-
Ο “ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ” ΤΟΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΣΜΟΥ
“Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Θεὸς, ἐμᾶς τοὺς ἀποστόλους μᾶς ἔθεσε στὸ ἔσχατο περιθώριο τῆς κοινωνίας, σὰν νὰ εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ θάνατο, ἀφοῦ γίναμε θέατρο γιὰ τὸν κόσμο, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους.
Ἐμεῖς εἴμαστε μωροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ σεῖς φρόνιμοι κατὰ Χριστόν· ἐμεῖς ἀδύναμοι καὶ σεῖς ἰσχυροί· ἐσεῖς εὐυπόληποι κι ἐμεῖς ἄσημοι.
Μέχρι τὴν ὥρα τούτη πεινᾶμε καὶ διψᾶμε, εἴμαστε γυμνοὶ καὶ μᾶς χτυπᾶνε, δὲν ἔχουμε μόνιμη κατοικία καὶ κοπιάζουμε ἐργαζόμενοι χειρωνακτικά. Μᾶς λοιδοροῦν καὶ εὐλογοῦμε, μᾶς καταδιὠκουν καὶ ὑπομένουμε. Μᾶς βλασφημοῦν καὶ μὲ καλοσύνη μιλᾶμε. Γίναμε σὰν τὰ σκουπίδια ὅλου τοῦ κόσμου, μέχρι αὐτὴ τὴν ὥρα λογιόμαστε το σκουπίδι του καθενός.
Αὐτὰ δὲν τὰ γράφω γιὰ νὰ σᾶς κάνω νὰ ντραπεῖτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς συμβουλέψω σὰν παιδιά μου ἀγαπημένα. Γιατὶ κι ἂν ἀκόμα ἔχετε χιλιάδες παιδαγωγοὺς γιὰ τὴν ἐν Χριστῶ ζωή σας, δὲν ἔχετε πολλοὺς πατέρες. Ἀφοῦ ἐγὼ σᾶς γέννησα στὴν ἐν Χριστῶ ζωή σας μὲ τὸ εὐαγγέλιο. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γίνετε μιμητές μου.” (Ὁ σημερινός “Ἀπόστολος” Α’ Κορ. δ’ 9-16)
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος δημιούργησε. Δὲν τοὺς λέει ὅτι ξεστράτισαν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία. Τονίζει ὅμως ὅτι ὁ τρόπος ζωῆς τους ἀποκλίνει ἀπὸ αὐτὸν τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν πρώτων Χριστιανῶν.
Ἔχουν ἤδη ἀρχίσει νὰ θυμίζουν τοὺς σημερινοὺς εὐυπόληπτους Χριστιανοὺς στὶς χῶρες ὅπου ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι καθεστωτικός. Ποὺ ζοῦνε φρόνιμα καὶ συντηρητικά, σὲ σύγκριση μὲ τὴν κοινωνικὰ ἀνατρεπτικὴ “μωρία” τῶν Ἀποστόλων.
Οἱ ὁποῖοι μιμοῦνται τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ ἔφερε τὴ μεγαλύτερη ἀνατροπὴ στὴν Ἱστορία, “ἀναποδογύρισε ὅσα εἶχε γιὰ σωστὰ καὶ γιὰ ἀληθινὰ ὁ ἁμαρτωλός ὁ ἄνθρωπος. Ποιὸς ὅμως εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει τὴν ἐλευθερία ποὺ μᾶς ἔφερε καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ πουλάρι μὲ τὸ σκοινένιο καπίστρι κι ὄχι τ’ ἀφρισμένα τἄλογα ποὺ χλιμιντρᾶνε καμαρωτὰ καὶ νὰ μὴ μπεῖ στὴ Ρώμη μὲ τὰ πολλὰ τὰ εἴδωλα, παρὰ νὰ μπεῖ μαζὶ μὲ τὸν βασιλιᾶ τῆς εἰρήνης στὴν Ἀπάνω Ἰερουσαλήμ;” . Ἔτσι σχολίασε ὁ Φώτης Κόντογλου τὴν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἰερουσαλήμ ποὺ γιορτάζουμε τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων.
Μιλάει στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου, καλώντας τους νὰ γίνουν μιμητές του, ἔστω καὶ διακινδυνεύοντας νὰ ὑπομείνουν τὴν ἴδια ἀπαξίωση, νὰ γίνουν “θέατρο”: Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὅποιος γινόταν μέρος τῶν θεαμάτων τοῦ θεάτρου, ἦταν κοινωνικὰ ἀνυπόληπτος, ἕως καὶ ἀναλώσιμος…
Τὸ ἀποστολικὸ ἀπόσπασμα μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἤδη ἀπὸ τὰ πρωτοχριστιανικὰ χρόνια, ὁ πειρασμὸς τῆς ἐνσωμάτωσης στὸ σύστημα καὶ τῆς μετάλλαξης τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας σὲ κώδικα ἀτομικῆς ἠθικῆς ἀπὸ τρόπο ζωῆς, ἦταν ἰσχυρός. Κι ἔγινε ἀκόμα ἰσχυρότερος, ὅταν ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε κρατικὴ θρησκεία. Ἡ συστημικὴ “φρονιμάδα” ἐκτόπισε τὴν κατὰ Χριστὸν “μωρία”.
Σὲ βαθμὸ ποὺ ὅπως περιγράφει ὁ Φιόντορ Ντοστογιέφσκι στοὺς ἀδελφοὺς Καραμάζοφ, ἐὰν ἐρχόταν ξανὰ ὁ Χριστὸς στὴ Γῆ, οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς “πιστοὶ” θὰ διέτασσαν τὴ σύλληψή του.
Ἄλλωστε, μὲ τὸν τρόπο ποὺ παραστατικὰ περιγράφει τὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων ὁ Παῦλος στὴ σημερινὴ περικοπή, αὐτοὶ θὰ ἐνέπιπταν στὸ ἰσπανικὸ νόμο τοῦ 1933 καὶ καταργήθηκε τὸ 1979, ὡς άποτέλεσμα τῶν διεκδικήσεων τοῦ Κινήματος τῶν Κρατουμένων. Ρητῶς κατατάσσονταν στὰ “ἀντικοινωνικὰ στοιχεῖα” καὶ ἔμπαιναν σὲ περιορισμὸ ἄσχετα ἂν εἶχαν διαπράξει ἀξιόποινη πράξη, οἱ περιπλάνώμενοι, χωρὶς σταθερὸ τόπο ἐργασίας καὶ διαμονῆς.
“Σκουπίδι” εἶναι καὶ ὁ ἀγαπημένος χαρακτηρισμὸς τῶν φασιστοειδῶν γιὰ συνανθρώπους μας ποὺ λογίζονται “κατώτεροι”.
Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ποὺ μᾶς νουθετεῖ κι ἂς μιμηθοῦμε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων.

