” Ὁ Φιόντορ μόλις μέ εἶδε, ἀμέσως πλησίασε, ἔδιωξε αὐτούς πού μοῦ εἶχαν ἐπιτεθεῖ καί ἄρχισε νά μέ παρηγορεῖ, κάτι πού θά κατάφερνε μέ ἐπιτυχία καί στό μέλλον”. Αὐτή εἶναι μιά μαρτυρία τοῦ συγγραφέα Βλαντίμιρ Κατσενόβσκι, πού στά σχολικά του χρόνια φοίτησε στό ἴδιο οἰκοτροφεῖο μέ τούς ἀδελφούς Φιόντορ καί Μιχαήλ Ντοστογιέφσκι. Μικρότερος σε ἡλικία, ὁ Κατσενόβσκι μελαγχολοῦσε γιά τόν χωρισμό ἀπό τήν οἰκογένειά του καί τό “μπούλιινγκ” πού δεχόταν ἀπό παλιότερους μαθητές καί δέχτηκε τή συμπαράσταση τοῦ Φιόντορ. 

Ἀναπολεῖ ὁ Κατσενόβσκι, πού συνέχισε νά ἀλληλογραφεῖ μέ τόν Ντοστογιέφσκι σέ ὅλη τή ζωή του :”Θυμᾶμαι δύο ἀγόρια μέ ξανθές μποῦκλες…Ὅταν ἔπαιζαν, διάλεγαν ἀγόρια στήν ἡλικία τους καί γίνονταν ἀρχηγοί τους. Ἡ ἡγετική τους παρουσία στό παιχνίδι μποροῦσε νά ἐπισημανθεῖ ἀκόμα καί ἀπό ἐμένα, ἕνα ἄλλο παιδί. Τά παιδιά αὐτά ἦταν ὁ Φιόντορ καί ὁ Μιχαήλ Ντοστογιέφσκι…” Πάντως, σύμφωνα μέ τον Κατσενόβσκι, δέν ἦταν τό παιχνίδι στίς πρῶτες προτεραιότητες τοῦ νεαροῦ Φιόντορ, ὁ ὁποῖος, ἦταν σοβαρὸς καὶ σκεπτικός “Στὰ διαλείμματα δὲν ἀποχωριζόταν τὰ βιβλία, περνώντας τὸν ὑπολοιπο ἐλεύθερο χρόνο του μὲ τοὺς καθηγητὲς τοῦ οἰκοτροφείου”.

Ὁ πατέρας τοῦ συγγραφέα ἦταν ὁ γιατρὸς Μιχαήλ Ντοστoγιέφσκι πού ὑπηρετοῦσε στὸ νοσοκομεῖο ἀπόρων Μαρίινσκι τῆς Μόσχας, τό ὁποῖο διέθετε διαμέρισμα γιά τή διαμονή του. Ἐκεῖ γεννήθηκε, κοντά διακόσια χρόνια πρίν, στίς 11 Νοεμβρίου 1821 ὁ συγγραφέας καί πέρασε τά παιδικά του χρόνια. Ἔζησε ἀπό κοντά τήν ἀνθρώπινη δυστυχία καί δέν εἶναι τυχαῖο πού τό πρῶτο του διήγημα ἦταν “Οἱ φτωχοί”, πού δημοσιεύτηκε τό 1846.

Ἡ οἰκογένεια Νοστογιέφσκι μεγάλωσε τά ἑπτἀ παιδιά της μέ τρόπο χριστιανικό καί ὀρθόδοξο.  Ἐκκλησιάζονταν τακτικά τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες γιορτές. Τό ἀγαπημένο παιδικό βιβλίο τοῦ Φιόντορ, τό πρῶτο πού μπόρεσε νά διαβάσει ὁλόκληρο μόνος του, ἦταν ἡ ρωσική μετάφραση τοῦ γερμανικοῦ “Ἑκατόν τέσσερις ἱερές ἱστορίες γιά παιδιά ἀπό τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη” τοῦ Γιόχαν Γκίμπνερ. Ὅταν ἐνήλικας κατάφερε νά ξαναβρεί την πρωτότυπη ἔκδοση, ὁ Φιόντορ Μιχαήλοβιτς τήν φύλαγε σάν πλύτιμο κειμήλιο. Ἀναφέρει ἐπίσης τό βιβλίο αὐτό μέσω τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ στούς “ἀδελφούς Καραμάζοφ”.

Ὅσο μεγάλωναν τά παιδιά ἀγάπησαν τήν ἀνάγνωση τῶν βιβλίων καί ἐξοικειώνονταν μέ τούς Ρώσους κλασικούς συγγραφεῖς : Ντερζάβιν, Ζουκόβσκι, Πούσκιν, καθώς καί μέ την “Ἱστορία τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους”, τοῦ Νικολάι Καραμζίν, τήν ὁποία ὁ Φιόντορ θυμόταν πολύ καλά. Ἰσχυριζόταν ὅτι ἀπό τά δέκα του χρόνια εἶχε μάθει τά βασικά στάδια τῆς ρωσικῆς Ἱστορίας.

Ὅμως, μιά φαινομενικά ἀθώα οἰκογενειακή συνήθεια φαίνεται νά στοίχισε ἀκριβά στόν συγγραφέα. Ἰδίως στίς γιορτές τῶν Χριστουγέννων, οἱ γονεῖς ἔπαιζαν τακτικά -ὡς ἐπιτραπέζιο παιχνίδι- χαρτιά μέ τά παιδιά. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκι καταλήφθηκε ἀπό τό καταστρεπτικό πάθος τῆς χαρτοπαιξίας, τό ὁποῖο περιγράφει ἀπό δική του ἀντίληψη στό μυθιστόρημά του “Ὁ Παίκτης”…

ΠΗΓΗ: “Russia Beyond”

ΦΩΤΟ: Ὁ Φιόντορ Ντοστογιέφσκι στά παιδικά του χρόνια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>