-
Αἵρεση εἶναι ἡ ἐπιλεκτικὴ ἀπολυτοποίηση μέρους τῆς ἀλήθειας
“Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον,οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὰ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονtες. Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.”
Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴν νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν αἱρέσων. Τὸ ἰδιαίτερο ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ ἀποτέλεσε τὴν βάση καὶ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἑορτασμοῦ αὐτοῦ, ἦταν ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ εἰκονομάχοι πρέσβευαν ὅτι ἡ χρήση τῶν εἰκόνων εἶναι ἀντιχριστιανική. Δὲν δέχονταν τὴν προσκύνηση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων. Ἡ τοποθέτησή τους αὐτὴ δὲν ἦταν ἐπιφανειακή, ἀλλὰ προχωροῦσε βαθύτερα ὡς τὴν ἄρνηση τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Χριστοῦ, πράγμα ποὺ ὁδηγεῖ τελικὰ στὴν ἄρνηση τῆς σαρκώσεώς του καὶ τῆς παρουσίας του ὡς ἀληθινοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν κόσμο. Ἡ ἀπόληξη αὐτὴ τῆς εἰκονομαχίας φανερώνει καὶ τὸν αἱρετικὸ χαρακτήρα της· μαρτυρεῖ ὅτι ἦταν πραγματικὴ αἵρεση.
Αἵρεση δὲν ἡ κάθε λανθασμένη θεολογικὴ ἀντιληψη· δὲν εἶναι ἀκόμα ἡ παρερμηνεία κάποιων σημείων τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἡ τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Αἵρεση, ὅπως δηλώνει καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ κάποιου μέρους τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας καὶ ἡ ἀπολυτοποίησή του. Ἡ αἵρεση δηλαδὴ τεμαχίζει τὴν ἀλήθεια, ἐπιλέγει κάποιο μέρος της, τὸ ἀπολυτοποιεῖ, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν παραποιεῖ καὶ προσβάλλει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια. Ὅταν π.χ. ὁ Ἄρειος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας τέλειος ἄνθρωπος, δὲν ἔλεγε ψέματα· ἀλήθεια ἔλεγε. Δὲν ἔλεγε ὅμως ὅλη τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ μόνο ἕνα μέρος της· δὲν ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ τέλειος Θεός. Ἔτσι παραποιοῦσε καὶ προσέβαλλε ὁλόκληρη τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια. Δὲν ἀναγνώριζε τὴν ἕνωση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιό της ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς θεώσεώς του. Προσέβαλλε τὰ θεμέλια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ δημιουργοῦσε αἵρεση.
Ἡ οὐσία λοιπὸν τῆς αἱρέσεως γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν προσβολὴ τῆς ἑνώσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θεμελιώνεται στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ αἵρεση δηλαδὴ προσβάλλει τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν θέωσή του.
* Ἀπὸ τὸ κείμενο “Ὁριοθέτηση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως – Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς”. Πηγή: Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Καρέα

