Λίγο πριν κλείσει τα 36, ο εκλεγμένος τον περασμένο Δεκέμβριο Πρόεδρος της Χιλής Γκαμπριέλ Μπόριτς, αναλαμβάνει καθήκοντα Προέδρου της χώρας παραλαμβάνοντας από τον απερχόμενο Σεμπαστιάν Πινιέιρα. Ο Μπόριτς αναδείχθηκε ως ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και του κινήματος κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά των ανισοτήτων ενάντια στην αυξανόμενη ανισότητα και κοινωνική αδικία στη χώρα του.
Το αιματηρό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ που ανέτρεψε τον εκλεγμένο Πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλλιέντε το 1973 άφησε βαθιές πληγές στη χώρα. Με την κάλυψη της στυγνής καταστολής, η Χιλή μετατράπηκε σε πειραματικό εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού, που τέθηκε σε παγκόσμια εφαρμογή την επόμενη δεκαετία του 1980 με πρωταγωνιστές τους Ρήγκαν-Θάτσερ. Το κοινωνικό κράτος αποδιαρθρώθηκε και ιδιωτικοποιήθηκαν ακόμα και βασικές υπηρεσίες όπως η ύδρευση, αλλά και το συνταξιοδοτικό σύστημα. Το όλον “επίτευγμα” κατοχυρώθηκε και θεσμικά με το Σύνταγμα του 1980 που επέβαλε η Χούντα του Πινοσέτ με “δημοψήφισμα” σε καιρό δικτατορίας και ισχύει έως σήμερα τροποποιημένο.
Παρά την πτώση του Πινοσέτ από την εξουσία το 1990, το πολιτικό σύστημα δεν κατόρθωσε, ούτε νέο Σύνταγμα να ψηφίσει, ούτε τη βάση του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που αυτός επέβαλε να θίξει. Για το λόγο αυτό και απαξιώθηκε σταδιακά. Οι μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις πέτυχαν να διεξαχθεί δημοψήφισμα, με το οποίο εγκρίθηκε η αντικατάσταση του συντάγματος Πινοσέτ με νέο. Γα το σκοπό αυτό ήδη από τις 15 Φεβρουαρίου, συντακτική συνέλευση επεξεργάζεται σχέδιο συντάγματος, που θα τεθεί σε ψηφοφορία τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.
Ο Μπόριτς αναδείχθηκε ως ηγετικό στέλεχος των λαϊκών κινητοποιήσεων του 2019, από το χώρο της Αριστεράς, χωρίς να προέρχεται από παραδοσιακό της κόμμα. Διακρίθηκε χάρη στον σπάνιο συνδυασμό της μαχητικότητάς του και της ικανότητας να διαπραγματεύεται και πετυχαίνει συναινέσεις με τη σύνθεση απόψεων διαφορετικών πολιτικών χώρων. Η διαδικασία που συμφωνήθηκε για την κατάργηση του συντάγματος Πινοσέτ είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της δικής του συμβολής.
Για το λόγο αυτό, παρά το γεγονός ότι προβλήθηκε αρνητικά ως “ακραίος αριστεριστής”, όχι μόνο πέτυχε να περάσει στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών ως επικεφαλής ευρύτατου συνασπισμού πολιτικών δυνάμεων, αλλά και να εκλεγεί με μεγάλη διαφορά από τον ακροδεξιό αντίπαλό του -αυτοπροβαλλόμενο ως θαυμαστή του Πινοσέτ- Χοσέ Αντόνιο Καστ, ο οποίος συσπείρωσε συμφέροντα και κοινωνικές κατηγορίες που έχουν επωφεληθεί από το σύστημα. Διότι είναι γεγονός ότι στη Χιλή οι αριθμοί ευημερούν ως ένα σημείο, αλλά σε όφελος όλο και πιο λίγων.
Η πόλωση αυτή των χιλιανών εκλογών αναδεικνύει και την απαξίωση των συστημικών κομμάτων, που έχουν καταγραφεί στη λαϊκή συνείδηση ως τεχνοκράτες της πολιτικής και επαγγελματίες διαχειριστές της εξουσίας.
Με δεδομένο ότι ο νέος Πρόεδρος δεν ελέγχει την πλειοψηφία της νέας Βουλής, καλείται να εξαντλήσει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης, προκειμένου να εφαρμόσει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του προγράμματός του. Η κυβέρνησή του αποτελείται στην πλειοψηφία της από γυναίκες και νέους ανθρώπους, που επίσης αναδείχθηκαν από τους φοιτητικούς και λαϊκούς αγώνες.
“Πρόκειται για την καλύτερη γενιά νέων πολιτικών της Χιλής τα τελευταία πενήντα χρόνια. Χωρίς αμφιβολία, ο Μπόριτς μας οδηγεί σε νέο κεφάλαιο της χιλιανής ιστορίας”, δηλώνει ο 81χρονος Λουίς Μάιρα, πρώην Υπουργός, που θεωρείται “μέντορας” του νέου Προέδρου. Ο Μάιρα προέρχεται από τα στελέχη του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος που ίδρυσαν τη “Χριστιανική Αριστερά” και στήριξαν την κυβέρνηση Αλλιέντε.
Με ενδιαφέρον θα παρακολουθήσουμε κατά πόσον, η χώρα που αποτέλεσε “εργαστήριο” του νεοφιλελευθερισμού, θα μπορέσει να αναδείξει, με συναινετικές διαδικασίες, έναν οδικό χάρτη απεμπλοκής από τις επαχθείς του συνέπειες, ιδίως στην κατεύθυνση της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους.
Δεν είναι τυχαία η επισήμανση του Ζακ Ντελόρ στην άγνωστη συνέντευξή του που αναδείξαμε, ότι η ατομοκρατία που οδηγεί τον κόσμο στην καταστροφή έχει αλλοτριώσει και την Αριστερά. Το ίδιο το σύστημα της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο απαξιώνει την έννοια της αλληλεγγύης και καταργεί το κοινωνικό κράτος, αναδεικνύει τον διεκδικητισμό στο επίπεδο της ατομικής επιλογής.
Ελπίζουμε η νέα χιλιανή διακυβέρνηση να μην εξαντληθεί στις προσχηματικές “αλλαγές” που προσφέρονται σε αφθονία στο παραπάνω πλαίσιο και να επικεντρωθεί στην κατεύθυνση μιας κοινωνίας δικαιοσύνης και αλληλεγγύης.

