- Μαρτυρία γιὰ θαῦμα τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα στὴν Οὐκρανία
«Εὐχαριστοῦμε γιὰ τοὺς ἐπαίνους τῆς ἀνδρείας μας, ἀλλὰ ὁ Χριστός, στὸν Ὁποῖο πιστεύουμε, διδάσκει ὅτι στὸν κάθε ἄρχοντα πρέπει νὰ προσφέρουμε ὅ,τι τοῦ ἀνήκει. Καὶ γι’ αὐτὸ στὸν βασιλέα προσφέρουμε τὴ στρατιωτικὴ ὑπακοή. Πάλι, ὅμως, ἐνῶ ἀκολουθοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν ζημιώνουμε τὸ κράτος, παρὰ μᾶλλον τὸ ὠφελοῦμε μὲ τὴν ὑπηρεσία μας. Γιατί, λοιπόν, μᾶς ἀνακρίνεις γιὰ μιὰ πίστη ποὺ διαμορφώνει τέτοιους χαρακτῆρες καὶ ὁδηγεῖ σὲ τέτοια ἔργα;».
Ἡ παραπάνω ἀπάντηση δόθηκε ἀπὸ τὸν Κάνδιδο, ἐκ μέρους τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στὸν ἔπαρχο Σεβαστείας Ἀγρίκολα, ἐπὶ διοικήσεως Λικινίου, τὸ 320 μ.Χ. Ὁ τελευταῖος, ἔχοντας διαρρήξει τὶς σχέσεις μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, παραβίασε τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων περὶ ἀνεξιθρησκείας ποὺ εἶχαν συνυπογράψει τὸ 312 καὶ ἐξαπέλυσε διωγμοὺς κατὰ τῶν Χριστιανῶν.
Οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα συναποτελοῦσαν ἐπίλεκτη στρατιωτικὴ μονάδα τῆς 12ης λεγεώνας, ἀποκαλούμενης Fulminata (Λαμπερή). Ἐκτελοῦσαν ἄψογα τὰ καθήκοντά τους καὶ ταυτόχρονα ἀνοιχτὰ ὁμολογοῦσαν τὴ χριστιανική τους πίστη. Ὅταν ἐξαπολύθηκε ὁ διωγμός, ὁ Ἀγρίκολας, ἀφοῦ διέταξε τὴ σύλληψή τους ἐπιχείρησε νὰ τοὺς καλοπιάσει μὲ ἐπαίνους καὶ ὑποσχέσεις, προκειμένου νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Καὶ εἰσέπραξε τὴν ἄρνησή τους, μὲ τὴν πιὸ πάνω ἀπάντηση.
Τότε, καταδικάστηκαν νὰ βασανιστοῦν ὅλη τὴ νύχτα σὲ μιὰ παγωμένη λίμνη κοντὰ στὴ Σεβάστεια. Γιὰ πειρασμό, εἶχαν ἐγκαταστήσει θερμὸ λουτρὸ δίπλα στὴ λίμνη. Ἕνας λιποψύχησε καὶ βγῆκε. Ὅμως, σπεύδοντας στὸ λουτρό, πέθανε. Ἀμέσως ἕνας ἀπὸ τοὺς φρουρούς, ὁ Ἀγλάιος μπῆκε στὴ λίμνη καὶ πῆρε τὴ θέση του. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, τοὺς ἔβγαλαν μισοπεθαμένους, τοὺς συνέτριψαν τὰ σκέλη καὶ τοὺς ἔκαψαν.
Μνεία τοῦ μαρτυρίου τους ἔκανε ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ Χριστιανοὶ ἀμέσως τίμησαν τὴ μνήμη τους, ἡ ὁποία καὶ σήμερα ἐξακολουθεῖ νὰ τιμᾶται, γιὰ τὴν ὁμολογία πίστεως καὶ τὸ μαρτύριό τους. Στὴν Ἑλλάδα καὶ ὅπου κατοικεῖ ἑλληνισμός, ὑπάρχουν πολλὲς ἐκκλησίες, μοναστήρια καὶ τοπωνύμια. (ΦΩΤΟ: Τὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Σαράντα τοῦ 16ου αἰώνα στὴν Κηφισιά)
Ἡ σημασία τῆς ὁμολογίας αὐτῆς ἔχει καὶ ἐπιπρόσθετη ἀξία: Θὰ λέγαμε σήμερα ὅτι χαράσσει τὴν ” κόκκινη γραμμή”, μέχρι τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ φτάσει ὁ σεβασμὸς τῶν Χριστιανῶν στὴν ἔννομη τάξη. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἐξαρχῆς σέβονταν τὴν ἔννομη τάξη, χωρὶς νὰ κάνουν διάκριση ἐὰν τὴν ἐξουσία ἀσκοῦσαν μὴ Χριστιανοί, πρᾶγμα ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς συνέβαινε μέχρι τὸν Μέγα Κωνσταντίνο. Ὅμως, ἡ πίστη στὸ Χριστὸ μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπαγόταν, παρέμενε ἀδιαπραγμάτευτη. Καλὸ εἶναι ἀνάγκη οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ νὰ ὁπλιστοῦν μὲ τὴν ἀπαραίτητη διάκριση, γιατὶ οἱ ἐποχὲς εἶναι πονηρές καὶ τὰ τεχνάσματα τοῦ Καίσαρα ποικίλα, προκειμένου νὰ ὑπεισέλθει “στὰ τοῦ Θεοῦ”. Οἱ “Ἀγρίκολες” τοῦ 21ου αἰώνα, ἐνίοτε δηλώνουν “Χριστιανοί”, χωρὶς τοῦτο νὰ τοὺς ἐμποδίζει νὰ ἐπιβάλλουν θυσίες σὲ “θεούς” ἀλλότριους.
Θαῦμα τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα στὴν Οὐκρανία.
Μαρτυρία τοῦ πρώην Μητροπολίτη τοῦ Ἀλμάτι καὶ Καζακστὰν Ἰωσήφ (Τσερνόφ 1893-1975)
“Ως νεαρός ιεροδιάκονος στην υπηρεσία τού Επισκόπου Αρσενίου στο κελί του, πέρναγα συχνά δίπλα από αυτή την εικόνα, [των αγίων Τεσσαράκοντα] αλλά ποτέ δεν έδωσα την πρέπουσα προσοχή και σεβασμό σε αυτούς τούς 40 μάρτυρες και μάλιστα μπορώ να πώς ότι αμφισβητούσα την ύπαρξή τους: να υπήρξαν άραγε, να μην υπήρξαν …
Και έτσι, το χειμώνα του 1943, στο Ούμαν (ΣτΜ: Ουκρανία) βρισκόμουν σε μια φυλακή τής Γκεστάπο, με παράθυρα ανοιχτά και έναν φοβερό παγετό στον δρόμο. Ήμουν σχεδόν χωρίς ρούχα – με μόνο το αντερί (ΣτΜ: μακρύ σκούρο ιερατικό ένδυμα, που συνήθως φοριέται κάτω από το ράσο). Και τότε, σε αυτήν την πετρόχτιστη φυλακή, ζήτησα τον θάνατο: “Κύριε, επίτρεψέ μου να πεθάνω!”. Δεν είχα την δύναμη να υπομείνω αυτό το ανείπωτο κρύο. Τότε θυμήθηκα τούς 40 μάρτυρες τής Σεβάστειας και άρχισα να προσεύχομαι σε αυτούς, να ζητώ συγχώρεση για το γεγονός ότι ποτέ δεν τούς «αγκάλιασα» με την δέουσα ευλάβεια, για το ότι δεν συναισθάνθηκα το μαρτύριο τους. Προσευχήθηκα με θέρμη, με ειλικρίνεια – και σύντομα το αίσθημα απελπισίας υποχώρησε, και ξάφνου μια ζεστασιά διαπέρασε το σώμα μου, και εγώ ο ίδιος ζεστάθηκα. Και αφού το κρύο και η απελπισία υποχώρησαν, άνοιξε η πόρτα τού δωματίου και μού έφεραν ένα πακέτο – τα Τίμια Δώρα, ψωμί και ζεστά ρούχα…”
ΠΗΓΗ: Pravoslavie.ru
12/13/2019

