του Μιχάλη Κουτούζη*

Δώδεκα υποψήφιοι, εκπροσωπούν τάσεις, είτε νέες, είτε σταθερά ριζωμένες στη γαλλική κοινωνία. Από αυτή την άποψη, τίποτα το εξαιρετικό. Από την άλλη, επιβεβαιώνεται η τάση των τελευταίων εκλογών: τα ιστορικά κόμματα των απαρχών της 5ης Δημοκρατίας δείχνουν να πνέουν τα λοίσθια. Mισό αιώνα πριν, αντιπροσώπευαν κοντά 85% των ψήφων, ενώ τώρα συγκεντρώνουν λιγότερο από 20%. Γκωλιστές, σοσιαλιστές, κομμουνιστές και κεντρώοι, παραμορφωμένοι, διεφθαρμένοι από τη διαχείριση της εξουσίας, φαίνονται πλέον εκτός τόπου, ακόμα κι αν κάποια από τα κόμματα αυτά αναφέροντα στην κληρονομιά τους, επίσης παραμορφωμένη και μεταλλαγμένη.

Όμως, το πιο σημαντικό για τους κληρονόμους τους, είναι ότι δύσκολα προβάλλουν μια ξεχωριστή ταυτότητα, τόσο τα λεγόμενά τους, αλλά και οι πράξεις τους είναι παρόμοιες. Πολιτικά τα παλιά κόμματα εκπροσωπούν αυτό που ο Μακρόν αποκαλεί «ο κόσμος του πριν».  Μα τότε, ποιος είναι ο «κόσμος του μετά»; Πού εντοπίζονται οι νέες τομές;  Υπάρχουν, πράγματι, νέα πολιτικά δεδομένα, με βάση τα οποία, «ο κόσμος του πριν», σαν χαμαιλέοντας, έχει επενδύσει, με άλλες μορφές, στο πολιτικό εποικοδόμημα αυτής της χώρας, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν πολλά που χωρίζουν τις τέσσερις αυτές πολιτικές δυνάμεις;  Άλλωστε, η εκστρατεία με το σύνθημα «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά» δεν είναι, το αποτέλεσμα αυτής της σύνθεσης που έδωσε τη δυνατότητα στον σημερινό πρόεδρο Μακρόν να έρθει στην εξουσία; Και ναι και όχι. Ναι, γιατί στο κόμμα του βρίσκουμε παλιά στελέχη της Δεξιάς και της Αριστεράς που αποδέχονται πλήρως την κυριαρχία της αγοράς, την παγκοσμιοποίηση ως ευτυχές γεγονός τετελεσμένο, την ευρωπαϊκή τεχνοδομή ως προτέρημα και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως τυπικότητα. Όχι, γιατί η πλειοψηφία των πολιτών, έστω και κατακερματισμένη, έχει γυρίσει την πλάτη σε αυτή τη σύνθεση.

Ήδη, ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν και ο Φρανσουά Μιτεράν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, είχαν αναδιαμορφώσει το δικό τους πολιτικό τοπίο, αφαιρώντας από το Γκωλικό και το Κομμουνιστικό κόμμα αντίστοιχα το πολιτικό τους μονοπώλιο: Στην κρατική εξουσία για τον Γκωλισμό, και στην τοπική αυτοδιοίκηση για τους Κομμουνιστές. Άλλαξαν, βοηθούμενοι από την εποχή τους και το διεθνές περιβάλλον, την ιεραρχία αλλά και τη φυσιογνωμία και την αντίστοιχη δύναμη των τεσσάρων κομμάτων. Το Κέντρο («Ανεξάρτητοι Δημοκράτες») καταγράφηκε ως εκσυγχρονιστικό, ενώ μέχρι τότε αντιπροσώπευε την αντιντεγκωλική και φιλοατλαντική Δεξιά. Οι κληρονόμοι της SFIO (Σοσιαλιστικό Κόμμα) υποσχέθηκαν την εκβιομηχάνιση της Γαλλίας, ενώ στην πράξη επιτάχυναν την αποβιομηχάνισή της, εγκαταλείποντας το λαό που ζει από τον βιομηχανικό τομέα. Οι κομμουνιστές, αποδυναμωμένοι τη διαδικασία αυτή και ιδιαίτερα από το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού, κλείστηκαν στα πολιτικά τους κάστρα, τα οποία έχασαν το ένα μετά το άλλο. Όσο για τους Γκωλιστές, θυσίασαν το αντιατλαντικό τους δόγμα  προς όφελος μιας ρεαλιστικής δεξιάς πολιτικής που κατέληξε να μην τους διαφοροποιεί πλέον από τους φιλοατλαντιστές  άσπονδους αδελφούς τους, ολοκληρώνοντας αυτή την αλλαγή με τη δημιουργία ενός ενιαίου κόμματος των δύο δεξιών παρατάξεων (UMP). Συνένωση και συρρίκνωση για τους μεν, περιθωριοποίηση για τους δε.

Παράλληλα, η ακροδεξιά επένδυσε τόσο το εγκαταλελειμμένο πεδίο μιας εθνικιστικής Δεξιάς όσο και σε συμπαγείς χώρους της Αριστεράς, ιδιαίτερα στις βόρειες και νότιες συνοριακές περιοχές, σε πρώην κομμουνιστικά προπύργια. Το έκανε θέτοντας το θέμα της μετανάστευσης ως κεντρικό ζήτημα: ενισχυόταν σε κάθε εκλογή, ενώ αυτό το ζήτημα επηρέαζε όλο και περισσότερο τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και την κοινωνία γενικότερα. Συνοψίζοντας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η πλειοψηφία των κομμάτων δεν έκρυβε την ιδεολογική της αποδυνάμωση, τις ολοένα και πιο περιορισμένες επιλογές για τους πολίτες, την εξαφάνιση των αντιθέσεων, την αποσύνδεση της θεσμικής πολιτικής εκπροσώπησης από τα ενδιαφέροντα των εκλογέων τους και την ανάδειξη, προκειμένου αυτή η υστέρηση να καλυφθεί, πλήθους κοινωνικών θεμάτων που διχάζουν τις απόψεις, για ζητήματα που μέχρι τότε δεν ήταν κεντρικά. Αυτή η πολυδιάσπαση, αυτή η ατομοκρατία που χαρακτηρίζει την πολιτική συμπεριφορά δεν κυριαρχεί μόνο στο χώρο της πολιτικής. Σ’ αυτόν σίγουρα επικυριαρχεί το πρότυπο του πολίτη-καταναλωτή (ιδεών, προϊόντων, παρέργων, επιθυμιών, σταδιοδρομίας, τρόπου ζωής, σχεδίων για το μέλλον) που θυσιάζει το συνολικό αφήγημα,  τη συλλογική δέσμευση, το συλλογικό όραμα.

Εκπρόσωποι και εκπροσωπούμενοι επικεντρώνουν στον μικρότερο παρονομαστή για να δικαιώσουν, αν όχι να εξηγήσουν, την αυξανόμενη δυσανεξία, παρά την πολύμορφη, αλλά παραπλανητική υπερπροσφορά ευτυχίας. Και γρήγορα εντοπίζεται ο υπεύθυνος:  Είναι όποιος δεν συμμετέχει σε αυτόν τον διατεταγμένο κυρίαρχο μύθο που λειτουργεί σαν σούπερ μάρκετ. Όποιος δεν έχει «καλάθι αγορών» και δεν καταναλώνει.

Αποχαιρετούμε την αλληλεγγύη και κάνουμε τρόπο ζωής τον αποκλεισμό του άλλου. Η αλληλεγγύη είναι το πρώτο θύμα. Ο φρενήρης ατομικισμός έχει ακυρώσει το τρίτο μέρος του τριπτύχου («Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη») της (Γαλλικής) Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να ανατρέπεται μια κεκτημένη σημειολογική ισορροπία.  Αυτό σημαίνει όταν ο πρώην πρόεδρος Ολάντ κάνει λόγο για την «υπεύθυνη Αριστερά». Πρόκειται για μια Αριστερά που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη Δεξιά, η οποία ενσωματώνει τη λογική του καταναλωτισμού, που γυρνά την πλάτη σε όλους όσους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συμμετάσχουν στο μεγάλο φαγοπότι. Κατά συνέπεια, είναι «ανεύθυνοι» όλοι όσοι έχουν τέτοιου είδους ανησυχίες.

Παρεμπιπτόντως, ο λόγος του (ακροδεξιού υποψηφίου) Ερίκ Ζεμούρ,  έστω και κατά τρόπο χονδροειδή, φαίνεται πολύ κοντινός στο λόγο των πολιτικών οντοτήτων που εμφανίζονται ως «υπεύθυνες». Περιγράφει το ίδιο αποτέλεσμα, περιορίζοντας στο έπακρο τις κατηγορίες των προνομιούχων –ανδρών- που διεκδικούν να απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα προνόμιά τους.

Ωστόσο, αυτό το περιοριστικό όραμα μιας Γαλλίας που διαχειρίζεται τα προνόμια δεν αρέσει στην πλειονότητα των Γάλλων. Η πολιτική προσφορά, με επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, προσαρμόζεται όσο μπορεί, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τον κατακερματισμό απόψεων από τον οποίο επωφελήθηκε τόσο καιρό. Επομένως, δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι η έλλειψη προγραμμάτων – ή η μετατροπή τους σε ατελείωτους καταλόγους που προσπαθούν να λύσουν προβλήματα ξεκινώντας από τις λεπτομέρειες – είναι αποτέλεσμα της μετριότητας των υποψηφίων και των κομμάτων τους. Ένα συνολικό όραμα, που περιγράφει λεπτομερώς και διατυπώνει τις προτάσεις, παραμένει προς το παρόν το μονοπώλιο εκείνων που δεν έχουν προσαρμοστεί στην ιδέα ότι ο τρόπος με τον οποίο η Γαλλία υπάρχει και λειτουργεί μέσα στην παγκοσμιοποίηση είναι μονόδρομος.

Σε αυτό το επίπεδο αντιμάχονται τρία αντίθετα οράματα:

Ο Ζεμούρ (Zemmour), που συχνά επικρίνεται για λάθος διαχείριση των λεπτομερειών, προβάλλει το νοσταλγικό όραμα. Το πρόγραμμά του, που είναι συνολικό, μας επαναφέρει σε ένα φανταστικό ιδεώδες, μιας μυθικής χώρας, από την οποία έχει απαλείψει τις ρήξεις. Όπως με ευφράδεια λέει, η ιστορία είναι θέμα ακαδημαϊκών, ενώ οι ιδρυτικοί μύθοι είναι οι μόνοι που μετρούν για την ταυτότητα μιας χώρας. Όμως, η ιστορία και οι αγώνες των πολιτών μείωσαν τις ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών, κατάργησαν την τιμοκρατική ψήφο (στη βάση της περιουσίας), ποινικοποίησαν τον αντισημιτισμό και τον ρατσισμό, κατάργησαν τις περισσότερες αποικίες, εκσυγχρόνισαν τη γεωργία, εφεύρανε το διαδίκτυο … Οι ιστορικές αναφορές αυτού του υποψηφίου φαίνεται να ξεχνούν αυτά τα γεγονότα, αλλά το όραμα παραμένει.

Απέναντι από αυτό το νοσταλγικό όραμα υπάρχουν δύο άλλα: Αυτό που επιζητεί ένα παρόν πιο ηθικό με προοπτική ενός μέλλοντος πιο ηθικού και ανθρώπινου του Μελανσόν (Mélenchon). Ο οποίος μάλιστα κατάφερε να διατυπώσει τα προβλήματα και τις προτεινόμενες λύσεις τους σε ένα πρόγραμμα. Σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία είναι ο μοναδικός.

Ωστόσο, υπάρχει και το «μακρονικό» όραμα. Διαχειριζόμενος την καθημερινότητα (και συχνά επωφελούμενος από αυτό), ο Μακρόν μπορεί να κάνει χωρίς πρόγραμμα. Ελιτιστής,  τεχνοκράτης, πιστός στον αυταρχισμό απέναντι στην πραγματική δημοκρατία, τοποθετεί στο κέντρο της τους ευρωπαϊκούς θεσμούς με τον τρόπο που αυτοί λειτουργούν. Οι τύποι  πρέπει να είναι σεβαστοί, αλλά ο άστατος λαός, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ο εγγυητής οποιασδήποτε διαδικασίας. Εναπόκειται στην τεχνοδομή να λάβει τι ς αποφάσεις, να μειώσει τις ευθύνες, να προωθήσει, παρά τις αντιστάσεις και τις αντίθετες απόψεις –ακόμη και με κυρώσεις – αυτό το ενωτικό έργο που καθιστά την Ευρώπη κεντρικό παράγοντα στην παγκοσμιοποίηση και τη Γαλλία την αιχμή του δόρατος.

Αυτά τα τρία αντικρουόμενα μεταξύ τους οράματα, κυριαρχούν στον προεκλογικό αγώνα. Οι άλλοι υποψήφιοι αποτυγχάνουν να διατυπώσουν ένα ολοκληρωμένο όραμα. Το ένα, οικολογικό, ξεφεύγει ανάμεσα σε μια εμμονή και μια θεώρηση του κόσμου η οποία το υποβαθμίζει.  Οι προτάσεις της άκρας Αριστεράς, ακόμη και για καιρό αναλλοίωτες, είναι λιγότερο απολιθωμένες από αυτές της σκιάς μιας Δεξιάς που παίζει με τη βεβαιότητα ότι έχει ακόμα κάτι να πει. Τα υπόλοιπα δεν είναι παρά ο θεσμικός διάκοσμος μιας θεσμικής δημοκρατίας που ούτε να πενθήσει καταφέρνει για την πραγματική δημοκρατία…

*Ιστότοπος Mediapart 

Ο Μιχάλης Κουτούζης είναι πολιτικός αναλυτής και ζει στη Γαλλία.

Μετάφραση από τα γαλλικά Γ.Ζ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>