-
Πενήντα χρόνια από το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη
του Θανάση Ν. Παπαθανασίου
Πριν από πενήντα χρόνια η Πρωτομαγιά, έτους 1976, έπεφτε μέρα Σάββατο. Άρα, αργία και για μας, τους μαθητές της Ε΄ Γυμνασίου του Βύρωνα, καθόσον τότε τα σχολεία λειτουργούσαν πενθήμερο. Εκείνη μάλιστα τη σχολική χρονιά ολοκλήρωνε τον βίο του το εξατάξιο Γυμνάσιο. Από την επόμενη ξεκίνησε το σχήμα που υπάρχει σήμερα: τριτάξιο Γυμνάσιο, ακολουθούμενο από τριτάξιο Λύκειο.
Τη μέρα εκείνη σηκώθηκα νωρίς, για να προλάβω κάτι πριν από το ραντεβού με την παρέα μου. Η οδός Φορμίωνος ήταν άδεια. Μα είδα κάτι που με ξάφνιασε – κάτι σχεδόν μυστήριο. Στους τοίχους, σε πολλά σημεία, ήταν γραμμένη με σπρέι μια λέξη: ΖΗ. Συχνά μάλιστα γραμμένη σε σύμπλεγμα: με επιμηκυσμένη στα δεξιά την κάτω οριζόντια γραμμή του Ζ, ώστε η προέκτασή της μαζί με δυο κάθετες γραμμές πάνω της να σχηματίζει το Η. Με παραξένεψε ως αίνιγμα (τι να σήμαινε άραγε;). Όχι ως γραφή, διότι γνωρίζαμε καλά ότι το ρήμα «ζῶ» είναι συνηρημένο (ζήω) και το τρίτο ενικό του είναι «ζῇ».
Πέρασε ώρα με χίλια δυο από στόμα σε στόμα, κάποια στιγμή κι από το ραδιόφωνο. Θολά στις λεπτομέρειες, μα με πυρήνα εκκωφαντικά απίστευτο: «Σκοτώσανε τον Παναγούλη!». Η φράση αυτή υπερτερούσε συντριπτικά έναντι του «Σκοτώθηκε ο Παναγούλης», το οποίο εκπορευόταν κατ’ εξοχήν από τα ραδιόφωνα.
Ο Παναγούλης είχε σκοτωθεί ξημερώματα (στις 03:00 ή 03:30), και η πρώτη διακίνηση της είδησης –ταυτόχρονα και καταγγελία– ήταν ουσιαστικά εκείνα τα ΖΗ στους τοίχους, κυρίως από μέλη της ΕΔΗΝ, της «Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας», οργάνωσης νέων τής τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης «Ένωσης Κέντρου – Νέων Δυνάμεων». Ο Παναγούλης ηγείτο της ΕΔΗΝ (αυτός την είχε ανασυγκροτήσει μετά την μεταπολίτευση) και είχε εκλεγεί βουλευτής τον Νοέμβριο του 1974. Όμως, τον Απρίλιο του 1976, λίγο πριν τον θάνατό του, είχε αποχωρήσει από το κόμμα, θεωρώντας το αδρανές απέναντι στο αίτημα της αποχουντοποίησης. Τον Απρίλιο μάλιστα είχε αρχίσει να δημοσιοποιεί υλικό από τα αρχεία της ΕΣΑ, τα οποία ο ίδιος, μαζί με μέλη της ΕΔΗΝ, είχε κατορθώσει να αποκτήσει (κάποιοι λέγανε, μετά από διάρρηξη). Κάποια από τα συνθήματα στους τοίχους ήταν, θυμάμαι, γραμμένα με χρώμα μπλε, μα τα περισσότερα ήταν με πορτοκαλί – το χρώμα της ΕΔΗΝ.
Τέσσερις μέρες μετά, Τετάρτη 5 Μαΐου, έγινε στον μητροπολιτικό ναό των Αθηνών η κηδεία του Αλέκου Παναγούλη, με χιλιάδες κόσμου. Κατέβηκα νωρίς, και εκεί, λίγα μέτρα μπροστά από τα σκαλοπάτια του ναού, συνάντησα τον Γ. Κ., φοιτητή του Μαθηματικού. Ο Γ. Κ. συνδικαλιζόταν στον κεντροαριστερό χώρο της «Ένωσης Κέντρου – Νέων Δυνάμεων». Ο κόσμος προσερχόταν, αλλά δεν είχε ακόμα πυκνώσει. Οι νέοι της ΕΔΗΝ λοιπόν είχαν ανοίξει ένα πελώριο –πραγματικά πελώριο– πανό, όπου, αν θυμάμαι καλά, αναγραφόταν η φράση του Παναγούλη, «Όταν οι λαοί ξυπνούν, οι τύραννοι πεθαίνουν». Ο Γ. Κ. με κάλεσε να κρατήσω το ένα από τα 5-6 πανύψηλα δοκάρια του πανό. Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία όλοι θα ακολουθούσαν την πορεία της νεκροφόρας προς το Α΄ Κοιμητήριο.
Ο κόσμος γρήγορα πύκνωσε, κυριολεκτικά σαν παστωμένοι. Ήταν πολύ δύσκολο να μετακινηθείς στην πλατεία και σε όλους τους περιβάλλοντες δρόμους. Και μέσα στο ιλιγγιώδες πλήθος μικροπωλητές που είχαν πιάσει πόστο από πολύ νωρίς, διαλαλούσαν την εξαργύρωση των πάντων. Αυτοί βέβαια το έκαναν για ένα μεροκάματο, αλλά εξέφραζαν άγουρα τότε την ευελιξία ενός συστήματος που δύναται να απορροφά τα πάντα, ακόμα και την εξέγερση – κάτι που το έχουμε εμπεδώσει πλέον. Οι μικροπωλητές διέθεταν μπρελόκ με την φωτογραφία του Παναγούλη φωνάζοντας: «Μπρελόκ με τον ήρωα!»… Δεν μου ‘κοψε να αγόραζα ένα, για να κρατήσω τη στιγμή… (Ανοίγω παρένθεση εδώ, για άλλη μια επισήμανση περί του πώς λειτουργούν τα πράγματα και πώς το σύστημα αποικίζει συνειδήσεις: Μολονότι κορυφαίος αντιστασιακός ο Παναγούλης, στις εκλογές Νοεμβρίου 1974 είχε εκλεγεί βουλευτής οριακά, δηλαδή τελευταίος σε σταυρούς και δη στη δεύτερη κατανομή).
Ξεκίνησε η νεκροφόρα, ξεκίνησε η πορεία. Πολύ δύσκολα – και λόγω της πολυκοσμίας και λόγω του πανό, γιατί οι απίστευτες διαστάσεις του εύρισκαν μεγάλη κόντρα από τον αέρα. Έσπευδαν τότε οι νεολαίοι της ΕΔΗΝ με κοπίδια, να ανοίγουν τρύπες στο χοντρό πανί. Μετά από λίγα μέτρα ζόρικης πορείας, κι ενώ είχαμε φτάσει μόλις στο πλάι του ναού (προχωρώντας την οδό Μητροπόλεως προς το Σύνταγμα), έφυγε από το ένα πόδι μου το παπούτσι. Με μια αίσθηση, ας πούμε, καθήκοντος και αφοσίωσης, συνέχισα μονοϋπόδητος. Κι ευτυχώς με πήρε είδηση ο Γ. Κ., έδωσε σε άλλον το κοντάρι, και με άρπαξε για να γυρίσουμε πίσω και να βρούμε τελικά, μέσα σε πλήθος πόδια το παπούτσι μου.
Λεπτομέρειες προσωπικές, συναισθηματικές βεβαίως. Νομίζω όμως ότι ταυτόχρονα είναι και μαρτυριούλες για άλλες μέρες και για αλλοτινά βηματάκια γνωριμίας με την δημόσια πράξη. Ας τα αφιερώσω στη μνήμη του Γ. Κ., με τον οποίο στα χρόνια που ακολούθησαν ζήσαμε σε ανθρώπινο επίπεδο κοντά, πολύ κοντά, μέχρι που έφυγε πολύ πρόωρα…
Ίσως σε κάποια πακέτα που υπάρχουν στο πατάρι μας, και που κάθε καλοκαίρι λέω να τα ανασύρω, μα ποτέ δεν προκάμω να το κάνω, ίσως εκεί να υπάρχουν δυο-τρεις εφημερίδες (τα «Νέα» και η «Αθηναϊκή», νομίζω) της επόμενης ημέρας από την κηδεία, με φωτογραφίες από την λαοπλημμύρα και από το συγκεκριμένο πανό, υψωμένο πάνω από το δάσος των κεφαλιών. Υπήρχαν και πολλά άλλα, εκείνο πάντως ήταν το ασύγκριτα μεγαλύτερο όλων. Στο διαδίκτυο πάντως που κατ’ επανάληψη το αναζήτησα, πιθανολογώ ότι το εντόπισα, αλλά σε φωτογραφίες τραβηγμένες από πολύ μακριά.
Όντας ακόμα μαθητής, είχα διαβάσει κάποια συνέντευξη του Παναγούλη, τότε, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όπου δήλωνε αντίθετος σε κάθε δογματισμό, ιδεολογικό ή θρησκευτικό. Η αναφορά σε ιδεολογικό δογματισμό παρέπεμπε τότε στο ΚΚΕ, που είχε εξαιρετικά έντονη νεολαιίστικη παρουσία. Η αναφορά του σε θρησκευτικό δογματισμό; Παρέπεμπε άραγε σε άρνηση της θρησκευτικής πίστης ή σε κυρίαρχες θρησκευτικές συμπεριφορές; Για μένα πάντως ήταν μία από τις πρώτες αφορμές για άσκηση σε ζωτικής σημασίας λεπτοδουλειά: στη διάκριση μεταξύ ανοιχτωσιάς του Δόγματος και μιζέριας του δογματισμού (ήταν η εποχή που πρωτοδιαβάσαμε Νίκο Ψαρουδάκη και λίγο μετά Χρήστο Γιανναρά). Σε κάθε περίπτωση, ο Παναγούλης αναδείχτηκε σε εμβληματική μορφή, διότι πίστευε (ναι, είχε οραματική πίστη η στάση του, μολονότι καταγραφόταν ως άθεος) και πίστευε έμπρακτα. Όθεν, το ΖΗ με ήτα είχε άρρητο συμφραζόμενο την θεόσδοτη λαχτάρα του ανθρώπου: Να μην έχει τελικά το πάνω χέρι η ήττα, ο θάνατος σε κάθε του μορφή.

