του Γιάννη Πεγειώτη
Η Λεμεσός έρημη. Όλοι στα χωριά τους. Τότε το χωριό μας ήταν ο τόπος του Καλοκαιριού μας. Η Θεία Λειτουργία στον Άγιο Επιφάνιο και έπειτα όλοι οι χωριανοί έξω στην αυλή οι εικόνες οι ιερείς μας οι μερρέχες το ροδόσταγμα οι συναντήσεις οι δυναττές ττόκκες τα φιλιά από τις γιαγιάδες τις νούνες. Κάτι ψηλοί γίγαντες φιλούσαν το χέρι του βρακά λεβέντη τατά τους και αυτός έκλαιγε που τους έβλεπε προκομμένους. Γι’ αυτούς θέριζε, αλωνεφκε, πάλευε με τους τοκογλύφους.Ύστερα όλοι μαζί για το πατρικό.
Η γιαγιά Σοφρωνία και γύρω της δεκάδες τα εγγόνια και αυτή μες τη χαρά να κατηφορίζει που το καμπίν με τους θησαυρούς της. Αυτή η μάνα και γιαγιά της αγάπης .Η θκεια Σοφρωνία του χωρκού. Η αντρεία η χαρούμενη, μια αγκαλιά ελπίδας. Η γυναίκα ορισμός της αισιοδοξίας της χαράς της αγάπης της σωφροσύνης
Πλάι της ο παππούς Γιαννής του Δασκάλου ελεήμων εις το έπακρον άδρωπος της γης.
Μάστρος στη σπορά στο αλέτρι. Ο χρυσός άνθρωπος του Πιττοκόπου. Από οικογένεια με φοβερή σωματική δύναμη. Φρόνιμος ολιγομίλητος αισθηματίας πονοψυχος λάτρης των τραουθκιών του Ακάμα Δεν αδίκησε στον βίο του. Αγαπούσε όλους. Στήριζε τους συγγενείς. Δεν αμέλησε τους φτωχούς.
Αγαπούσε ‘που (από) καρκιας τον Άην Κόνωναν του Ακάμα. Αξιώθηκε να τον ειδεί στο τέλος του βίου του. Προγνωρισε το θάνατό του από τον Άγιό του.
Το «Παναΐα μου» δεν έλειψε απ’ το στόμα τους.
Άφησαν εφτά κόρες τζιαι έναν γιον στο πόδιν τους.
Κι εμέν τον ουτιδανόν έναν των αγγονιών τους. Να τους έμοιαζα Παναγιά μου ασσεν τζιαι στοναν τους δακτύλιν.
Άτε η Παναγιά να σας ησσιέπει (σκέπει) τζιαι του χρόνου ούλλοι στα χωρκά μας ελεύθεροι τζιαι στην Τζιερύνιαν μας πουντα να τα αρνηστώ αγάπησά την ‘που καρκιάς ‘που τα μικράτα μου τζιαι γυρεύκω το χάρην ‘που τον Πλαστην μου να τη δω ΠΟΛΕΥΤΕΡΩΜΕΝΗ.
ΦΩΤΟ: Η χερσόννησος του Ακάμα
14.8.2016

