειάστηκαν πολλαπλάσιες θυσίες. Παρά το γεγονός ότι τα σχέδια του Χίτλερ για να υποδουλώσουν στην “αρεία φυλή” τη Ρωσία και το λαό της ήταν γνωστά και διακηρυγμένα, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ίδιων των υπηρεσιών του για την προετοιμαζόμενη επίθεση, ο Στάλιν τον εμπιστεύθηκε και τηρούσε “άψογα” τα συμφωνηθέντα μέχρι και τις 22 Ιουνίου 1941, μέρα που εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση.
Είναι καταδικαστέοι οι “συμψηφισμοί” του Ευρωκοινοβουλίου, που επιχειρούν να “ξεπλύνουν” ιδεολογικά και πολιτικά το νεοφιλελευθερισμό, το ναζισμό και το ρόλο της Γερμανίας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ταυτόχρονα, το ίδιο καταδικαστέες και κατάπτυστες με τη συνθήκη του Μονάχου, είναι και οι συμφωνίες Ρίμπεντροπ- Μολότωφ και η εν γένει συμπεριφορά του σταλινικού καθεστώτος και των σταλινικών κομμάτων προς τους λαούς, η οποία συνέβαλε να ενισχυθούν οι τάξεις των συνεργατών του κατακτητή και των δωσιλόγων.

