-
Κατευνασμός ή σπαθί;
του Κωνσταντίνου Μπλαθρα
Τι θα βρει ο Ερντογάν, που φτάνει σήμερα στην Αθήνα; Πολλοί έχουν πει κιόλας ότι η επίσκεψη του τούρκου προέδρου στην ελληνική πρωτεύουσα δεν είναι καθόλου καλή ιδέα. Έχοντας υπόψιν τους την πρόσφατη πρόκλησή του προς τον Γερμανό Καγκελάριο Σόλτς, απέναντι σε μια χώρα παραδοσιακά φίλη της Τουρκίας, υπήρξαν δυσοίωνες φωνές που είπαν ότι ο απρόβλεπτος Ερντογάν θα μπορούσε να φέρει σε δύσκολη θέση, κατά την επίσκεψή του, τον Έλληνα πρωθυπουργό.
Και η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα έχει μία μάλλον ασθενή εθνική γραμμή -εξαιρώντας εγκληματικά από το τραπέζι την Κύπρο- που λέει περίπου τα εξής: η Τουρκία οφείλει να συμμορφωθεί στο ευρωπαϊκό πρότυπο καλής γειτονίας, αν θέλει να λάβει την επιχορήγησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δεδομένο ότι η Ελλάδα έχει πίσω της τις χώρες της Ευρώπης ως προς την υπεράσπιση των θέσεών της.
Με άλλα λόγια, η μόνη γραμμή άμυνας που φαίνεται να προκρίνεται από τη χώρα μας είναι το ευρωπαϊκό «κεκτημένο».
Κεκτημένο που, φυσικά, δεν φαίνεται να σημαίνει τίποτα για τη γείτονα. Στο πλαίσιο αυτό, όπως διαβάζουμε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προκρίνει μια πολιτική τύπου Σημίτη.
Με την υπογραφή συμφωνιών χαμηλής πολιτικής, για συνεργασία στην οικονομία, το εμπόριο και τις πολιτιστικές και άλλες ανταλλαγές, ελπίζεται ότι θα ρυμουλκηθεί η Τουρκία σε μια πιο σώφρονα πολιτική και θα κατευναστεί η πολιτική των προκλήσεων που έχει υιοθετήσει όλα αυτά τα χρόνια, αρχής γενομένης ακριβώς από την πολιτική Σημίτη τη νύχτα των Ιμίων. Μάλιστα αναμένεται να υπογραφεί συν τοις άλλοις σύμφωνο μεταναστευτικής πολιτικής το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει ανακοινωθεί από την κυβέρνηση. Υπενθυμίζεται ότι ούτε η Ε. Ε. έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να «ρυμουλκήσει» την Τουρκία σε μια συνετή τήρηση των υπογραφέντων μνημονίων για την παράνομη μετανάστευση.
Συνεπώς; Πολύ φοβάμαι ότι εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα η επισήμανση του Ιωάννη Καποδίστρια, τότε
υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, προς τον τσάρο Αλέξανδρο ότι η πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία είναι φενάκη και οδηγεί άφευκτα σε πόλεμο, καθώς ο Σουλτάνος τότε μόνο μία δύναμη αναγνώριζε, αυτήν του σπαθιού «την τρομερή», όπως το λέει και ο εθνικός μας ύμνος. Ο Καποδίστριας δικαιώθηκε. Πολύ φοβάμαι ότι το ίδιο ισχύει και για τον σημερινό σουλτάνο μιας χώρας που ονειρεύεται ηγεμονική ισχύ σε μια περιοχή που ούτε λίγο ούτε πολύ -τα έχει πει κατά καιρούς αυτά ο Ερντογάν- εκτείνεται από τη Βαγδάτη ως το Βελιγράδι και από την Κασπία ως την Λιβύη. Πρόσφατα μάλιστα, σε μία από τις εκρήξεις αμετροέπειάς του ονειρεύτηκε τη Θεσσαλονίκη «στα σύνορα της καρδιάς του». Απέναντι σε αυτά τα ηγεμονικά όνειρα, δε χρειάζεται και πολύ φρόνηση για να δει κανείς ότι η ελληνική γραμμή άμυνας, η ευρωπαϊκή πολιτική δηλαδή, είναι ασθενής. Καθότι, φαίνεται να δικαιώνεται ξανά, διακόσια χρόνια μετά, η διπλωματική ευφυία του πρώτου Έλληνα κυβερνήτη: η Τουρκία μόνο μία πολιτική καταλαβαίνει, αυτήν της ισχύος.
Μπορεί να επαναλαμβάνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ότι «είναι δεδομένη η μόνη διαφορά μας, ήτοι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας» και ότι «είμαστε πιστοί στις διεκδικήσεις μας (αλήθεια ποιες είναι αυτές έναντι της Τουρκίας;), χωρίς να υποχωρούμε από τα κυριαρχικά μας δικαιώματα», αλλά στην αρχή κιόλας της δήλωσής του γίνεται φανερή η αμηχανία της ελληνικής πλευράς απέναντι σε μια πολιτική του κάνω ό,τι θέλω: «Δεν έχουμε ενημέρωση για ενδεχόμενη επίσκεψη του προέδρου της Τουρκίας στη Θράκη». Αυτό τι σημαίνει άραγε; Ότι μπορεί και να πάει, αν θέλει; Ακόμα και χωρίς να έχει εκ των προτέρων ενημερώσει; Είναι μάλλον ορατό και στον πλέον ανίδεο ότι η Τουρκία τα πολλά τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να κάνει αποδεκτές, έστω σιωπηρά, τις αναθεωρητικές της βλέψεις: προχώρησε ο αφοπλισμός των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, με πρόσχημα το Ουκρανικό, αναγνωρίζεται, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης, ως τουρκική η μουσουλμανική ελληνική μειονότητα της Θράκης, προστίθεται εσχάτως σε αυτήν και μειονότητα τουρκική στη Ρόδο, βγαίνει από την εξίσωση των ελληνοτουρκικών θεμάτων η Κύπρος, με την Ελλάδα να αναγνωρίζει εν τοις πράγμασι το τουρκικό δόγμα ότι το κυπριακό είναι θέμα αποκλειστικά των δύο κοινοτήτων στο νησί. Κοντά σε αυτό μάλιστα, ο κ. Ερντογάν, λίγο πριν τη σημερινή επίσκεψή του ζήτησε τα ελληνοτουρκικά ζητήματα να επιλυθούν χωρίς τη συμμετοχή τρίτων, ζητώντας την παραίτηση ουσιαστικά της
Ελλάδος και από το τελευταίο αμυντικό της ανάχωμα, την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.
Νομίζω, γίνεται σαφές με όλη αυτή την προϊστορία ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι δεν αποκλείονται οι δυσάρεστες εκπλήξεις από τη σημερινή επίσκεψη του τούρκου προέδρου στην Αθήνα. Το τι θα βρει ο Ερντογάν στην Αθήνα είναι μάλλον αναμενόμενο: μια ελληνική πολιτική κοιμωμένη ακόμα στις μέρες του Ψυχρού Πολέμου και στην φρούδα ελπίδα ότι η Τουρκία είναι δυνατόν να ρυμουλκηθεί στην Ε.Ε. και να υποταχθεί στο δυτικό κεκτημένο. Το οποίο είναι ποιο ακριβώς; Καθώς η Δύση γίνεται ολοένα πιο επιθετική, η Τουρκία γιατί όχι; Οι κοσμογονικές αλλαγές που έχουν γίνει στον κόσμο από το μακρινό 1989 φαίνεται να αφήνουν αδιάφορη την Αθήνα. Το ίδιο και οι τεκτονικές αλλαγές στη θέση της Ελλάδας στο σύστημα ισχύος της Ευρώπης και της περιοχής. Με τη χώρα μας αποικία χρέους ξεκάθαρα μετά το 2010 και τους ανέμους -και τους πολέμους- να σαρώνουν την ευρύτερη περιοχή μας, η επανάπαυση της διπλωματίας μας και της εξωτερικής μας πολιτικής στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» μοιάζει με τη στάση βρέφους που κοιμάται τη στιγμή που η κούνια του βομβαρδίζεται.
Τι θα έπρεπε να βρει ο Ερντογάν στην Αθήνα; Νομίζω εύκολα μπορεί να απαντηθεί μετά τα παραπάνω: Μια
σθεναρή πολιτική γραμμή που να ενώνει τον Έβρο με την Κυρήνεια και να δίνει ξεκάθαρο μήνυμα απόφασης να υπερασπιστεί η Ελλάδα τα κεκτημένα των αγώνων του ελληνικού λαού για εθνική ανεξαρτησία, ελευθερία και αξιοπρέπεια. Μια πολιτική δηλαδή ακριβώς στον αντίποδα της τυφλής και αδιέξοδης πολιτικής, όπως αποδείχτηκε, Σημίτη.
Μια πολιτική που αντί να φοβερίζει την Τουρκία με το σκιάχτρο των Βρυξελλών, που από καιρό οι Τούρκοι εμπαίζουν, να δείχνει την «όψη του σπαθιού την τρομερή». Θα μου πείτε, αυτό σημαίνει πόλεμος; Απαντώ ότι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να αποφευχθεί ο πόλεμος. Όπως πολύ σοφά συμβούλευε τον Αλέξανδρο ο Καποδίστριας. Γιατί με την πολιτική κατευνασμού, όσον αφορά την Τουρκία, ο πόλεμος είναι το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα, όταν ο γείτονας ονειρεύεται τη Θεσσαλονίκη. Αλλά…
Εδώ υπάρχει ένα αλλά. Τραγικό. Επιτρέπουν μια τέτοια πολιτική οι δουλείες της Ελλάδας; Την απάντηση καλείται να την δώσει όχι μόνο η κυβέρνηση. Κυρίως καλείται να την δώσει ο ελληνικός λαός.
“Χριστιανική” 7.12.2023

