Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3018/7.4.2020 ἐγκύκλιό της, ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, σὲ συνέχεια τῆς Κοινῆς Υπουργικῆς Ἀπόφασης ποὺ ρυθμίζει τὰ τῆς τέλεσης τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα, ἀπευθυνόμενη στοὺς Μητροπολίτες τῆς δικαιοδοσίας της, δίνει τὸ πλαίσιο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ τελεσθοῦν οἱ ἀκολουθίες. Γιὰ νὰ διασφαλισθεῖ ὅτι τὸ πλαίσιο αὐτό, νὰ μποροῦν νὰ λειτουργοῦνται ὅλες οἱ ἐκκλησίες καὶ τὰ μοναστήρια, θὰ διατηρηθεῖ καὶ μετὰ τὶς 20 Ἀπριλίου, ἡ Δ.Ι.Σ. κάνει ἔκκληση γιὰ τὴν πιστὴ τήρησή του.
Οἰ ἱερὲς ἀκολουθίες θὰ τελοῦνται μὲ τὶς πόρτες κλειστές. Ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου καὶ ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως θὰ γίνουν μέσα στὴν ἐκκλησία, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, τὶς συνηθισμένες ὧρες. Τὸ Εὐχέλαιο θὰ τελεσθεῖ τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ἀντὶ τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν προηγιασμένων. Οἱ πόρτες τῶν ἐκκλησιῶν θὰ ἀνοίγουν μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀκολουθιῶν, 11 π.μ.-1.μ.μ. καθημερινά, καὶ 1-5 μ.μ. εἰδικὰ τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Ἡ χρήση τῶν ἐξωτερικῶν μεγαφώνων ἀπαγορεύεται. Ἀναλυτικά:
“1) Ἡ τέλεσις τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, κατά τήν ἐν λόγῳ περίοδον, δέον νά εἶναι λιτή καί σεμνοπρεπής, συμφώνως πρός τό ἦθος καί τήν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἰδίως αἱ μεταδιδόμεναι ἀπό τῆς τηλεοράσεως ἤ τοῦ διαδικτύου ἱεραί Ἀκολουθίαι ἐπιβάλλεται νά πληροῦν τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς Κ.Υ.Α., διά νά μή δώσωμεν οἱανδήποτε ἀφορμήν πρός κακεντρεχῆ σχόλια καί ψόγους. Ὑπενθυμίζομεν ὧδε τά ἤδη ὑμῖν ἐγνωσθέντα, διά τῆς ὑπ᾿ ἀριθ. 3016/ 2.4.2020 Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου, περί ἀποφυγῆς τελέσεως συλλειτούργων καί φωτογραφικῶν στιγμιοτύπων ἀπό τάς ἱεράς Ἀκολουθίας, ὡς καί ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως τῶν ἐξωτερικῶν μεγαφώνων τῶν Ἱερῶν Ναῶν.
Ἐπί πλέον, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων συνθηκῶν τῶν ἡμερῶν ἐπιβάλλεται:
α) ἡ περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου κατά τήν Μεγάλην Παρασκευήν ὅπως περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί
β) ἡ τελετή τῆς Ἀναστάσεως γένηται ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, τήν συνήθη ὥραν, ἤτοι τήν 12ην τοῦ μεσονυκτίου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.
2) Ἡ χρῆσις τῶν κωδώνων τῶν Ἱερῶν Ναῶν δέν εἶναι ἀπαραίτητος κατά τήν ἔναρξιν τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Δύνασθε, ὅμως, νά κάμνητε χρῆσιν αὐτῶν κατά τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅτε θά σημάνουν πενθίμως ὡς εἴθισται, καί κατά τήν τελετήν τῆς Ἀναστάσεως, ψαλλομένου τοῦ «Χριστός Ἀνέστη», χαρμοσύνως καί πανηγυρικῶς.
3) Tό ὡράριον ἁπασῶν τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί τῶν Θείων Λειτουργιῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδος παραμένει κατά τό σύνηθες, μέ τήν ὑπόδειξιν ὅτι τό ἱερόν Εὐχέλαιον δέον ὅπως τελεσθῇ τήν πρωίαν τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ἀντί τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας, καί οὐχί κατά τό ἑσπέρας.
4) Αἱ θύραι τῶν Ἱερῶν Ναῶν θά παραμένουν κεκλεισμέναι κατά τήν διάρκειαν ἁπασῶν τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Αἱ θύραι θά ἀνοίγωνται τοὐλάχιστον δύο ὥρας μετά τό πέρας τῶν κατά τήν πρωίαν ἑκάστης ἡμέρας τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ἤτοι ἀπό τῆς 11ης πρωϊνῆς ὥρας ἕως τήν 1ην μ.μ., πλήν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅτε, καί ἐξ αἰτίας τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ ἱεραί Ἀκολουθίαι αὐτῆς περατοῦνται ἀργότερον, τό ἄνοιγμα τῶν θυρῶν γενήσεται ἀπό τῆς 1ης μ.μ. ὥρας ἕως τήν 5ην μ.μ.
5) Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπισημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται, συμφώνως τοῖς θείοις καί ἱεροῖς Κανόσι καί παλαιοτέραις Ἀποφάσεσιν Αὐτῆς (βλ. σχετικῶς τήν ὑπ᾿ ἀριθ. 244/10.2.1917 Συνοδικήν Ἐγκύκλιον), ἡ κατ᾿ οἰκονομίαν λύσις τῆς αὐστηρᾶς νηστείας τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, δι᾿ ὅσους ἐκ τοῦ Χριστεπωνύμου πληρώματος ὑφίσταται ἐπικρεμάμενος κίνδυνος κατά τῆς ὑγιείας καί τῆς ζωῆς των, ἰδίᾳ δέ τῶν ἐγκύων, τῶν λεχῶν, τῶν θηλαζουσῶν, τῶν γερόντων, τῶν ἐν ἀσθενείαις κατακειμένων καί τῶν ἀναρρωνυόντων. Καθίσταται σαφές ὅτι πρόκειται περί ἀναστολῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἱεροῦ Κανόνος καί οὐχί καταργήσεώς του, καί μόνον δι᾿ ὅσους ἔχουν προβλήματα ὑγείας.
Ταῦτα πάντα γνωρίζουσα ὑμῖν ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος, τονίζει τήν ἀπόλυτον ἀνάγκην διά τήν πιστήν τήρησιν αὐτῶν, ἥτις τυγχάνει ἀπαραίτητος καί ὡς πρός τήν διασφάλισιν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς Ἀποφάσεως διά τήν τέλεσιν τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν εἰς ἅπαντας τούς Ἱερούς Ναούς καί τάς Ἱεράς Μονάς, ἔστω πρός καιρόν καί κατ᾿ ἄκραν ἐκκλησιαστικήν οἰκονομίαν «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» διά τούς πιστούς, καί μετά τήν 20ήν Ἀπριλίου ἐ.ἔ., ὁπότε λήγει ἡ ἰσχύς τῆς Κ.Υ.Α. Πρός τόν σκοπόν τοῦτον παρακαλεῖσθε ἅπαντες ὅπως ὑποδείξητε τά δέοντα πρός τούς ὑφ᾿ ὑμᾶς Ἐφημερίους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νά γνωρίζουν ὅτι ὑπό τοιαύτας κρισίμους στιγμάς, καθ᾿ ἅς διακυβεύεται ἡ ὑγίεια τῶν ἀνθρώπων, δέν ὠφελοῦν τάσεις αὐτονομήσεως ἀπό τῆς κοινῆς πορείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς νηός, ἀλλ᾿ ἀπαιτεῖται πιστή ὑπακοή εἰς τάς ἀποφάσεις τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, συνεχεῖς καί θερμές προσευχές, ὡς καί εἰλικρινής καί ἔμπρακτος μετάνοια.”

