• ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

της Μελπομένης Φλέσσα-

Του Τελώνου και του Φαρισαίου σήμερα. Δύο άνθρωποι με διαφορετική θεώρηση της ζωής. Ο υψηλόφρων και ο ταπεινός λέμε. Μα στην πραγματικότητα τι ήταν αυτό που έκανε αυτούς τους δύο να διαφέρουν;

Ποια εσωτερική ατραπός τους εναπόθεσε σε διαφορετικά μονοπάτια καθώς ξεκίνησαν το ταξίδι τους προς τον Θεό τους;

Ποια δύναμη τους έθεσε σε αντίθετη τροχιά ενώ ο σκοπός φαινόταν ο ίδιος; Υπάρχουν μέσα μας ταυτόχρονα το φως και η άβυσσος. Και πότε τρέχουμε προς το ένα και πότε αιφνιδιαζόμαστε από το άλλο. Και έτσι το ταξίδι συνεχίζεται μέχρι να ανακαλύψουμε τι φταίει. Ή μήπως ποιός;
Δύο άνθρωποι στάθηκαν μπροστά στον θρόνο του Υψίστου και Του μίλησαν. Ο ένας έφθασε κοντά Του. Ο άλλος όχι. Ο ένας Τον «άγγιξε», ο άλλος όχι. Ο ένας ελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία της καρδιάς του, ο άλλος την έκανε σκληρότερη.
Νομίζω πως η απάντηση βρίσκεται βαθιά μέσα στον κάθε άνθρωπο. Εκεί που οι σκιές κρύβουν τα πάντα. Τις πληγές, τα απωθημένα, τον πόνο και τα διδάγματα.
Εκεί μέσα κάπου υπάρχει ένα κλειδί. Σκουριασμένο, φθαρμένο, χωμένο στην λάσπη που σκεπάζει αυτό που πραγματικά είμαστε. Όλοι μας έχουμε αυτό το κλειδί.
Κι ο Φαρισαίος το είχε. Αλλά η παραμόρφωση της εικόνας που είχε για τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, στράβωσε και το κλειδί του. Και δεν μπορούσε να μπει στην κλειδαριά που θα άνοιγε την πόρτα για την είσοδο του Παραδείσου. Δεν ήταν κακός.
Χαμένος ήταν. Γιατί είχε μάθει τα πάντα λάθος. Ίσως του τα δίδαξαν έτσι.
Και δεν είδε…. Δεν μπόρεσε να δει. Έμεινε τυφλός μέσα στην άγνοιά του. Θα του έπαιρνε χρόνο να βρει το κλειδί του. Ίσως να μην το βρήκε και ποτέ. Κανείς δεν ξέρει.
Ο άλλος άνθρωπος όμως φαίνεται πως τα κατάφερε καλύτερα. Πρέπει να έσκαψε πολύ μέσα στα μύχια της ψυχής του και να κατάλαβε. Η λάσπη δεν τον ξεγέλασε. Ήξερε πως από κάτω της κάτι κρυβόταν. Και ήταν πολύτιμο αυτό το κάτι. Και το βρήκε. Ήταν ο ίδιος.
Και πήρε τον σακατεμένο και λασπωμένο του εαυτό και τον παρουσίασε ενώπιον του Δημιουργού του. Φοβόταν, ναι. Ντρεπόταν, ναι. Πονούσε, επίσης. Αλλά δεν υπήρχε άλλη επιλογή για να μπορέσει να ζήσει. Ήξερε πως μακριά από Εκείνον ήταν ήδη νεκρός!
Πήρε λοιπόν το κλειδί του και το έβαλε δειλά στην πόρτα. Και η πόρτα άνοιξε. Και η ζωή φάνηκε. Και το Φως Τον αγκάλιασε για πάντα!
Όσο υπάρχει η άβυσσος θα υπάρχει και το Φως. Και όλοι μας θα κομματιαζόμαστε από το πρώτο όσο θα διψάμε τραγικά για το δεύτερο. Μέχρι να βρούμε κι εμείς το δικό μας κλειδί.
Θα το βρούμε; ……

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>