-
ΝΕOΣ ΜΗΤΡOΠOΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛOΝΙΚΗΣ κ. ΦΙΛOΘΕOΣ
Μια νέα σελίδα άνοιξε για τη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, με την ενθρόνιση του νέου ποιμενάρχη της.
Εκατοντάδες πιστοί, που είχαν κατακλύσει από νωρίς τον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας και τον προαύλιο χώρο, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, υποδέχθηκαν τον νέο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεο.
Η ακολουθία της ενθρόνισης του νέου ποιμενάρχη της Θεσσαλονίκης τελέστηκε από τον Μητροπολίτη Νεαπόλεως κ. Βαρνάβα, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ο οποίος ήταν ο τοποτηρητής της Ιεράς Μητρόπολης, ενώ παρέστησαν τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας και εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο κ. Φιλόθεος, εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, στις 9 Οκτωβρίου, από την Ιερά Σύνοδο, με ευρεία πλειοψηφία. Ο νέος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, διαδέχεται τον κ. Άνθιμο, ο οποίος υπέβαλε την παραίτησή του τον περασμένο Αύγουστο, ύστερα από 19 χρόνια ποιμαντορίας στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, ενώ από το 1974 έως και το 2004, είχε υπηρετήσει την Ι. Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης. Πηγή: parallaximag.gr.
Από τον ενθρονιστήριο λόγο του νέου Μητροπολίτη, που ήταν ξεχωριστός, η Χριστιανική ανθολόγησε κύρια σημεία, χαρακτηριστικά των όσων είπε ο κ. Φιλόθεος:
Ἀδελφοί μου Θεσσαλονικεῖς, «Χάρις ὑμῖν καί εἰρήνη ἀπό Θεοῦ πατρός ἡμῶν καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Θεσ. 1, 1). Σήμερα πού σᾶς συναντῶ γιά πρώτη φορά ὡς ὁ νέος Ἐπίσκοπός σας, ἐπιτρέψτε μου νά δανειστῶ τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς προγόνους σας, ἐπαναλαμβάνοντας ὅτι «εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ πάντοτε περί πάντων ὑμῶν» (Α΄ Θεσ. 1, 2).
Ἡ ἀποψινή Σύναξή μας ἀποτελεῖ τήν ἀρχή μιᾶς νέας σχέσης πού παραπέμπει στή ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Σᾶς εὐχαριστῶ γι’ αὐτή τή γεμάτη ἀγάπη ὑποδοχή σας, τήν ἀνθοστόλιστη καί εὐωδιάζουσα ἀπό τά μύρα τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου μας, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, καί τά ἀρώματα τῶν αἰσθημάτων τῶν καρδιῶν σας. Σᾶς εὐχαριστῶ καί σᾶς εὐγνωμονῶ!
Ἤλθατε σήμερα νά μέ συναντήσετε καί νά μέ γνωρίσετε καί ὁμολογῶ ὅτι θέλω κι ἐγώ νά σᾶς γνωρίσω. Ἔχω ἀποκτήσει εμπειρία ἀπό τήν ἱστορία σας, τά ἔργα τοῦ πολιτισμοῦ σας, τήν πλούσια ἐκκλησιαστική σας παράδοση, τούς Ἁγίους πού σᾶς διαφυλάσσουν μέ πρῶτο τόν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Ἅγιο Δημήτριο, τούς ἀγῶνες τούς δικούς σας καί τῶν ἐνδόξων προπατόρων σας γιά τήν Πίστη καί τήν Πατρίδα μας, ἰδιαιτέρως ὅμως ἀπό τούς ἀγῶνες γιά τήν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας μας, καί νιώθω εὐλογημένος πού εἶμαι μαζί σας. Στήν ἀρχή αὐτῆς τῆς γνωριμίας μας δέν ἐπιθυμῶ νά καταθέσω ἐνώπιόν σας κανένα ὅραμά μου οὔτε νά μακρηγορήσω ἐξαγγέλλοντας μεγαλεπήβολα προγράμματα καί ἔργα. Ἄλλωστε, γιά τόν κἀθε Ἐπίσκοπο ἕνα πρόγραμμα ὑπάρχει, τό αἰώνιο πρόγραμμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἕνα,,,,,,,\\ὅραμα παραμένει πάντα ἐπίκαιρο καί δυναμικό, τό
ὅραμα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας στήν ἀτελεύτητη κοινωνία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό ἐλπίζω καί ἀγωνιῶ νά ὑπηρετήσω, ὀρθοτομώντας τόν λόγο τῆς Ἀληθείας. Τῆς Ἀληθείας τήν ὁποία διατύπωσε, ἑρμήνευσε, διαφύλαξε, ἀλλά καί τή ζεῖ στήν πράξη ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ -κατά τή γνωστή ἔκφραση τοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου- «φιλτἀτη Ὀρθοδοξία» μας, τηρώντας ταυτόχρονα καί τούς ἱερούς Κανόνες, τίς ἱερές Παραδόσεις καί τά ἐκκλησιαστικά θέσμια, διότι μέσῳ αὐτῶν χαράσσονται τά ὅρια τῆς εὐλογητῆς ὁδοῦ πρός τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὅλα αὐτά, ἀδελφοί μου Θεσσαλονικεῖς, μποροῦν νά γίνουν πραγματικότητα μὀνο μέσα ἀπό τή γνωριμία μας. Καλούμαστε νά γνωριστοῦμε καί μαζί νά γνωρίσουμε καί νά μοιραστοῦμε τό κοινό τῆς ζωῆς, ὑπό τή σκέπη τοῦ ἀληθινοῦ Ἐπισκόπου καί Ποιμενάρχου ὅλων μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι «ὁ ποιμήν ὁ καλός» καί ἐμεῖς ὅλοι, κλῆρος καί λαός, τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε τό λογικό ποίμνιό Του.
Ἐκεῖνος εἶναι πού μᾶς καλεῖ σέ συνάντηση καί γνωριμία μαζί Του στό πανάγιο Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία μας.
Πρότυπο τῆς μεταξύ μας γνωριμίας καί σχέσης εἶναι ἡ σχέση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία Του:
«Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμήν ὁ καλός, καί γινώσκω τά ἐμά καί γινώσκομαι ὑπό τῶν ἐμῶν» (Ἰωάν. 10, 14). Καί ὁ τρόπος διά τοῦ ὁποίου ὁ Χριστός γνωρίζεται καί γνωρίζει δέν εἶναι συναισθηματικός, ἀλλά μυστηριακός. Στά ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός προσφέρεται καί προσφέρει, μετέχεται καί μετέχει. Καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο γνωριζόμαστε κι ἐμεῖς ὅλοι, διά τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος τελεσιουργεῖ τά ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα, σύμφωνα μέ τήν κυριολεκτικά συγκλονιστική ἔκφραση τοῦ Θεσσαλονικέως Ἁγίου Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, εἶναι οἱ «θυρίδες» διά τῶν ὁποἰων εἰσέρχεται ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός στή ζωή μας (Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Λόγος Α’, 21. SC 355, σ. 96) κι ἐμεῖς ὅλοι εἰσερχόμαστε στήν Ἄνω Ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γνωρίζοντας τόν Χριστό καί, διά τοῦ Χριστοῦ, γνωρίζοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὁδηγούμενοι στήν κοινωνία καί τήν κοινότητα, ὥστε μέσα ἀπό τήν πνευματική μας πρόοδο καί ἐνηλικίωση νά φθάσουμε «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13). […]
Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, λοιπόν, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, καλούμαστε κι ἐμεῖς νά ἀγωνιζόμαστε γιά νά ἀγαπᾶμε καί νά προσλαμβάνουμε τούς ἀνθρώπους. Κι ὅσο περισσότερο γνωριζόμαστε καί ζοῦμε ὡς κοινότητα μεταξύ μας, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶμε καί προσλαμβάνουμε ἀκόμη πιό πολλούς ἀνθρώπους. Γιατί ὅσο περισσότερο διευρύνεται διά τῆς ἀγάπης ἡ ἐσωτερική
μας κοινότητα, τόσο εὐκολότερα μποροῦμε νά ἀναγνωρίζουμε τούς ἀδελφούς καί τίς άδελφές μας καί στούς «ἄλλους» ἥ τούς «ξένους» πού εὑρίσκονται τριγύρω μας, στούς δυσκολεμένους, στούς ἀναγκεμένους, σέ ὅσους ὑποφέρουν ἀπό τή μοναξιά, τήν ἐπιθετικότητα καί τή βιαιότητα, τίς ἐξαρτήσεις, τά πάθη καί τά λάθη, ἀλλά καί σέ ὅσους μᾶς ἐπικρίνουν, ἀκόμη καί σέ ὅσους μᾶς
λιθοβολοῦν. Τότε θά μποροῦμε νά βλέπουμε, πίσω ἀπό τά φαινόμενα, στά πρόσωπα ὅλων αὐτῶν τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, «ἅ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης». Καί ἔτσι θά χαιρόμαστε τήν παρουσία τους, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή ἡ παρουσία δέν θά εἶναι ἡ προσδοκώμενη. Ἄλλωστε, στἠν Ἐκκλησία, ἐκτός τῶν ἄλλων, μαθαίνουμε καί νά μήν ἀπογοητευόμαστε. Εἴμαστε μιά κοινότητα
τοῦ «σήμερα», ἀλλά ταυτόχρονα καί μιά κοινότητα σέ ἀναμονή, πού ὀφείλει νά συνειδητοποιεῖ ὅτι ὁ τελικός προορισμός της εὑρίσκεται πέρα ἀπό τήν κοινή ζωή τοῦ παρόντος κόσμου καί νά προσδοκᾶ «ἐπ’ ἐλπίδι» τήν ὄντως Ζωή πού μᾶς ἔρχεται ἀπό τό μέλλον.
Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀποθαρρύνουμε κάθε τάση πού θέλει τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα νά διαστρέφεται σέ περίκλειστη ὁμάδα δῆθεν «βολεμένων», ἐπειδή μπορεῖ νά θεωροῦν ἑαυτούς ἐκ τῶν προτέρων σεσωσμένους, ἀλλά νά ἐργαζόμαστε ὥστε νά ἀποτελοῦμε μία κοινότητα πιστῶν πού ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός μας, πού κατανοοῦμε τίς προκλήσεις τῆς ἱστορίας, ἐνῶ διαρκῶς πασχίζουμε μέσα ἀπό τό ἄθλημα τῆς μετανοίας νά ὑπερβαίνουμε τή φθορά καί τόν θάνατο τοῦ παρόντος κόσμου, συναισθανόμενοι τή διαρκῆ παρουσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ στήν ἱστορία. Ὁ Θεός μᾶς ἔκανε περιούσιο Λαό Του, ὁ Θεός μᾶς ἔφερε
ἀπό τήν «Αἴγυπτο» στή «Γῆ τῆς ἐπαγγελίας», ὁ Θεός μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό τή σκλαβιά στήν ἐλευθερία καί μόνο χάρη σ’ Ἐκεῖνον καί τή δημιουργική Του ἐνέργεια μέσα στόν κόσμο «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰωάν. 10, 16). […]
Ἀδελφοί μου Θεσσαλονικεῖς,
Τίς μέρες αὐτές τῆς προετοιμασίας γιά νά ἔλθω κοντά σας, διάβασα ἀρκετά γιά τήν πόλη αὐτή, τούς Ἁγίους της, τήν ἱστορία της, τόν πολιτισμό της, τά περίφημα μνημεῖα της. Μέσα σέ ὅλες αὐτές τίς σελίδες, ὁ νοῦς μου ἔμεινε σέ μιά φράση τοῦ Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη ἀπό τό ἔργο του «Μητέρα Θεσσαλονίκη»: «…ἀπ’ ὅποια μεριά κι ἄν δεῖτε τή Θεσσαλονίκη, γιά νά ἐκτιμήσετε τή γραφικότητα τῆς ἄποψής της, πρέπει πάντα ν΄ ἀφήνετε, δίχως διόλου νά σᾶς φανεῖ ἀφελής ἡ πρόταση, νά συνάψει ἡ ὅρασή σας μέ τόν χαρακτήρα τῆς πόλης ἕνα γάμο.
Ὅταν ἀφήνουμε σέ μιά τέτοια σχέση τήν ὅρασή μας, δεχόμαστε τό ἀντικείμενο ὄχι ἁπλῶς ὅπως φαίνεται, ἀλλά φορτωμένο ταυτόχρονα μ’ ὅλες τίς πάσης φύσεως μνῆμες, πού ἡ αἴσθησή του μπορεῖ νά ξεσηκώσει μέσα μας» (Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Κέδρος 3 1982, σελ. 56).
Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀοίδιμος Πεντζίκης ἤξερε τί ἔγραφε. Αὐτήν τήν ἄλλη ματιά, ὅμως, στή Θεσσαλονίκη καί τούς ἀνθρώπους της, δέν εἶμαι ἱκανός μόνος μου νά τήν ἀποκτήσω. Γι’ αὐτό καί ἐπαναλαμβάνω: Θέλω νά σᾶς γνωρίσω! Ἡ παρουσία μου ἐδῶ προϋποθέτει τή δική σας ἀπολύτως ἀπαραίτητη παρουσία, τῆς Ἐκκλησίας σας, τῶν Ἁγίων σας, τῆς ἱστορίας σας καί τοῦ πολιτισμοῦ σας. Σᾶς ζητῶ, λοιπόν, νά ξεκινήσουμε ἀπό σήμερα ὅλοι μαζί αὐτήν τήν πορεία τῆς γνωριμίας μας, μέ κέντρο της τόν κοινό μας Γνώριμο, τόν Χριστό. Ἐκεῖνον πού παραμένει γνωστός σέ ὅσους Τόν ἐπιζητοῦν καί χαίρονται τήν παρουσία Του, ὅπως μᾶς βεβαιώνει καί ὁ ἱερός ψαλμωδός Δαυΐδ, μέ ἐλαφρά παράφραση ἑνός στίχου ἀπό τόν 75ο Ψαλμό του: «Γνωστός ἐν τῇ Θεσσαλονίκῃ (Ἰουδαίᾳ) ὁ Θεός, ἐν τῇ Μακεδονίᾳ (τῷ Ἰσραήλ) μέγα τό ὄνομα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 75, 2). Ἀδελφοί καί πατέρες,
Κλείνω μέ τήν πάντοτε ἐπίκαιρη προτροπή καί εὐχή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Θεσσαλονικεῖς χριστιανούς:
«Προσεύχεσθε περί ἡμῶν. Ἀσπάσασθε τούς ἀδελφούς πάντας ἐν φιλήματι ἁγίῳ. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ’ ὑμῶν. ἀμήν»
(Α΄ Θεσ. 5, 25, 26 καί 28).
“Χριστιανική” 7.12.2023

