“— Τεός, ντεν έκει Τεός! Να Τεός! Και μου δείχνει το κάδρο του Χίτλερ. Μ’ όλο μου τον πόνο δεν βάσταξα κι’ εγώ: — Θεός υπάρχει, του λέω,και θαρθή η ώρα που θα ζητήσετε το έλεός Του”. Από την περιγραφή του τότε ηγουμένου της Ιεράς Μονής Λειμώνος Λέσβου Διονυσίου (κατά κόσμον Κωνσταντίνου Χαραλάμπους) των βασανιστηρίων που υπέστη από την Γκεστάπο το 1942, επί γερμανικής κατοχής. Είχε συλληφθεί επειδή έκρυβε στο Μοναστήρι βρετανούς στρατιωτικούς, οι οποίοι για να γλιτώσουν την αιχμαλωσία, ήθελαν να διεκπεραιωθούν μέσω Τουρκίας στη Μέση Ανατολή. Η σύλληψή του ήταν μόνον η αρχή του μαρτυρίου που υπέστη στα γερμανικά μπουντρούμια και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, μέχρι την απελευθέρωσή του το 1945. Στη συνέχεια διετέλεσε Μητροπολίτης Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου (1951-1959) και Τρίκκης και Σταγών (1959- 1970). Απ’ όποια θέση και αν διακόνησε, άφησε πλούσιο έργο.
Ο Διονύσιος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Χαραλάμπους), γεννήθηκε στο χωριό Αβτζιλάρ Αδραμυτίου της Μικράς Ασίας το 1907. Στη Μικρασιατική Καταστροφή έχασε τους γονείς του και τα τέσσερα από τα έξι αδέλφια του, που σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και εγκαταβίωσε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, όπου το 1934 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος, παίρνοντας το όνομα Διονύσιος. Το επόμενο έτος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Το 1940 έγινε ηγούμενος της Μονής Λειμώνος και ιεροκήρυκας της Μητρόπολης Μυθήμνης Λέσβου. Δυστυχώς, ο Βρετανός στρατιώτης που είχαν κρύψει τη Μονή συνελήφθη από τους Γερμανούς τον Αύγουστο του 1942 και έτσι αποκαλύφθηκε ότι κρυβόταν στη Μονή. Συνελήφθη ο Διονύσιος ως ηγούμενος και υπέστη φρικτά βασανιστήρια για να αποκαλύψει τους συνεργάτες του, πράγμα που δεν έπραξε. Καταδικάστηκε από το γερμανικό στρατοδικείο σε δεκαετή φυλάκιση και κρατήθηκε στο στρατόπεδο-φυλακή Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη. Εκεί τελούσε τη Θεία Λειτουργία, εξομολογούσε και ενθάρρυνε με κάθε τρόπο τους κρατουμένους, που είχαν υποστεί βασανιστήρια.
Με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου, έλαβε χάρη. Την οποία δεν αποδέχθηκε, προκειμένου να μοιραστεί τις δοκιμασίες των συγκρατουμένων του. Την Άνοιξη του 1944, μετά από κράτηση δεκαοκτώ μηνών στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως Στόουν και Μπερνάου στη Γερμανία, όπου όπως γράφει ο ίδιος έφθασε «…πλειστάκις παραπλησίον του θανάτου». Μαζί με άλλους, τού είχαν αναθέσει να μεταφέρει καθημερινά βαριά σίδερα, μηχανές και μέταλλα.
Στις 29 Νοεμβρίου 1944 μεταφέρθηκαν στο Κρεμς-Στάιν, στη μεγαλύτερη φυλακή της προσαρτημένης στη ναζιστική Γερμανία Αυστρίας, όπου ήταν φυλακισμένοι συνολικά 400 Έλληνες. Στις 6 Απριλίου 1945, οι ναζιστικές αρχές βλέποντας ότι χάνουν τον πόλεμο, άνοιξαν τη φυλακή. Όμως, τα Ες-Ες, τα Τάγματα Εφόδου και η Βέρμαχτ, με τη βοήθεια και του τοπικού πληθυσμού, καταδίωξαν και δολοφόνησαν εκατοντάδες πολιτικούς κρατουμένους. Ο Διονύσιος σώθηκε από ένα φύλακα που τον πέταξε σ’ ένα κελί, όπως και μερικοί άλλοι έγκλειστοι που κρύφτηκαν. Στις 10 Απριλίου οι επιζώντες μεταφέρθηκαν στη φυλακή του Μπέρναου στο Μόναχο, απ’ όπου στις 4 Μαΐου απελευθερώθηκαν από τις συμμαχικές δυνάμεις.
Ο Διονύσιος θυμάται τη στιγμή με συγκίνηση: «Χριστός Ανέστη! Στο ύπαιθρο, πίσω από την παράγκα, μαζευόμαστε οι Ορθόδοξοι, Έλληνες και Σέρβοι. Στη μέση οι δυο παπάδες, ο Σέρβος κι ο Έλληνας…»
Μετά την απελευθέρωση αφιερώθηκε στην επιστροφή των Ελλήνων κρατούμενων στην πατρίδα. Η βρετανική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τη βοήθειά του και τη συμβολή του στον αγώνα κατά των κατακτητών, του απένειμε τιμητικό δίπλωμα. Στην συνέχεια διακόνησε ακαταπόνητα στη Μυτιλήνη, στη Ναύπακτο και στο Καρπενήσι, και οργάνωσε στην Κύπρο την Ιερατική Σχολή «Απόστολος Βαρνάβας» στη Λευκωσία, όπου άσκησε καθήκοντα Διευθυντή.
Ως Μητροπολίτης Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου οργάνωσε παντού κύκλους μελέτης της Αγίας Γραφής, λειτουργούσε και κήρυττε και στην πιο απομακρυσμένη ενορία. Φρόντιζε για τον απαραίτητο σχολικό εξοπλισμό, για την ενισχυτική -όταν χρειαζόταν- και πνευματική κατάρτιση των μαθητών. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του (πατέρες Θεολόγος και Πολύκαρπος, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Κέρκυρας) με εντολή του, επισκέπτονταν εμπερίστατες οικογένειες και μεμονωμένα πρόσωπα. Άφηναν στις πόρτες τους χωρίς να γίνονται αντιληπτοί, τρόφιμα, φάρμακα και κάρβουνα για το χειμώνα.
Ως Μητροπολίτης Τρίκκης μερίμνησε για τη συντήρηση και αναστήλωση των Μετεώρων και αγωνίστηκε για την αναγνώρισή τους ως τόπο λατρείας. Ενέταξε στη Μητρόπολη Τρίκκης τον συμπατριώτη του Μικρασιάτη Αλέξανδρο Βαφείδη (τον μετέπειτα Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη). Τον έκειρε μοναχό, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα και στη συνέχεια τον έθεσε καθηγούμενο του Μεγάλου Μετεώρου με ευεργετικά αποτελέσματα στην πνευματική αναγέννηση των Μετεώρων, αλλά και του Αγίου Όρους στη συνέχεια, αφού η αδελφότητα του Μεγάλου Μετεώρου μετεφέρθηκε στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας στα τέλη του 1973, η οποία φυτοζωούσε λόγω λειψανδρείας. Η αδελφότητα αυτής της Μονής με την πνευματική καθοδήγηση του μακαριστού Αιμιλιανού, μαζί και με άλλες, πρωταγωνίστησε στην -θαυμαστή κατά πολλούς- πνευματική αναγέννηση του Αγίου Όρους της δεκαετίας του 1970. Το γεγονός αυτό πρέπει να συγκαταλεγεί στην πνευματική κληρονομία του Τρίκκης Διονυσίου προς το Άγιον Όρος από το οποίο ξεκίνησε.
Ο Διονύσιος εκοιμήθη στις 5 Ιανουαρίου 1970 και ετάφη στη Μονή Βυτουμά των Σταγών ως απλός μοναχός, όπως ο ίδιος επιθυμούσε.
Χαρακτηριστικό του ήθους του είναι η συγγνώμη που ζήτησε στην 5η παράγραφο της πνευματικής διαθήκης του από το ποίμνιό του στη Λήμνο, επειδή έκανε χρήση του “μεταθετού” : «Ἀπό τους ἰδιαζόντως ἀγαπητούς μου Λημνίους, τούς ὁποίους, ἐνῷ ἀληθῶς ἠγάπων καί ἤθελον ἐφ’ ὅρου ζωῆς να μένω ποιμενάρχης καί στοργικός των πατήρ, παρασυρθείς δυστυχῶς, ἀπό τό ρεῦμα τοῦ ἰσχύοντος μεταθετοῦ, χωρίς οὐδένα σοβαρόν λόγον, ἐγκατέλειψα καί ἐγενόμην οὕτω πρόξενος λύπης εἰς αὐτούς καί πικρίας, ἴσως δέ καί σκανδαλισμοῦ, ζητῶ συγγνώμην. ˝Ἡ ἀμαρτία μου ἐνώπίοιόν μου ἐστί διά παντός”.»
Κατά τον π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλο, ο Τρίκκης Διονύσιος «κυριαρχούσε με την απλότητα και φυσικότητά του, με την ακούραστη και ανυπόκριτη αγάπη του, με την ακοίμητη δραστηριότητά του. Αυτά ήταν τα τρία μεγάλα στολίδια του». Επίσης σημειώνει πως είχε μόνιμα ένα τετραπλό πόνο: «Τον ξεριζωμό από τη Μικρά Ασία, την άσκησι απ’ το Άγιον Όρος, τα μαρτύρια από τα στρατόπεδα της Γερμανίας και την αγωνία της Κύπρου».
Άφησε και αξιόλογο συγγραφικό έργο.

