Στὶς 22 Δεκεμβρίου 1820, ἡ Πελοπόννησος συγκλονίστηκε ἀπὸ κάτι ἀναπάντεχο· οἱ πηγὲς, ποὺ κυλοῦν ἀφρίζοντας στὸ πεδίο τῆς Ἤλιδας καὶ στὰ βουνά, στέρεψαν στὴν Ἀρκαδία.
Στὶς 9 Ἰανουαρίου 1821, ἡ θάλασσα τοῦ κόλπου τῶν Ἀλκυονίδων ξαφνικὰ φούσκωσε, τὰ νερὰ πλημμύρισαν τὴν ὕπαιθρο, κατέστρεψαν τὰ σπίτια καὶ ἀπείλησαν νὰ βυθίσουν τὴν ἐπαρχία τῆς Ἀχαΐας.
Οἱ Φιλικοὶ ἐκμεταλλεύτηκαν αὐτὰ τὰ φαινόμενα γιὰ νὰ εὐνοήσουν τὰ σχέδιά τους· διέδωσαν σ᾽ ὅλο τὸ ἔθνος, ποὺ πίστευε στὰ θαύματα, ὅτι τὸ χέρι τοῦ Μεγαλοδύναμου συντρέχει τὴ χερσόνησσο νὰ σηκωθεῖ ἀπ᾽ τὸ λήθαργό της. Οἱ διακηρύξεις τους, γεμᾶτες φλογερὲς παραινέσεις, διαδίδονται ἀπὸ χέρι σὲ χέρι καὶ τελικὰ πυρπολοῦν τὶς καρδιές: ἐτοῦτοι ὁπλίζονται κρυφά· ἄλλοι ἑτοιμάζονται ν᾽ ἀφήσουν τὰ σπίτια τους νὰ φύγουν· ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ ἀνησυχία φουντώνουν· οἱ ἠλικιωμένοι φωνάζουν: πιστεύουν πὼς βλέπουν κιόλας νὰ ξανάρχεται τὸ 1770, ἡ χρονιὰ τῆς καταστροφῆς, ὅταν ἡ πατρίδα τους κολύμπησε στὸ αἶμα, ὅταν οἱ ὀρδὲς τῶν Ἀλβανῶν, μὲ σίδερο καὶ φωτιὰ ξεχύθηκαν ἀπ᾽ τὸν Ἰσθμό, σημαδεύοντας τὸ πέρασμά τους μὲ τὶς σφαγὲς τῶν πατέρων τους, τὸ κάψιμο τῶν σπιτιῶν τους καὶ τὴν καταστροφὴ τῶν κτημάτων τους.
Οἱ μωαμεθανοί, σ᾽ αὐτὰ τὰ πρῶτα σκιρτήματα τῆς Ἐπανάστασης, ἀποφάσισαν ν᾽ἀφοπλίσουν τὸ λαό καὶ νὰ χαλάσουν τοὺς προκρίτους. Ἐνημερωμένος γιὰ τὰ σχέδιά τους, ὁ Φιλικὸς Γερμανός, ἀρχιεπίσκοπος πανοῦργος, ρήτορας εὔγλωττος, πολιτικὸς ἐπιδέξιος, ἔφθασε τὶς πρῶτες μέρες τοῦ Μαρτίου στὰ Καλάβρυτα, πόλη τῆς ἀρχαίας Ἀχαΐας. Συγκεντρώθηκαν ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης, ὁ Λόντος, ὁ Μπενιζέλος, ὁ Κουφός, ὁ Παπαδιαμαντόπουλος καὶ ὁ Σωτηράκης, πρόκριτοι τῆς Πελοποννήσου· τοὺς ἐξέθεσε τοὺς κινδύνους, ἕνα μόνο μέσο σωτηρίας τοὺς ἄφησε, τὴν Ἐπανάσταση, κι ὁ ἴδιος φυτεύει τὸ ἔμβλημα τῆς ἐλευθερίας στοὺς ἴδιους βράχους, ὅπου ἕδρευε στὴν ἀρχαιότητα ἡ περίφημη Ἀχαϊκὴ Συμπολιτεία. Σὲ λίγες μέρες ἑπτακόσιοι κάτοικοι τοῦ ὅρους Κυλλήνη βρίσκονταν ὑπὸ τὴ σημαία του. Ὁ Γερμανὸς τότε ἀπηύθυνε τὴν ἀκόλουθη προκήρυξη στοὺς προξένους τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων:
«Οἱ Ἕλληνες, ἐγκαταλειμμένοι στὴν ὁλοένα αὐξανόμενη καταπίεση τῶν Ὀθωμανῶν, ὁμόφωνα ἀποφάσισαν ἢ νὰ νικήσουν ἢ νὰ πεθάνουν. Ἐμεῖς ξεσηκωθήκαμε γιὰ νὰ ἀνακτήσουμε τὰ δίκαιά μας· εἴμαστε σίγουροι ὅτι οἱ λαοὶ καὶ οἱ βασιλεῖς θὰ ἀναγνωρίσουν τὸ δίκαιο τῆς ὑπόθεσής μας, καὶ ὅτι θὰ παρέχουν τὴ βοήθειά τους, ἀνακαλῶντας τὶς ὑπηρεσίες τῶν προγόνων μας στὴν ἀνθρωπότητα· σᾶς παρακαλοῦμε, λοιπὸν, νὰ μᾶς παρέχετε τὴν καλοσύνη καὶ τὴν προστασία τῶν σεβαστῶν μοναρχῶν σας».
Οἱ μουσουλμάνοι τῶν Καλαβρύτων κι ἐκείνοι τῆς Βοστίτσας ζήτησαν καταφύγιο στὸ κάστρο τοῦ Λεπάντε, δἰνοντας καιρὸ στὴν Ἐπανάσταση νὰ δυναμώσει. Στὶς 4 Ἀπριλίου ξεκινοῦν οἱ ἐχροπραξίες: οἱ μωαμεθανοὶ ἔβαλαν φωτιὰ στὴν πόλη τῆς Πάτρας καὶ κλείστηκαν στὸ κάστρο, ἀπ᾽ ὅπου βομβάρδιζαν τὰ σπίτια τῶν προκρίτων.
Στὶς 6, οἱ Ἕλληνες τῆς ὑπαίθρου, ὁπλισμένοι μὲ ρόπαλα, σπεύδουν στὴν Πάτρα μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς ἰερεῖς τους, βαπτίζοντας καθ᾽ ὁδὸν τὰ παιδιὰ Τούρκων ποὺ εὕρισκαν χαμένα στοὺς ἀγρούς, σὰν γιὰ σημαίνουν τὸν θρησκευτικὸ χαρακτήρα τῆς ἐξέγερσής τους.
Ἡ ἐπαναστατικὴ φωτιὰ μεταδίδεται παντοῦ μὲ θαυμαστὴ ταχύτητα. Μὲ τὴν πρώτη κραυγὴ ἐλευθερίας ποὺ βγῆκε ἀπ᾽ τὴν Ἀχαΐα, οἱ Μανιᾶτες ἔσφαξαν τοὺς Τούρκους ποὺ ἦταν διάσπαρτοι στὰ χωριά τους καί, μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν Φιλικὸ Πέτρο Μαυρομιχάλη, ξεχύθηκαν στὸν κάμπο γιὰ νὰ ἑνωθοῦν μέ τοὺς ξεσηκωμένους τῆς Ἀχαΐας. Ὁ Φιλικὸς Προκόπιος, ἐπίσκοπος Καλαβρύτων, πῆρε ἕνα δαυλὸ καί, μὲ τὴ φλόγα στὸ χέρι, καλεῖ τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἤλιδας: «Ἂς πάψουμε νὰ ζοῦμε μὲ τοὺς τυράνους μας ἀνάμεσα σὲ τάφους, σὰν τὰ δειλὰ περιστέρια ποὺ φωλιάζουν καταμεσὶς στὰ νεκροταφεία!» Καίει τὰ χωριουδάκια, τὶς συγκομιδές καὶ ἐξαναγκάζει ὁλόκληρο τὸν πληθυσμὸ ν᾽ ἀφήσει τὰ ἄροτρα, τὰ κοπάδια γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὰ βουνά. Ὁ Διάκος, πρωτοπαλλήκαρο τοῦ ᾽Οδυσσέα, ποὺ βγῆκε στὴν Ἐπανάσταση ἀπὸ τὸν γραμματέα του, ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους τῆς Ἑταιρείας, ἐπικεφαλῆς τριακοσίων στρατιωτῶν εἰσέβαλε στὸ κάστρο τῆς Λιβαδειᾶς, κατέκοψε τοὺς Ὀθωμανούς, ξεσηκώνοντας τὴν ἐπαρχία καὶ ἀπελευθερώνοντας τοὺς προκρίτους.
Ἀλεξάνδρου Σούτσου,
Histoire de la Révolution Greque,
σσ. 53-56, ἔκδ. Chez Firmin Didot, Paris 1829].
Σημ.: Ὁ φαναριώτης Ἀλέξανδρος Σοῦτσος (1803-1863), γνωστὸτερος ὡς ποιητής, τύπωσε τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως στὸ Παρίσι τὸ 1829· τὴν ἀφιερώνει στὸν ἀδελφό του Δημήτριο, νεκρὸ μὲ τὸν Ἰερὸ Λόχο, στὸ Δραγατσάνι. Ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ πρῶτος ἱστορικὸς τῆς Ἐπανάστασης, «αὐτόπτης μάρτυς μεγάλου μέρους τῶν γεγονότων ποὺ ἐκθέτει», ὅπως ἐπιγράφει τὸ βιβλίο του.
Επιμέλεια: Κων. Μπλάθρας, Διευθυντής της “Χ”

