Ήδη από τον Όμηρο, μία από τις βασικές σημασίες του ρήματος ψηλαφάω/ψηλαφῶ είναι: «προσπαθώ να διαπιστώσω/ελέγξω/εξακριβώσω κάτι με τις άκρες των δακτύλων μου» (όπως συμβαίνει κατεξοχήν με κάποιον που είναι τυφλός ή τυφλωμένος, ή βρίσκεται σε σκοτεινό χώρο). Έτσι, στην Οδύσσεια, ραψ. ι, στίχ. 416, ο (τυφλωμένος από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του) Κύκλωπας Πολύφημος «χερσὶ ψηλαφόων» (ψηλαφώντας με τα χέρια του) μπόρεσε και σήκωσε την πέτρα που έκλεινε την πόρτα της σπηλιάς του.
Το ίδιο και 3 αιώνες αργότερα στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη: «ἐν τῷ σκότῳ … ψηλαφῶν οὐκ ἐδυνάμην εὑρεῖν [τὸ ἱμάτιον]» (στίχ. 314-315).
Το ίδιο επίσης και στον «Φαίδωνα» (99b) του Πλάτωνα: «φαίνονται ψηλαφῶντες οἱ πολλοὶ ὥσπερ ἐν σκότει».

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Θωμά (Ιωάν. 20:19-31), ο Θωμάς απαντά στη ρητή πρόσκληση εκ μέρους του Αναστημένου Χριστού «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός» με τη φράση «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου», χωρίς να λέγεται ρητά ότι Τον ψηλάφησε (εξάλλου, το ρήμα ψηλαφῶ ή παράγωγό του δεν υπάρχει στην περικοπή!). Στη συνείδηση, ωστόσο, της Εκκλησίας η ψηλάφηση αυτή έλαβε χώρα, καθώς στο Συναξάρι του Όρθρου αναφέρεται: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ δευτέρᾳ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, … ἑορτάζομεν … τὴν τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ ψηλάφησιν».

Πάντως, η ψηλάφηση του Αναστημένου Χριστού δεν ήταν μόνο αίτημα του Θωμά, αλλά προτροπή του Ίδιου του Αναστημένου Χριστού (!) στους Μαθητές Του, όπως αναφέρεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: «ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα» ( = «Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου, [και διαπιστώστε] ότι εγώ ο ίδιος είμαι. Ψηλαφήστε με και δείτε ότι [δεν είμαι πνεύμα = φάντασμα, διότι] ένα πνεύμα [= φάντασμα] δεν έχει σάρκα και οστά, όπως με βλέπετε εμένα να έχω») (Λουκ. 24:39).

Έτσι, δεν μας κάνει εντύπωση η δήλωση του Ιωάννη (όχι του Θωμά) στην αρχή κιόλας τής Α΄ Επιστολής του (Α΄ Ιωάν. 1:1) «ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν…» ( = «αυτό που έχουμε ακούσει, αυτό που έχουμε δει με τα μάτια μας, αυτό που παρατηρήσαμε/εξετάσαμε από κοντά και ψηλάφησαν τα χέρια μας…»). Υπόψιν, ότι το ρήμα θεάομαι/θεῶμαι (του οποίου Αόριστος είναι το ἐθεασάμεθα, που έχουμε εδώ) δεν σημαίνει απλώς βλέπω, αλλά κοιτάζω με θαυμασμό, παρατηρώ, εξετάζω.

Χριστιανική 23 Απριλίου 2025. Ανδρέας Μοράτος στήλη ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

Η εκόνα της ψηλάφησης από την pemptousia.gr

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>