-
Πώς ο Ερντογάν ελέγχει τα τουρκικά ΜΜΕ
Ενδιαφέρουσες πληροφορίες δίνει ο Τούρκος δημοσιογράφος Εμρέ Κιζίνκαγια αντιπρόεδρος του Διεθνούς Ινστιτούτου Τύπου (IPI) και αρχισυντάκτης της καθημερινής εφημερίδας Journo (πλατφόρμα ενημέρωσης που υποστηρίζεται από το συνδικάτο Τούρκων δημοσιογράφων TGS), σε συνέντευξή του στον γαλλικό ιστότοπο Elucid για τον τρόπο με τον οποίο ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ ξεκίνησε την διακυβέρνησή του ευνοώντας συνθήκες για την ευρύτερη ελευθεροτυπία που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Τουρκία, σταδιακά έχει καταλήξει να ελέγχει και να έχει υποχείριά του όλα σχεδόν τα ΜΜΕ.
Ο Κιζίνκαγια ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος το 2003 και δήλωσε ότι “τα επόμενα τέσσερα ή πέντε χρόνια ήταν η καλύτερη περίοδος για να γίνω δημοσιογράφος στην Τουρκία. Η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του Τύπου δεν είχαν ευνοηθεί ποτέ τόσο στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Στο παρελθόν υπήρχαν στρατιωτικοί κανόνες, μεγάλη πίεση στα ΜΜΕ κ.λπ. Αλλά μετά την άνοδο του ΑΚΡ στην εξουσία, τα πρώτα χρόνια ήταν πραγματικά ελεύθερα”.
Επισημαίνει όμως, ότι μετά από μόλις τέσσερα ή πέντε χρόνια, ο Ερντογάν επιδίωξε να θέση υπό τον έλεγχό του όλα τα μέσα ενημέρωσης. Ξεκίνησε με πιέσεις στα τρία μεγαλύτερα τουρκικά ΜΜΕ και με τον καιρό άρχισε να τα ελέγχει το ένα μετά το άλλο, αποβάλλοντας κάθε αντίθετη φωνή, συμπεριλαμβανομένων των εναλλακτικών και ψηφιακών μέσων.
Τονίζει ότι “Έτσι, η λογοκρισία έχει ενταθεί, οι διώξεις και οι συλλήψεις δημοσιογράφων έχουν αυξηθεί, οι ιστότοποι (συμπεριλαμβανομένων των εφημερίδων) έχουν αποκλειστεί και πολλά άλλα μέσα λογοκρισίας έχουν εφαρμοστεί” και ότι η τουρκική μέθοδος συνίσταται στο συνδυασμό μεθόδων λογοκρισίας και εκτεταμένης παραπληροφόρησης μέσω του τετράστιου προπαγανδιστικού μηχανισμού που χειραγωγούν.
Ο Κιζίνκαγια αναφέρεται στο νομοθετικό πλαίσιο της λογοκρισίας: “Αρκετοί νόμοι χρησιμοποιούνται εναντίον δημοσιογράφων. Ο πρώτος, και σίγουρα ο πιο χρησιμοποιούμενος, είναι ο αντιτρομοκρατικός νόμος. Αυτή τη στιγμή, περισσότεροι από 30 δημοσιογράφοι είναι φυλακισμένοι, σχεδόν όλοι βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου. Ο νόμος αυτός χρησιμοποιείται ιδιαίτερα εναντίον Κούρδων δημοσιογράφων και Γκιουλενιστών. Η λογοκρισία στην Τουρκία βασίζεται νομικά στη στρεβλή εφαρμογή του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα, του Αντιτρομοκρατικού Νόμου, του νέου Νόμου για την Παραπληροφόρηση και, φυσικά, του Νόμου για το Διαδίκτυο που χρονολογείται εδώ και δέκα χρόνια.
Αρκετές τροπολογίες έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένου του νόμου για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που απαιτούσε από τις εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης να διορίζουν εκπροσώπους στην Τουρκία, και άλλα μέτρα. Υπάρχει και ο συγκεκριμένος νόμος που ποινικοποιεί την εξύβριση του προέδρου”.
Το κόμμα του Ερντογάν έχει εξαναγκάσει τα τοπικά ΜΜΕ να συγχωνευθούν σε βαθμό που έχει μειωθεί σημαντικά ο αριθμός τους. Δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την κρατική διαφήμιση, με αποτέλεσμα να αναπαράγουν την κυβερνητική προπαγάνδα έναντι κρατικής διαφήμισης. Παράλληλα, δύσκολα ένας ιδιώτης θα διαφημιζόταν σε αντιπολιτευόμενο έντυπο, διακινδυνεύοντας δυσμενή αντιμετώπιση της οικονομικής του δραστηριότητας από τις Αρχές.
Γι’ αυτό και ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Ερντογάν είναι πιο αποτελεσματικός στην επαρχία, όπου κερδίζει άνετα τις εκλογές, σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου κέρδισε η αντιπολίτευση. Όμως, η συντριπτική υπεροχή του στην επαρχία ισοσκελίζει με το παραπάνω την υστέρηση στις πόλεις. Μακροπρόθεσμα, το καθεστώς Ερντογάν ανησυχεί από την αυξανόμενη αστυφιλία, δεδομένου ότι η μετακίνηση πληθυσμών στις πόλεις τους κάνει λιγότερο ευάλωτους τον προπαγανδιστικό μηχανισμό που έχει στήσει στην επαρχία.
Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι και η αυτολογοκρισία πολλών δημοσιογράφων, που δεν θέλουν να ρισκάρουν.
Ανεξάρτητη δημοσιογραφία μπορεί να υπάρξει μόνο από ανθρώπους με οικονομικά μέσα να τη συντηρήσουν, αρκετά ευκατάστατους ώστε να μη χρειάζεται να ζουν από αυτό το επάγγελμα.
Ο δημοσιογράφος, αναφέρεται και σε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις συγκυρίες που ευνόησαν την παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία, ιδίως την οικονομική κρίση, η οποία ευνόησε την τοποθέτηση κεφαλαίων από χώρες όπως οι ΗΠΑ σε αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Βραζιλία ή η Τουρκία, οι οποίες επωφελήθηκαν από άφθονο και φθηνό χρήμα τη δεκαετία του 2000.
ΠΗΓΗ: Elucid
Παράδειγμα: Αθωώθηκαν δολοφόνοι αστυνομικοί και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ο δημοσιογράφος που τους αποκάλυψε.

Ο δημοσιογράφος Αμτουραχμάν Γκιοκ, με μόνο “πειστήριο του εγκλήματος” τις φωτογραφίες που τράβηξε με τη δολοφονία του 23χρονου Κούρδου Κεμάλ Κουρκούτ, καταδικάστηκε δικάστηκε στην Τουρκία, κατηγορούμενος ως μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης, όπως και για το αδίκημα της «διενέργειας προπαγάνδας παράνομης οργάνωσης». Αθωώθηκε για την πρώτη κατηγορία και καταδικάστηκε για τη δεύτερη σε 1,5 χρόνο και 22 μέρες φυλάκιση χωρίς αναστολή εκτέλεσης της ποινής.

