του Ηρακλή Κανακάκη*
Τούτες τις μέρες θα ’πρεπε, μετ’ εμφάσεως, ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης και η διπλωματία μας να θυμίσουν στη διεθνή κοινότητα τα Σεπτεμβριανά του 1955. Ένα από τα πιο άτιμα εγκλήματα εναντίον του ελληνισμού της Πόλης και της Σμύρνης, που οργάνωσε και εξετέλεσε η τουρκική κρατική βαρβαρότητα, υπό την προστατευτική σκιά της Ατλαντικής συμμαχίας και της Βρετανίας και σηματοδότησε την απαρχή του ξεριζωμού, της φυγής και του ξεκληρίσματος των Ελλήνων που είχαν απομείνει.
Τα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955 εντάσσονται στην ιστορική συνέχεια του τουρκικού εθνικισμού, που αρχίζει με την επανάσταση των Νεότουρκων του 1908, με σκοπό την εθνο-δημογραφική ομογενοποίηση της Μ. Ασίας, με διαδικασίες «εθνικής κάθαρσης», που περιλαμβάνουν: διωγμούς, εκτοπίσεις, μεταναστεύσεις, εποικισμούς, γενοκτονίες και τον εκτουρκισμό των μορφωτικών και πολιτιστικών θεσμών και της οικονομίας.
Σύμφωνα με τουρκική έκθεση του 1946 για την κατάσταση της ελληνικής μειονότητας της Κων/πολης «…ως τον εορτασμό των 500 χρόνων από την άλωση της Κων/πολης, αυτή η πόλη δεν θα πρέπει πλέον να έχει ούτε έναν Έλληνα κάτοικο».
Το ξέσπασμα των αγριοτήτων και θηριωδών αποδίδεται στον υποτιθέμενο σχεδιασμό των Ελληνοκυπρίων, να επιτεθούν στην τουρκική μειονότητα της Κύπρου και στην έκρηξη βόμβας στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι, όπου λέγεται, ότι γεννήθηκε ο μακελλάρης
του μικρασιατικού ελληνισμού και του Πόντου Κεμάλ Ατατούρκ.
Όταν η πολιτική της Τουρκίας, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, δεν προωθείται με πραγματικά γεγονότα, ακολουθείται το μοντέλο της προβοκάτσιας.
Σήμερα, όπως προκύπτει αναντίλεκτα από τις φωτογραφίες του Έλληνα φωτογράφου Δημητρίου Καλούμενου, που μετέφερε στην Αθήνα ο δημοσιογράφος Γιώργος Καράγιωργας. Από το φωτογραφικό υλικό του Τούρκου ναυάρχου Φάχρι Τσόκερ που επιφορτίσθηκε με την έρευνα γύρω από τα Σεπτεμβριανά και τις ιστορικές πηγές που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας (αρχεία των υπουργείων εξωτερικών Η.Π.Α., Βρετανίας και άλλων χωρών), τα Σεπτεμβριανά ήταν καλά προσχεδιασμένα από την τότε κυβέρνηση Μεντερές και τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες (ΜΙΤ), ενταγμένα στη μακροχρόνια εθνικιστική πολιτική της Τουρκίας.
Ο εμπρησμός ήταν έργο της κρατικής ΜΙΤ, που υλοποιήθηκε από τον Κομοτηναίο μειονοτικό Οκτάι Ενγκίν, σε συνεργασία με το τουρκικό προξενείο Θεσ/κης. Σπούδαζε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. με υποτροφία του τουρκικού κράτους και παράλληλα δούλευε στο εν λόγω προξενείο. Η πατρίδα του τον αποζημίωσε πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες του με ατιμωρησία και υψηλόβαθμες θέσεις στη Διοίκηση της Κων/πολης (έπαρχος, αναπληρωτής γενικός διευθυντής ασφάλειας, νομάρχης, πράκτορας της ΜΙΤ).
Σε δισεκατομμύρια υπολογίστηκε η αξία των διαρπαγέντων αγαθών και των πυρποληθέντων σπιτιών και καταστημάτων. Και σε περισσότερα η λεηλασία των θησαυρών των εκκλησιών και των μουσείων. Οι αποζημιώσεις που δόθηκαν ήταν ελάχιστες, στάχτη στα μάτια των Ρωμιών και των Ευρωπαίων.
Η σπίθα, για τη φωτιά των Σεπτεμβριανών, μπήκε από τους Εγγλέζους ως αντίποινα, γιατί η Αθήνα αρνιόταν να συμμετάσχει στην τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου, που θα έβαζε μπρος τη «λύση» του Κυπριακού, Τα επεισόδια κατά της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία θα βοηθούσαν στο «φρονηματισμό» της Αθήνας, μόνο που ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και γενικεύτηκαν. Η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα από τον Αύγουστο του 1954 προφήτευσε επιδείνωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εξαιτίας γεγονότος στη Θεσ/κη, στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ.
Συλλήψεις έγιναν για να φανεί προς τα έξω ότι υπάρχει βούληση για τιμωρία των ενόχων. Τελικά, όσοι σύρθηκαν στα δικαστήρια απηλλάγησαν από τις κατηγορίες.
Τραγωδία αντίστοιχη της Κων/πολης εκτυλίχθηκε και στη Σμύρνη που κύριο στόχο είχε τις οικογένειες των Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στο εκεί κλιμάκιο της «νοτιοανατολικής πτέρυγος». Ξένοι ανταποκριτές, αυτόπτες μάρτυρες, διηγήθηκαν αργότερα ότι οι ορδές των Τούρκων έσπαζαν τις πόρτες, έδεναν τους Έλληνες αξιωματικούς και μπροστά στα μάτια τους εβίαζαν τις συζύγους και θυγατέρες τους.
Την άλλη μέρα ο υπουργός των Εξωτερικών των Η.Π.Α. Τζων Φόστερ Ντάλλες με κατάπτυστο μήνυμά του διέτασσε την ελληνική κυβέρνηση Παπάγου να μην αντιδράσει στα «λυπηρά επεισόδια». Υπεράνω της τιμής των Ελλήνων αξιωματικών ήταν το «γενικότερον συμφέρον του ελεύθερου κόσμου» όπως επισήμανε. Ο Παπάγος υπάκουσε δουλικά. Ανάλογη σιγή επέβαλε και στον ελληνικό τύπο επικαλούμενος «τα ύψιστα εθνικά συμφέροντα». (Γιάννης Κάτρης, «Ο προδομένος λαός», τόμος Β΄, εκδόσεις Παπαζήσης).
Η περιδιάβαση στα Σεπτεμβριανά απαντά στο ερώτημα πώς επήλθε ο μαρασμός και η συρρίκνωση του ελληνισμού της Πόλης και εκπληρώνει χρέος, κυρίως προς τους νεότερους.
Διότι όποιος λησμονεί την ιστορία του και δεν φροντίζει να διδαχθεί εκ του παρελθόντος, είναι όπως το δέντρο που αποσπάται από τις ρίζες του και στεγνώνει, ξεραίνεται και χάνεται.
*”Χριστιανική 3.9. 2020

