ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΗΝΩΝ

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου*

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Αθήνα, νιώθω μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση. Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το ίδιο αισθάνονται όλοι οι Έλληνες Κύπριοι. Μεγαλώσαμε με το βλέμμα στραμμένο σ’αυτή, ως πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, της μητέρας πατρίδας μας, και προς αυτήν συνέκλιναν όλα τα οράματά μας. Αισθανόμασταν και πριν, αισθανόμαστε και σήμερα σιγουριά και ασφάλεια όταν κινούμαστε στους δρόμους της, σε σχέση με την ταραγμένη ιδιαίτερη πατρίδα μας.
Η συγκίνηση αυτή επαυξάνεται σήμερα και από τον ειδικό λόγο της επίσκεψής μου, που είναι ο εορτασμός της μνήμης του προστάτου του συλλόγου μας, του Αγίου Μενίγνου. Οι συνειρμοί ζωντανεύουν μέσα μου βιώματα και αναμνήσεις των φοιτητικών χρόνων. Και καθώς ο χρόνος ξεκαθαρίζει το παρελθόν από δυσάρεστα γεγονότα, παραμένουν οι ευχάριστες αναμνήσεις. Θυμούμαστε την Αθήνα των Ελλήνων και όχι της πανσπερμίας λαών και γλωσσών, την Αθήνα της λιτής αλλά αξιοπρεπούς ζωής, το Πανεπιστήμιο και τα εργαστήρια με την απρόσκοπτη λειτουργία.
Θα ανέμενε κανείς πως μιλώντας σε μιαν ομήγυρη Χημικών, θα ασχολούμουν με ένα επιστημονικό θέμα. Η καθημερινή βίωση, όμως, των εθνικών δυσκολιών σ’ ένα γνήσιο τμήμα του Ελληνισμού, την Κύπρο, και οι
φοβερά δυσοίωνες μελλοντικές προοπτικές, με οδήγησαν στην επιλογή του θέματος που ανακοινώθηκε ήδη στην πρόσκληση∙ «Οι Τουρκικοί στόχοι στην Κύπρο και το χρέος των Πανελλήνων.» Νιώθω πως έχω υποχρέωση να μοιραστώ μαζί σας τους φόβους και τις έγνοιες μου. Μόνον αν καταλάβουμε την κρισιμότητα της κατάστασης
και τους θανάσιμους κινδύνους που διατρέχουμε, θα προσπαθήσουμε να τους αποσοβήσουμε.

Η πείρα της ζωής πείθει όλους μας, ότι κάποιες αξίες και ιδανικά που δεν μπορούν να αποδειχθούν με τη μέθοδο της Επιστήμης, που δεν αναλύονται από τη Χημεία και που ξεφεύγουν των ορίων της, όπως είναι οι θρησκευτικές κι οι φιλοσοφικές έννοιες, έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη ζωή μας. Αυτή, μάλιστα, η πέραν της Επιστήμης γνώση, είναι προϋπόθεση και υπόβαθρο για να αναπτυχθεί η επιστημονική γνώση την οποία και νοηματοδοτεί.
Οι Επιστήμονες, λοιπόν, και οι χημικοί ως κατ’ εξοχήν θετικοί επιστήμονες, ξέρουν να ιεραρχούν προτεραιότητες, να οικοδομούν και να ακολουθούν ένα σύστημα αξιών. Είναι και η Χημεία μεγάλη αξία. Με τα επιτεύγματά της ευκόλυνε αφάνταστα τη ζωή μας. Είναι όμως οπωσδήποτε, κατώτερη από την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την πατρίδα,
τη θρησκεία.
Ένα αγαθό που φτάνει στα χέρια μας ως κληρονομιά από προγόνους, έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από αυτά που δημιουργούμε, ή αποκτούμε εμείς οι ίδιοι ,με άλλο τρόπο. Όσο μάλιστα το κληρονομούμενο αγαθό προέρχεται από μεγαλύτερο βάθος χρόνου, τόσο και η αξία του, συναισθηματική αλλά και υλική, αυξάνει. Και τόσο περισσότερο θα μας στοίχιζε η απώλειά του.
Η Κύπρος είναι Ελληνική από την αυγή της Ιστορίας της. Την παραλάβαμε ως Ελληνική από τον 15 ο αιώνα π.Χ. ,όπως μαρτυρεί η Ιστορία και οι αρχαιολογικές έρευνες. Η ελληνικότητά της συνιστά εθνική κληρονομιά 120 και πλέον συνεχόμενων γενεών. Θα έχουμε την οποιαδήποτε, έστω και μικρή, δικαιολογία, αν είτε από ολιγωρία, είτε από άλλη αιτία τη χάσουμε; Δεν θα μας συνοδεύουν οι κατάρες τόσων γενεών;Ευρισκόμενη σε χώρο σεισμοπαθή , και κυριολεκτικά αλλά κυρίως μεταφορικά, εκεί που συναντιούνται τρεις ήπειροι και διασταυρώνονται
δρόμοι εμπορίου και ποικίλοι πολιτισμοί, η Κύπρος κατέστη το μήλο της έριδος για πολλούς και διεκδικήθηκε από τους εκάστοτε ισχυρούς, είτε της περιοχής, είτε και τους πιο μακράν, που επεδίωκαν παγκόσμια επικράτηση. Δεν ήταν, επομένως, εύκολη η διατήρηση του εθνικού χαρακτήρα της. Η πρώτιστη και συνεχής προσπάθεια των κατά καιρούς κατακτητών ήταν ο αφελληνισμός της. Κι ήταν με ποταμούς αιμάτων και εκατόμβες θυσιών που οι πρόγονοί μας διατήρησαν τον ελληνικό χαρακτήρα της.
Αναφέρω ενδεικτικά από την αρχαιότητα τον βασιλιά της Σαλαμίνας Ονήσιλλο, ο οποίος πολεμώντας τους Πέρσες- πριν από τον Μαραθώνα- σκοτώνεται, το 497 π.Χ. Οι εχθροί τον απεκεφάλισαν και κρέμασαν το κεφάλι του σε δημόσια θέα. Κατά την παράδοση ένα σμήνος από μέλισσες κατέφυγε στο κρανίο του και έκαναν εκεί τη φωλιά τους. Λέγεται πως κατά καιρούς μας στέλλει τις μέλισσές του ο Ονήσιλλος για να μας αφυπνίσουν, με το κέντρισμά τους, από τον εθνικό λήθαργο.
Τα δεινά του Κυπριακού Ελληνισμού πολλαπλασιάζονται από τον 12ο αιώνα και μετά. Από το 1191 η Κύπρος αποσπάται βίαια από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και περιπίπτει, για οκτώ αιώνες, μέχρι το 1960, σε διαδοχικούς δυνάστες. Φράγκους, Τούρκους, Άγγλους και ξανά, δυστυχώς, πάλι στους Τούρκους. Από την Τουρκοκρατία, που κράτησε τρεις αιώνες (1570-1878) αναφέρω τις σφαγές του 1821: Την 9 η Ιουλίου 1821 ο Αρχιεπίσκοπος
Κυπριανός απαγχονίστηκε και οι τρεις Μητροπολίτες της νήσου αποκεφαλίστηκαν. Σ’ ένα εξαήμερο, από τις 9 μέχρι τις 14 Ιουλίου, 486 κληρικοί και λαϊκοί, πρόκριτοι του λαού, σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους. Είχαν προηγουμένως απορρίψει την πρόταση των Τούρκων για εξισλαμισμό.

Είχαν ακράδαντη την πεποίθηση ότι μαζί με την Ορθόδοξη πίστη τους θα έχαναν και την Ελληνική τους αυτοσυνειδησία. Αν τότε ο αρχιεπίσκοπος και η ιεραρχία εξισλαμίζονταν , θα ακολουθούσε και ο λαός· και εμείς θα απολαμβάναμε, σήμερα, την ευτυχία των λωτοφάγων, αφού θα είχαμε ξεχάσει και την καταγωγή μας και τους ομοεθνείς μας .
Με την Αγγλοκρατία νομίσαμε πως έφτασε το τέρμα των δεινών μας. Δυστυχώς κάναμε λάθος υπολογισμούς. Και με τους Άγγλους γνωρίσαμε την πιο στυγνή δουλεία∙ Αντισταθήκαμε και ματαιώσαμε πολλά και ποικίλα αφελληνιστικά σχέδιά τους, που από την πρώτη μέρα θέλησαν να εφαρμόσουν. Κι όταν όλα τα ειρηνικά μέσα που διαθέταμε για την απόκτηση της εθνικής ελευθερίας εξαντλήθηκαν , η Εκκλησία ηγήθηκε του απελευθερωτικού μας αγώνα, με σύνθημα και στόχο την Ένωση και μόνο την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα.
Εκείνη η 1 η Απριλίου, στην οποία έγινε η έναρξη του απελευθερωτικού μας αγώνα, από παγκόσμια ημέρα των ψευδών ειδήσεων, έγινε η πρώτη μέρα της υπέρτατης αλήθειας για τον λαό μας· ότι δεν θα μπορούσε, σεβόμενος την εθνική καταγωγή του, να ζει ως δούλος.
Δεν θα σας απασχολήσω με τα κατορθώματα εκείνου του αγώνα.Σκοπός μου είναι να καταδείξω τους Τουρκικούς σχεδιασμούς σε βάρος της Κύπρου. Είμαι σίγουρος ότι οι μεγαλύτεροι θα τα’ χετε ζήσει, ή θα τα’ χετε μελετήσει. Εξάλλου η Αθήνα και άλλες πόλεις της Ελλάδος είναι γεμάτες με οδούς που φέρουν τα ονόματα των ηρώωv μας: Καραολή και Δημητρίου, των πρωτομαρτύρων της αγχόνης, Γρηγόρη Αυξεντίου, το θρυλικού υπαρχηγού της ΕΟΚΑ, Ευαγόρα Παλληκαρίδη του έφηβου ποιητή, των αρχηγών του αγώνα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, και Γεωργίου-Γρίβα Διγενή.

Οι ονομασίες αυτών των οδών δείχνουν πόσο ο Ελληνικός λαός έζησε τον αγώνα μας και συμπορεύτηκε μαζί μας.
Στα τέσσερα μεγαλειώδη χρόνια εκείνου του επικού αγώνα, από το 1955 μέχρι το 1959, ζωντάνεψαν όλα τα προηγούμενα επιτεύγματα της φυλής στα πρόσωπα των νέων ηρώων. Ο Αυξεντίου με το «μολών λαβέ»
που πρόταξε στους Άγγλους, μόνος κι όχι με άλλους τρακόσιους, ξεπέρασε τον Λεωνίδα. Ο Μάτσης με την ανεπανάληπτη απάντηση του «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα αλλά περί αρετής», ζωντάνεψε τον
Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ο αχυρώνας του Λιοπετρίου αντικατέστησε το Χάνι της Γραβιάς…
Οι Άγγλοι, είναι γνωστό, πως αναμιγνύοντας και τους Τούρκους, συμπαρασύροντας και την τότε Ελληνική Κυβέρνηση για διατήρηση τάχα, της συνοχής του ΝΑΤΟ, μας επέβαλαν μια δοτή , ελλιπή ανεξαρτησία, με
πολλά τα σπέρματα της διαίρεσης, που ήταν προϊόν της δολιότητάς τους.

Ο αγώνας εκείνος, ωστόσο, τερμάτισε την αποικιοκρατία. Κι άφησε ανοικτή την προοπτική της μελλοντικής βελτίωσης της ελευθερίας που επιτεύχθηκε.

Με βάση σχεδιασμούς που εκπόνησαν προηγουμένως, εκμεταλλευόμενοι και τα διαιρετικά στοιχεία των συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου, που μαζί με τους Άγγλους μάς επέβαλαν, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα, -γι’αυτό τον σκοπό άλλωστε έγινε-, το πραξικόπημα, που η Χούντα των Αθηνών και οι παρακρατικοί της ΕΟΚΑ Β΄ διενέργησαν κατά
της νόμιμης κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, οι Τούρκοι εισέβαλαν το 1974 και κατέλαβαν το 37% του εδάφους της Κύπρου.
Προηγουμένως επεχείρησαν, ανεπιτυχώς, με την Τουρκοανταρσία του 1963-1964, να καταλύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία. Βρισκόμαστε, σήμερα, στο 46 ο έτος της κατοχής και παρακολουθούμε, δυστυχώς με απάθεια, την υλοποίηση των τουρκικών στόχων στην Κύπρο.
Ποιοι είναι, στ’ αλήθεια, οι στόχοι αυτοί και πώς μπορούμε να τους ματαιώσουμε; Η Τουρκία που κατείχε την Κύπρο από το 1570, την παραχώρησε στην Αγγλία το 1878. Για την ακρίβεια η Τουρκία δεν παραχώρησε κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά ανέθεσε στην Αγγλία την άσκησή τους. Στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων δεν τέθηκε κανένα χρονικό όριο.
Οριζόταν, μάλιστα, ένα ποσό £5.000 ετησίως, που θα κατέβαλλε η Αγγλία ως ενοίκιο.
Το 1914 λόγω της προσχώρησης της Τουρκίας στο αντίπαλο προς τη Βρετανία στρατόπεδο κατά τον Α΄παγκόσμιο πόλεμο, η Βρετανία ακύρωσε μονομερώς τη συνθήκη του 1878 και προσάρτησε την Κύπρο ως «κτήση
της Αυτού Μεγαλειότητος». Στις 10 Μαρτίου 1925, δηλαδή μετά τη συνθήκη της Λωζάνης, η Κύπρος ανακηρύχτηκε επίσημα ως αποικία του Βρετανικού Στέμματος. Η Τουρκία αποποιήθηκε, τότε, κάθε δικαιώματος επί της Κύπρου.
Οι Άγγλοι, δόλιοι στη συμπεριφορά απέναντι στο Ελληνικό έθνος, και ενώ γνώριζαν ότι η Τουρκία ουδένα δικαίωμα είχε επί της Κύπρου, προσπάθησαν να την εμπλέξουν στο Κυπριακό το 1955, μετά την έναρξη του απελευθερωτικού μας αγώνα. Κάλεσαν σε τριμερή διάσκεψη για την Κύπρο μαζί τους, την Ελλάδα και την Τουρκία, ως ενδιαφερόμενα μέρη.

Ο Εθνάρχης Μακάριος αντελήφθη την παγίδα και συμβούλευσε έντονα, αλλ’ εις μάτην, την Ελληνική Κυβέρνηση να μη μετάσχει σε μιαν τέτοια διάσκεψη που θα’ δινε δικαιώματα στην Τουρκία και θα την ενέπλεκε στις υποθέσεις της Κύπρου. Η διάσκεψη εκείνη απέτυχε, αλλά από τότε η Τουρκία θεωρήθηκε και επιβλήθηκε ως ενδιαφερόμενο μέρος για την Κύπρο. Σ’εκείνη τη τριμερή διάσκεψη ο Ζορλού, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε στην Κύπρο ως δική τους γη («Notre terre»). Δήλωσε ότι η αλυσίδα των ελληνικών νησιών, που «περικυκλώνουν την Τουρκία από Δυσμών και Νότου», δεν πρέπει να κλείσει και ότι η Κύπρος, λόγω της εγγύτητάς της προς τη Μ.Ασία, δεν πρέπει να ελέγχεται από την Ελλάδα για «στρατηγικούς λόγους ασφαλείας της Τουρκίας.»
Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού μας αγώνα, η Αγγλία υποκίνησε τους Τουρκοκυπρίους εναντίον των Ελλήνων της Κύπρου. Προσέλαβε πολλούς ως «επικουρικούς αστυνομικούς», τους εξώθησε σε λεηλασίες ελληνικών περιουσιών καθώς και σε δολοφονίες αθώων Ελληνοκυπρίων πολιτών, δίνοντας προστασία και στην εκ μέρους τους δημιουργηθείσα τρομοκρατική οργάνωση Τ.Μ.Τ.

Η Βρετανία ήταν, εξάλλου, πίσω από τα Σεπτεμβριανά της Κωνσταντινούπολης. Ήταν μια άριστα μελετημένη εφαρμογή του «διαίρει και βασίλευε» της Βρετανίας, την οποία εκμεταλλεύτηκε, προς το συμφέρον της, η Τουρκία.
Ενθαρρυμένη από την όλη στάση της Βρετανίας, η Τουρκία διά του Πρωθυπουργού Μεντερές και του Υπουργού Εξωτερικών Ζορλού, ανέθεσε το 1956 σ’ ένα νεαρό, τότε, πολιτευτή, τον Νιχάτ Ερίμ, να εκπονήσει ένα
σχέδιο «ανάκτησης» της Κύπρου. Θα επανέλθω στο σχέδιο αυτό, αφού εκθέσω, χρονολογικά, κάποια άλλα γεγονότα.
Οι διαιρετικές πρόνοιες των συνθηκών εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα veto των Τουρκοκυπρίων στη Βουλή και στο Υπουργικό Συμβούλιο, το υψηλό ποσοστό συμμετοχής τους στη Δημόσια Υπηρεσία, την Αστυνομία και τον Στρατό, (ενώ ήσαν το 18% του πληθυσμού είχαν δικαίωμα συμμετοχής 30% στη Δημόσια Υπηρεσία και 40% στον Στρατό και στην Αστυνομία), έθεταν τις προϋποθέσεις μελλοντικής παράλυσης τους κράτους και εξάρτησής του από τη θέληση της Τουρκίας. Εν τούτοις δεν περίμεναν να λειτουργήσει το κράτος και μετά να θέσουν σε εφαρμογή
τους μηχανισμούς διάλυσής του. Κατά τη μεταβατική περίοδο ( από τον Φεβράρη του 1959 μέχρι τον Αύγουστο του 1960) γίνονταν οι προετοιμασίες για την επίσημη εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έγινε τελικά στις 16 Αυγούστου 1960. Είχαν εκλεγεί ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, οι Βουλευτές, συγκροτήθηκε η αστυνομία και η χωροφυλακή κλπ. Σ’αυτό το διάστημα έγιναν, όμως, και συνεχείς μυστικές μεταφορές όπλων από την Τουρκία προς τους Τουρκοκυπρίους.
Τα σχέδια και οι πράξεις τους αποκαλύφθηκαν όταν συνελήφθη το πλοιάριο «Ντενίζ» μεταφέροντας παράνομα οπλισμό. Πριν εγκαθιδρυθεί το νέο κράτος, οι Τούρκοι σχεδίαζαν την καταστροφή του. Τον Δεκέμβριο του 1963, ένα τυχαίο γεγονός αποκάλυψε και ματαίωσε ένα σατανικό σχέδιο των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων της
Κύπρου. Σχεδίαζαν, το βράδυ της 25ης Δεκεμβρίου, όταν οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, να επιτεθούν στις εκκλησίες και να πετύχουν την εξόντωσή τους. Το βράδυ της 21ης προς την
22 α Δεκεμβρίου, όμως, μια αστυνομική περίπολος επεχείρησε να  ερευνήσει κάποιο ιδιωτικό Τουρκοκυπριακό αυτοκίνητο, στην Τουρκοκυπριακή συνοικία της Λευκωσίας, οπότε δέχτηκε επίθεση με πυρά, από τους επιβαίνοντες σ’αυτό, λόγω του ότι το αυτοκίνητο μετέφερε όπλα. Στη συμπλοκή, που ακολούθησε, σκοτώθηκαν δύο άτομα
και η σύρραξη γενικεύτηκε.

Ήταν η Τουρκανταρσία εναντίον του Κράτους, που οδήγησε στη μελετημένη αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυβέρνηση, τη Βουλή, τις υπηρεσίες του Κράτους, και την Αστυνομία. Έμπαιναν οι βάσεις για την εισβολή που θα γινόταν σε 10 χρόνια.

Επανέρχομαι στο σχέδιο Νιχάτ Ερίμ. Επαναλαμβάνω ότι το 1956, ένα μόλις χρόνο μετά την έναρξη του απελευθερωτικού μας αγώνα, οι Μεντερές και Ζορλού, πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, ανέθεσαν στον νεαρό τότε πολιτευτή, τον Νιχάτ Ερίμ, που αργότερα έγινε και Υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός της Τουρκίας, την εκπόνηση ενός σχεδίου για «ανάκτηση» της Κύπρου.

  • Ο Τούρκος πολιτευτής εκπόνησε ένα σχέδιο, το οποίο εγκρίθηκε από την Κυβέρνηση, υιοθετήθηκε από τη Βουλή και τέθηκε σε εφαρμογή.Ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση στην Τουρκία βρίσκεται στην εξουσία, είτε δικτατορική, είτε δημοκρατική, είτε εθνικιστική, είτε σοσιαλιστική, το σχέδιο εφαρμόζεται χωρίς καμιάν παρέκκλιση. Κι είναι άκρως ανησυχητικό, για μας, το ότι πέντε από τα έξι στάδια που προτείνονταν για ανάκτηση της Κύπρου, έχουν ήδη υλοποιηθεί από τους Τούρκους.
    Πρώτος στόχος τους, που τον πέτυχαν, ήταν η παρεμπόδιση της απόδοσης της Κύπρου στην Ελλάδα. Ο απελευθερωτικός μας αγώνας γινόταν για την ένωση. Μπόρεσαν, μέσω της Αγγλικής δολιότητας, να μην
    μας παραχωρηθεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και απέτρεψαν την ένωση.
  • Δεύτερο στόχο έθεσαν την απόκτηση νόμιμων δικαιωμάτων επί της Κύπρου, τα οποία είχαν απεμπολήσει με τη συνθήκη της Λωζάνης. Το πέτυχαν κι αυτό με τις συνθήκες της εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, πάλι με τη δολιότητα των Άγγλων. Τους δόθηκαν εγγυητικά δικαιώματα, και δικαίωμα διατήρησης μικρού στρατιωτικού
    αποσπάσματος στην Κύπρο.
  • Τρίτος στόχος ήταν η συγκέντρωση σε θυλάκους, των Τουρκοκυπρίων που ήταν διεσπερμένοι σε όλη την Κύπρο.
    Με την τουρκοανταρσία του 1963-64 τους μάζεψαν, με τη βία, σε μικρούς θυλάκους, όπου δεν επέτρεπαν έλεγχο από το κράτος. Έπρεπε να μη δείχνουν πειθαρχία σε καμιά κυβέρνηση, είτε αυτή ήταν τότε η αποικιοκρατική, είτε οποιαδήποτε άλλη θα εγκαθιδρυόταν μελλοντικά, και να αποκτήσουν δομή κράτους.
  • Επόμενος στόχος ήταν η “θεραπεία” της αριθμητικής μειονεξίας τους. Ήταν το 18% κι ήμασταν οι Έλληνες το 82%.
    Έπρεπε, έτσι έλεγε το σχέδιο Νιχάτ Ερίμ, να κουβαλήσουν κόσμο, ώστε να μη φοβούνται κάποιο δημοψήφισμα αν τους επιβληθεί, ή να το επιδιώξουν όταν θα μπορέσουν. Μετά την εισβολή του 1974 μεταφέρουν συνεχώς εποίκους από την Ανατολή. Υπάρχει ο φόβος σήμερα να είναι περισσότεροι από μας. Είναι, βέβαια, παράνομοι- ο εποικισμός συνιστά έγκλημα πολέμου- αλλά αυτοί ελπίζουν και μεθοδεύουν νομιμοποίησή τους.
  • Ο πέμπτος στόχος τους ήταν η επίτευξη στρατιωτικής υπεροχής στην περιοχή. Με 45 χιλιάδες στρατό κατοχής, 400 άρματα μάχης, με τα πλοία τους να αλωνίζουν στην ΑΟΖ μας, και τα αεροπλάνα τους να παραβιάζουν τον εναέριο χώρο και της Κύπρου και της Ελλάδος, δεν υπάρχει κανένας που να αμφισβητεί την επίτευξη και αυτού του στόχου τους.
  • Μένει, ευτυχώς, ανεκπλήρωτος και δύσκολο να εκπληρωθεί, χωρίς τη συγκατάθεσή μας, ο έκτος τους στόχος που είναι να αποκτήσουν και τον πολιτικό έλεγχο της Κύπρου. Όσο υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία, το νόμιμο και αναγνωρισμένο από τα Ηνωμένα Έθνη Κράτος, το οποίο διαχειριζόμαστε εμείς, δεν μπορεί να υλοποιηθεί ο στόχος τους αυτός.

Ξεκάθαροι, λοιπόν, οι προγραμματισμοί των Τούρκων και σταθεροί.Δεν υπάρχει ερασιτεχνισμός στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων τους. Μπορεί οι συγκυρίες να τους επιβάλλουν κάποιους ελιγμούς, μπορεί να αποκρύβουν από τον διεθνή παράγοντα τις στοχεύσεις τους, όμως ο τελικός στόχος μένει αμετακίνητος: Ανάκτηση της Κύπρου, δηλ. κατάληψη και τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι εκείνο που αναφέρει στο βιβλίο του «Η Ελλάδα σε κίνδυνο», ο Περικλής Νεάρχου, πρέσβης της Κύπρου στο Παρίσι επί προεδρίας Τάσου
Παπαδόπουλου.
Γράφει, λοιπόν, ο Περικλής Νεάρχου πως λίγους μήνες μετά την Τουρκική εισβολή, την άνοιξη του 1975, αντιπροσωπεία επιφανών Τουρκοκυπρίων επεσκέφθη τον πρωθυπουργό της εισβολής Ετζεβίτ, και του ζήτησε να ανακηρύξει επισήμως τη διχοτόμηση, όπως ήταν ο Τουρκικός στόχος μέχρι τότε. Ο Ετζεβίτ τους απάντησε ότι μετά την εισβολή, που είχε κάνει πράξη τη διχοτόμηση, δεν συνέφερε πλέον στην Τουρκική πλευρά η διχοτόμηση. Τους είπε ότι μια λύση χωριστού κράτους και συνομοσπονδίας, υπό την εγγύηση της Τουρκίας, θα εξασφάλιζε
καλύτερα τα Τουρκικά συμφέροντα, εφόσον η Τουρκική πλευρά θα είχε «ίσο» λόγο πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο και ταυτόχρονα θα επιτυγχανόταν γεωπολιτική έξωση της Ελλάδας από την Ανατολική Μεσόγειο. Συμπλήρωνε επί πλέον: «Μια τέτοια λύση αφήνει ανοικτή την προοπτική για τον έλεγχο στο μέλλον ολόκληρης της Κύπρου από την
Τουρκία»(Π.Νεάρχου, «Η Ελλάδα σε κίνδυνο»,σελ.170).

Ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής, στο βιβλίο του «Η άλλη πλευρά» σημειώνει: «… Η στοχοθεσία της Τουρκίας προχωρεί πολύ πέραν της διχοτόμησης. Περιλαμβάνει το σύνολο της Κύπρου…» Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην «Ελευθεροτυπία» Αθηνών στις 11 Σεπτεμβρίου 1976, ότι η
διχοτόμηση είναι γι’αυτούς καθαρή παραφροσύνη, γιατί θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Κεντρικής και Ανατολικής Μ. Ασίας. Από την άλλη, είναι γνωστό πως και ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο Αχμέτ Νταβούτογλου ξεκάθαρα είπε, και το αναλύει στο βιβλίο του, πως και ένας Τούρκος να μην υπήρχε στην Κύπρο, το
ενδιαφέρον της Τουρκίας για τη νήσο θα ήταν δεδομένο.
Γιατί εξάλλου, οι πολυχρόνιες συνομιλίες, παρά τις τόσες υποχωρήσεις μας, δεν οδήγησαν σε λύση; Δεχθήκαμε, σχεδόν, όλες τις απαιτήσεις των Τούρκων, όσο παράλογες και αντιδημοκρατικές κι αν ήταν, με σκοπό να φτάσουμε σε μιαν υποφερτή λύση, σ’ένα συμβιβασμό, αλλά μάταια. Κάθε φορά που αποδεχόμασταν μιαν αξίωση των Τούρκων, εκείνοι πρόβαλλαν μιαν άλλη πιο προχωρημένη.
Μέσα στα πλαίσια των σχεδιασμών της και του μόνιμου στόχου της, η Τουρκία άλλαξε βίαια όλα τα ελληνικά τοπωνύμια, όχι μόνο στις κατεχόμενες αλλά και στις ελεύθερες περιοχές, περίπου 400.000, και τα αντικατέστησε με τουρκικά, που σχετίζονται με την εισβολή και εθνοκάθαρση, για να εξαλειφθεί κάθε ίχνος ελληνικής παρουσίας στο νησί (Ανδρέα Μακρίδη «Ο Εκτουρκισμός των Ελληνικών Τοπωνυμίων στην Κύπρο» 2010).
Μέσα στα ίδια πλαίσια επιδιώχθηκε και η ισλαμοποίηση των κατεχομένων. Από το 1974 μέχρι το 2019, 74 εκκλησίες μας μετατράπηκαν σε τζαμιά, κτίστηκαν 85 νέα ισλαμικά τεμένη και προστέθηκαν οθωμανικού-τουρκικού τύπου μιναρέδες σε 51 μικρά τουρκοκυπριακά τζαμιά (Πέτρου Σαββίδη «Η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης Κύπρου,
2019).
Μια προσεγμένη ανάλυση των κινήσεων της Τουρκίας καταδεικνύει ότι με τρεις κυρίως τρόπους επιδιώκει την κατάληψη και τουρκοποίηση της Κύπρου:

α) Πρώτα με την αποδοχή, εκ μέρους μας, μιας λύσης που να προνοεί κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιουργία εξ υπαρχής ενός νέου κράτους. Όσο υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία συνυπάρχουν και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και οι αποφάσεις
της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τη θωρακίζουν και δεν μπορεί η Τουρκία να νομιμοποιήσει την κατοχή. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί η Τουρκία από τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις αυτές είναι η διάλυση της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Το νέο κράτος που θα προκύψει θα είναι αθωράκιστο.

Για να προσφύγει στα Ηνωμένα Έθνη ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα θέλει τη συγκατάθεση του Τουρκοκυπριακού «συνιστώντος κρατιδίου», που δεν θα την έχει. Μη έχοντας τότε πού να προσφύγουμε, αφού με τη διάλυση του
νέου κράτους θα είμαστε κοινότητα και όχι κράτος, θα γίνουμε όμηροι της Τουρκίας. Γι’αυτό και δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε με κανέναν τρόπο σε μιαν τέτοια λύση.
β) Ο δεύτερος τρόπος, με τον οποίο οι Τούρκοι επιχειρούν υλοποίηση του στόχου τους, είναι ο εποικισμός. Οι μαρτυρίες των ίδιων των Τουρκοκυπρίων-όσων απ’αυτούς απέμειναν- είναι ότι σήμερα, πέραν του
στρατού κατοχής, υπάρχει στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου και ένας πολύ μεγάλος αριθμός εποίκων. Πιθανόν να είναι περισσότεροι από μας σε πληθυσμό. Το 2007, ο τότε εκπρόσωπος του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών
Μάϊκλ Μώλλερ, είχε πει σε κάποιον επιχειρηματία της Πάφου, στην παρουσία μου, ότι ο πληθυσμός στα κατεχόμενα ήταν πέραν των 500.000. Και αυτό το συμπέραναν τα Ηνωμένα Έθνη, όπως μας είπε, κυρίως από τον
αριθμό κινητών τηλεφώνων. Έκτοτε ο εποικισμός συνεχίστηκε με εντατικούς ρυθμούς. Ο εποικισμός αποτελεί, βέβαια, έγκλημα πολέμου και καταδικάζεται απ’όλα τα κράτη. Επιχειρούν όμως, οι Τούρκοι, νομιμοποίησή του, με διάφορους τρόπους.

Προβάλλουν ήδη τις δικαιολογίες ότι κάποιοι γεννήθηκαν στην Κύπρο, κάποιοι παντρεύτηκαν, κλπ. Αν συνεχίσουμε να μην αντιδρούμε δυναμικά, ως προς το θέμα αυτό, κάποια στιγμή θα έχουμε την τύχη της Αλεξανδρέττας. Αφού φέρουν με το μέρος τους τούς ισχυρούς της γης, έχοντας την πλειοψηφία του πληθυσμού, οι Τούρκοι θα επιδιώξουν ενιαίο κράτος και δημοψήφισμα. Ο καθηγητής Βασίλης Κατσαρός, Ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Εκκλησίας της Κύπρου, ως ιστορικός, μας λέει ότι το 1908 στην Αλεξανδρέττα, επαρχία τότε της Συρίας, που ήταν αποικία της Γαλλίας, ζούσαν 8000 Τούρκοι και 2.500.000 Σύροι (Άραβες). Οι Αγγλογάλλοι, θέλοντας να έχουν την Τουρκία με το μέρος τους σε έναν ενδεχόμενο
Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέθεσαν σ’αυτή μιαν εποπτεία στην περιοχή. Σε 30χρόνια, το 1939, η Τουρκία άλλαξε τον δημογραφικό χαρακτήρα της περιοχής. Έφερε Τούρκους, έδιωξε τους ντόπιους, ζήτησε και πέτυχε
δημοψήφισμα και κατέστησε την Αλεξανδρέττα επαρχία της Τουρκίας.

Αν δεν αντισταθούμε αποτελεσματικά στα εποικιστικά σχέδια της Τουρκίας θα έχουμε και εμείς την τύχη της Αλεξανδρέττας.
Επαναλαμβάνονται και σήμερα τα ίδια πράγματα στη Συρία. Η πρόσφατη εισβολή της Τουρκίας στη Συρία όπως παρουσιάστηκε σε πρόσφατο άρθρο στην «Κυριακάτικη Δημοκρατία», έχει ως στόχο τη δημιουργία ζώνης στρατιωτικής κατοχής, στην οποία να αντικατασταθεί ο κουρδικός πληθυσμός με εθνοκάθαρση και να δημιουργηθούν διοικητικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές δομές ( όπως έπραξε και στο κατεχόμενο
τμήμα της Κύπρου), προκειμένου να ακολουθήσουν τα στάδια της αυτονόμησης και της ενσωμάτωσης στην Τουρκία ( Άρθρο του Σάββα Καλεντερίδη, 4 Νοεμβρίου 2019).
γ) Και τέλος, θα επιδιώξουν τον στόχο τους, με τη μέθοδο του εκφοβισμού. Θα πράξουν ότι έπραξαν στην Ίμβρο και στην Τένεδο, αναγκάζοντάς μας να φύγουμε στο εξωτερικό, για εξασφάλιση ασφάλειας για τα παιδιά μας.
Η παραμονή των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου στα νησιά τους εξασφαλιζόταν με τη συνθήκη της Λωζάνης. Θα είχαν ευρείες ελευθερίες, σχολεία, αυτοδιοίκηση κλπ. Οι Τούρκοι τότε μετέφεραν τις φυλακές υψίστης ασφαλείας τους στην Ίμβρο. Τη μια νύκτα άφησαν να διαφύγει ένας βαρυποινίτης που σκότωσε κάποιον Έλληνα, την άλλη άφησαν άλλον που βίασε μιαν Ελληνίδα, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά ο Ελληνικός πληθυσμός να φύγει. Έτσι θα επιδιώξει και στην Κύπρο η Τουρκία. Προκαλώντας προβλήματα στη γραμμή αντιπαράταξης, ή με τους Τούρκους και τους λαθρομετανάστες που διατηρούν ως εγκάθετους στις ελεύθερες περιοχές, θα δημιουργήσουν κλίμα ανασφάλειας και πανικού στις τάξεις του λαού, με μόνο τρόπο αντίδρασης την φυγή.

Το πόσο εμείς υπνώττουμε, ή εθελοτυφλούμε, ενώ τα σχέδια της Τουρκίας είναι ξεκάθαρα, ακόμα και για τους ξένους, φαίνεται από το εξής περιστατικό, που όσες φορές κι αν το αφηγηθώ, ανατριχιάζω στην αφήγησή του: Ο προηγούμενος Πατριάρχης Αντιοχείας, ο μ. Ιγνάτιος, λόγω των πολλών δυσκολιών που αντιμετώπιζε το ποίμνιό του στη Συρία, πριν ακόμα ξεσπάσει εκεί η σημερινή κρίση, σκεφτόταν ότι κάποτε θα αναγκαζόταν να φύγει από τη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου κατά τα τελευταία χρόνια. Έλεγε, λοιπόν, πριν από 20 περίπου χρόνια, στον τότε
Μητροπολίτη Πάφου, τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο, ότι σκέψη του, παλαιότερα, ήταν να μεταφέρει την έδρα του στην Κύπρο. Τώρα, όμως, έλεγε, φοβούμαι ότι θα σας διώξουν πριν από μας. Εκείνος έβλεπε από
τότε, πριν 20 χρόνια, και τους σχεδιασμούς και την πολιτική των Τούρκων.
Εμείς εξακολουθούμε να υπνώττουμε.
Η Κύπρος βρίσκεται, χωρίς αμφιβολία, αυτή τη στιγμή στην κρισιμότερη φάση της εθνικής της ζωής. Ο Ελληνισμός της Κύπρου βρίσκεται, σήμερα, σε τροχιάν αφανισμού από τον τόπο στον οποίο ζει εδώ και 35 αιώνες.
Γνωστοί και θανάσιμοι οι σχεδιασμοί των Τούρκων. Θα οδηγηθούμε, όμως, στην απόγνωση; Θα σταθούμε σε ρυθμούς «ευσυμπάθητου θρήνου…στενάζοντες οδυνηρώς εκ βάθους ψυχής..» να κλαίμε απλώς τη μοίρα μας; Θα παρακολουθήσουμε παθητικά την έκβαση των πραγμάτων;
Έχουμε υποχρέωση να αντισταθούμε στην υλοποίηση των Τουρκικών στόχων και να τους ματαιώσουμε. Οφείλουμε να αναχαιτίσουμε την ψυχολογική κατάρρευση του λαού, να ανορθώσουμε το ηθικό του, να του εμπνεύσουμε πίστη στις δυνάμεις του. Είναι γεγονός πως τα συγκριτικά υλικά μεγέθη, με αντίπαλο την Τουρκία, είναι συντριπτικά σε βάρος μας, όπως, εξ άλλου, ήταν πάντα στην ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού. Είναι, όμως, επιλογή η παράδοση γιατί ο αντίπαλος είναι ισχυρός;

Στην Ιστορία μας, αποδείχτηκε πολλές φορές, ότι το ψυχικό σθένος καταβάλλει τον αριθμό.
Χωρίς να παραγνωρίζουμε την επιβαλλόμενη σύνεση στις κινήσεις και στις προσπάθειές μας, άλλο τόσο θα πρέπει να αγνοήσουμε τις φωνές των λεγόμενων ρεαλιστών για «αμετακίνητα τετελεσμένα», και οι οποίοι θεωρούν ως «εθνική αυτοκτονία» κάθε αντίσταση στα σχέδια του κατακτητή. Ούτε ο Παλαιολόγος, ούτε ο Εθνομάρτυς Κυπριανός, ούτε ο Λεωνίδας, ούτε ο Αυξεντίου, που αγωνίστηκαν για την πατρίδα, εν γνώσει τους ότι θα πέθαιναν, ανέμεναν να κριθούν οι πράξεις τους από Εφιάλτες, από Περσόφιλους, Αγγλόφιλους, ή Τουρκόφρονες. Η εθνική αντίσταση δεν υπήρξε ποτέ και δεν είναι εθνική αυτοκτονία. Αντίθετα θα πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα της ζωής μας.
Πώς θα πρέπει, λοιπόν, να δράσουμε ;
Θα πρέπει πρώτα οι ηγεσίες Κύπρου και Ελλάδας να συνειδητοποιήσουν ότι το κυπριακό είναι πρόβλημα πανεθνικό. Ειδικά, η  Ελληνική ηγεσία οφείλει να αντιμετωπίσει το Κυπριακό ως ζωτικό εθνικό θέμα, όχι απλώς με την έννοια της συμπαράστασης ή συμπαράταξης προς τους «αδελφούς Κυπρίους», όπως συνηθίζει να λέει, αλλά και με την έννοια ότι το Κυπριακό αφορά ευθέως την ασφάλεια του ελληνικού χώρου.

Το Κυπριακό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το θέμα των νησιών του Αιγαίου. Η ασφάλεια της Κύπρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια της Ελλάδας και αντίστροφα. Οι τουρκικές απειλές, τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο, έχουν παλιά ιστορία και δεν είναι ένα πρόσφατο ξέσπασμα ενός νοσηρού μεγαλοϊδεατισμού του Ερντογάν. Ο Γκιουνές, που ήταν ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας κατά την εισβολή, δήλωσε απερίφραστα: « Η Κύπρος είναι τόσο πολύτιμη, όπως το δεξί χέρι μιας χώρας που νοιάζεται για την άμυνα της ή για τους επεκτατικούς της στόχους, αν έχει…».
Αναφορικά με τα νησιά του Αιγαίου, η Τουρκία έχει θέσει στόχο της την αναθεώρηση του καθεστώτος τους, από το 1973. Η Τουρκία ούτε αποκρύπτει ούτε συγκαλύπττει την επιδίωξη της αυτή. Ο πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος Τουργούτ Οζάλ, που εθεωρείτο μάλιστα μετριοπαθής, δήλωνε το 1986 ότι «η παρούσα κατάσταση η οποία υπάρχει μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας δεν είναι ικανοποιητική. Εάν η Τουρκία ήξερε πού θα την οδηγούσε η Συνθήκη της Λωζάνης δεν θα την είχε υπογράψει ποτέ… Εμείς δεν ξεχνούμε ότι χάσαμε μέσα από τα χέρια μας
τα νησιά, τα πάτρια τουρκικά εδάφη». Αρκετά αποκαλυπτικός είναι και ο Αχμέτ Νταβότουγλου στο βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος, η διεθνής θέση της Τουρκίας»: «Μια Τουρκία που έχει αποκλειστεί από το Αιγαίο κι
έχει περικυκλωθεί στα νότια από τη Ρωμαίικη Διοίκηση της νότιας Κύπρου σημαίνει ότι τα περιθώριά της να κάνει ένα άνοιγμα στον κόσμο έχουν περιοριστεί σημαντικά» (σελ 267).
Θα πρέπει να συναισθανθούμε και να πιστέψουμε στις δυνάμεις μας. Είμαστε, Ελλάδα και Κύπρος, δυο κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συντονιζόμενοι μπορούμε να πετύχουμε πολλά. Έχουμε ένα τεράστιο τμήμα του Ελληνισμού σκορπισμένο σ’όλη την υφήλιο, το οποίο μπορεί να οργανωθεί και να προωθήσει τα εθνικά μας δίκαια. Η γεωγραφική μας θέση δεν είναι κατώτερη, από γεωστρατηγικής πλευράς, από τη θέση της Τουρκίας. Μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε στο έπακρο για προστασία των εθνικών μας συμφερόντων. Κι ακούμε με λύπη, πως ανανεώθηκαν οι συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής για τις βάσεις στην Κρήτη κι άλλού, χωρίς σθεναρές απαιτήσεις από την Ελληνική Κυβέρνηση για την  άμυνα και την προστασία εθνικών συμφερόντων της χώρας. Μακάρι να έγιναν και να μην τις ξέρουμε.
Ο Θουκυδίδης επισημαίνει από την αρχαιότητα ότι οι πόλεμοι δεν εξελίσσονται πάντα όπως ήταν η πρόβλεψη των εμπνευστών τους. Απρόοπτοι και αστάθμητοι παράγοντες αναδεικνύουν αδυναμίες για τους μεγάλους και ευκαιρίες για τους μικρούς. Κι είναι παρήγορο και ενθαρρυντικό το γεγονός ότι, κατά τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζονται
τέτοιες ευκαιρίες, επιδιώκονται συμφωνίες και συνάπτονται συμμαχίες μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και άλλων χωρών της περιοχής (Ισραήλ, Αιγύπτου, Λιβάνου κλπ). Είναι καλές και επωφελείς οι συμμαχίες αυτές.
Όμως εκείνο που πρέπει να επιδιωχθεί είναι κυρίως οι κοινοί προγραμματισμοί Κύπρου και Ελλάδας. Με τις άλλες χώρες υπάρχει ο κίνδυνος, με την αλλαγή κυβέρνησης, να αλλάξει και ο τρόπος αντιμετώπισής μας. Είναι πολύς καιρός που το Ισραήλ συνεργαζόταν πλήρως με την Τουρκία; Όταν στην Αίγυπτο κυβερνούσε ο Μόρσι και οι
Αδελφοί Μουσουλμάνοι είχαμε, ή μπορούσαμε να έχουμε, οποιαδήποτε συμμαχία; Αν αύριο ο Σίσσι της Αιγύπτου ανατραπεί;

Όμως με την Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είμαστε Έλληνες, έχουμε την ίδια φύτρα, δεν μπορούν να μας χωρίσουν ιδεολογίες, ή άλλες διαφορές. Θα πρέπει, λοιπόν, να επιδιώξουμε ένα νέο ενιαίο αμυντικό δόγμα με την Ελλάδα. Δεν είμαστε μακριά, όπως κάποτε ακούσαμε από πρωθυπουργικά χείλη. Μα και στο διπλωματικό πεδίο μπορούμε να πετύχουμε πολλά, συνεργαζόμενοι. Θυμούμαστε πάντα, με ευγνωμοσύνη, την αποφασιστική
κίνηση της Ελλάδας για εισδοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αξίωσε και πέτυχε, επισείοντας και το δικαίωμα του veto, την εισδοχή ως συνόλου και όχι της καθεμιάς ξεχωριστά, και των δέκα τότε υποψηφίων χωρών. Χωρίς αυτή την κίνηση ίσως να μην εισερχόμασταν στην Ευρώπη,
με το θέμα της κατοχής άλυτο.

Ύστερα θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι χωρίς σταθερή γραμμή και με το να κάνουμε σημαίες τις απαιτήσεις των Τούρκων, που απορρίψαμε προηγουμένως, επιδεικνύοντας, τάχα, καλή θέληση, δεν εξυπηρετούμε το
εθνικό συμφέρον, ούτε και κατευνάζουμε τον κατακτητή. Πριν από δύο χρόνια ζητούσαμε διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό και η Τουρκία αντέτεινε πενταμερή (τρεις οι «εγγυήτριες» δυνάμεις η Ελληνοκυπριακή και η Τουρκοκυπριακή κοινότητα).

Επιμέναμε ότι τουλάχιστον θα’ πρεπε να αντιπροσωπεύεται και η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος καθώς και η
Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν τα καταφέραμε και συρθήκαμε στην πενταμερή που απέτυχε. Τώρα με τη στασιμότητα στο Κυπριακό φτάσαμε στο σημείο, να ζητούμε εμείς επιμόνως πενταμερή και να αρνείται η Τουρκία. Πήρε
ό,τι ήθελε, μετακίνησε τώρα τον ενδιάμεσο στόχο της. Το ίδιο έγινε και τη Δ.Δ.Ο. Τη ζητούσαν επίμονα οι Τούρκοι, ξέροντας ότι οδηγεί στην Τουρκοποίηση. Τώρα που μετακίνησαν τον στόχο τους αλλού, την κάναμε εμείς σημαία του αγώνα μας. Και πάλιν όμως δεν ικανοποιείται ο κατακτητής.
Η εντύπωση, από την άλλη, ότι οι συνομιλίες, οι οποιεσδήποτε συνομιλίες, κι όταν αυτές απλώς γίνονται χωρίς καμιάν προοπτική επιτυχίας, αποτελούν ομπρέλα προστασίας από χειρότερες καταστάσεις, είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Δεν συνομιλούσαμε, μήπως, όταν ξεκίνησε η δεύτερη φάση της εισβολής; Ή όταν ανακηρύχθηκε το
ψευδοκράτος; Ή όταν κατασκεύαζαν τον αγωγό που μεταφέρει νερό από την Τουρκία; Ή όταν προωθούνταν στα Στροβίλια, στην περιοχή Αμμοχώστου; Κι ακόμα· σταμάτησαν καμιά φορά οι παραβιάσεις στον εναέριο χώρο μας ή στην ΑΟΖ μας με τις συνομιλίες;

Δεν θέλω να πω πως δεν θα πρέπει να επιχειρηθεί διάσπαση του αδιεξόδου. Δεν είναι όμως πανάκεια οι συνομιλίες. Ούτε και θα πρέπει να επιδιωχθεί η επανέναρξή τους με κάθε θυσία και με νέες υποχωρήσεις. Κι ανησυχώ φοβερά για την αυριανή συνάντηση του Προέδρου με τον κατοχικό ηγέτη και τον Γκουντέρες. Θα αντέξει στις πιέσεις ο πρόεδρος της Δημοκρατίας; Δηλώναμε πριν λίγους μήνες ότι αν η Τουρκία δεν αποσυρθεί από την ΑΟΖ μας, δεν θα ξεκινούσαμε συνομιλίες. Τελευταία αυτή η προϋπόθεση αποσιωπήθηκε. Συρόμαστε εκεί που θέλει η Τουρκία, χωρίς σταθερό στόχο και σταθερές επιδιώξεις. Δεν θα έπρεπε να ξεχνούμε τόσο εύκολα τον
τρόπο με τον οποίο εργάζεται η Τουρκία και πώς προωθεί τα σχέδιά της, ούτε και να μας διαφεύγει ο τελικός στόχος της.
Ο αείμνηστος Τάσος Παπαδόπουλος μου είχε πει, με πικρία, κάποτε, πως όταν ανέλαβε την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας επεσκέφθη την Αθήνα και ζήτησε να δει τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών για το
Κυπριακό. Πληροφορήθηκε με έκπληξη και απογοήτευση ότι τέτοια αρχεία δεν υπήρχαν. Η διαχείριση του Κυπριακού από τον εκάστοτε Υπουργό Εξωτερικών ήταν ερασιτεχνική. Φαντάζεστε τη μειονεκτική θέση μας
απέναντι στους Τούρκους, οι οποίοι όπως είδαμε έχουν μια σταθερή διαχρονική πολιτική στο Κυπριακό και τα άλλα εθνικά τους θέματα, την οποία υλοποιούν, οποιαδήποτε Κυβέρνηση κι αν είναι στην αρχή.

Σ’εμάς συμβαίνουν ακριβώς τα αντίθετα: Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέστειλε τη μεραρχία στην Κύπρο την οποία απέσυρε η Χούντα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέγραψε και προώθησε με την Κυπριακή  Κυβέρνηση το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού χώρου, ο Σημίτης το κατήργησε ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου, ο νεώτερος, δεν θα κατάλαβε ότι είμαστε κι εμείς Έλληνες.
Δεν υπονοώ ότι στην Κύπρο είμαστε σε καλύτερη θέση. Εμείς φτάσαμε σε σημείο να έχουμε καταγγείλει τον Πρόεδρό μας στα Ηνωμένα Έθνη ότι επηρέασε ανεπίτρεπτα την κρίση του λαού κατά το δημοψήφισμα του 2004. Μια ανηλεής προπαγάνδα, που εκπορεύτηκε και χρηματοδοτήθηκε και από το εξωτερικό, είχε πείσει, πριν λίγα χρόνια, τον λαό ότι χρειαζόταν «πρόεδρος λύσης», ότι δηλ. εμείς δεν θέλαμε μέχρι τότε λύση, με αποτέλεσμα να εκλεγεί, όπως θα θυμάστε, κάποιος που καταβαράθρωσε και το εθνικό θέμα και την οικονομία.
Για να έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας η προσπάθειά μας, για αποτροπή των τουρκικών σχεδιασμών σε βάρος της πατρίδας μας, απαιτείται να αναθεωρήσουμε τις αρχές μας, να επιστρέψουμε στις αξίες της φυλής και της πίστης μας. Να θυμηθούμε πως όταν ο Ελληνισμός υπέκυπτε σε ξένους κατακτητές, τούτο δεν οφειλόταν μόνο, ή κυρίως, στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού. Οφειλόταν πρωτίστως στην προηγούμενη απομάκρυνση των Ελλήνων από τις διαχρονικές ελληνικές αξίες, που ενεργούσαν ως θώρακας προστασίας και σωτηρίας. Πολύ περισσότερο τώρα που οι δίνες μέσα στα σημερινά ρεύματα της Ιστορίας είναι φοβερά επικίνδυνες, και ο Ελληνισμός είναι αδύναμος οικονομικά και ετερόφωτος πολιτιστικά, οφείλουμε να κρατηθούμε σταθερά από τις αξίες μας.
Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να επιδείξουμε ιδιαίτερη προσοχή στην παρεχόμενη στους νέους παιδεία μας. Από τις στάσεις ζωής και από την φιλοσοφία ζωής που θα μεταδώσει στους μαθητές η παιδεία και από την προσωπικότητα που θα τους βοηθήσει να αναπτύξουν, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η ευαισθησία τους στις διάφορες κοινωνικές και εθνικές προκλήσεις και η διάθεσή τους για αγώνα προς καταξίωση της ζωής και απελευθέρωση της πατρίδας.

Παρόλο που έχουμε συναίσθηση του σημερινού πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της Κυπριακής και Ελλαδικής κοινωνίας, οι εκπαιδευτικοί μας στόχοι πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με μια μακροπρόθεσμη πολιτική εθνικής και φυσικής επιβίωσης του Ελληνισμού και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Δεν πρέπει η διαπολιτισμική αγωγή να γίνει το μέσον για κατάργηση, ή υποβάθμιση της εθνικής αυτοσυνειδησίας μας.

Θα σεβαστούμε τους άλλους, τα χαρακτηριστικά και τον πολιτισμό τους, αλλά δεν θα αλλοιώσουμε την Ιστορία μας, δεν θα καταργήσουμε τα εθνικά μας σύμβολα, ούτε και θα υποβαθμίσουμε τις εθνικές επετείους μας.
Η παιδεία μας θα πρέπει να αντισταθεί στις προκλήσεις των καιρών. Θα πρέπει στην Κύπρο να εξακολουθήσει να διατηρεί άσβεστη τη μνήμη των κατεχομένων εδαφών μας και να τονώνει το εθνικό φρόνημα.
Επισκεπτόμενος τα σχολεία για αγιασμούς ή και ομιλίες, αλλά και συνομιλώντας με πολλούς λειτουργούς της παιδείας, αντελήφθηκα ότι, εδώ και χρόνια, επιδιώκεται σταθερά η υποβάθμιση της ταυτότητας του κυρίαρχου τμήματος του Κυπριακού λαού, που είναι η ελληνική, έναντι της ταυτότητας των άλλων μικρών εθνικών ομάδων που υπάρχουν στην Κύπρο. Είμαι γνώστης και του τι γίνεται εδώ. Εξάλλου, αντιγράφουμε όλα τα κακά του Ελλαδικού συστήματος.

Η καλλιέργεια και η ανάπτυξη της οικείας ταυτότητας δεν σημαίνει εθνικισμό ούτε και εθνικό ναρκισσισμό, ούτε ασφαλώς και υποτίμηση των άλλων. Σημαίνει καλλιέργεια των αξιών της παράδοσης, στέρεη γνώση της
Ιστορίας και γενικά αυτογνωσία.

Μέσα στα πλαίσια του αγώνα μας θα πρέπει να απαιτήσουμε, ύστερα, αγωνιστική διάθεση εκ μέρους των ηγετών μας, διαφάνεια στη ζωή και ηθική στον τρόπο συμπεριφοράς τους. Δεν μπορείς με σάπια ηγεσία και διεφθαρμένες συμπεριφορές να οργανώσεις αποτελεσματικά και να φέρεις σε πέρας έναν αγώνα, από την έκβαση του οποίου κρίνονται τα πάντα.
Εθνική εγρήγορση, ηθική αφύπνιση και επιστροφή στις αξίες μας είναι, λοιπόν, απαραίτητα για τη διεξαγωγή του αγώνα για εθνική επιβίωση. Αυτή η εγρήγορση θα πρέπει να μας οδηγήσει και στη λήψη κάποιων στοιχειωδών, τουλάχιστον, προστατευτικών μέτρων. Ένα κράτος που αυτοπεριορίζεται σε παθητική άμυνα, που εν μέσω πρωτόγνωρων εθνικών κινδύνων περιορίζει τον χρόνο της στρατιωτικής θητείας και εκμηδενίζει τις στρατιωτικές-αμυντικές δαπάνες του, είναι αδύνατο να πειθαναγκάσει έναν επιθετικό αντίπαλο σε παραίτηση από τους στόχους
και τις επιδιώξεις του.
Είναι, ασφαλώς αναγκαίο και το ηθικό αγωνιστικό φρόνημα του λαού, που πρέπει να σφυρηλατηθεί στις πνευματικές, ηθικές και πολιτιστικές μας αξίες, αλλά είναι απαραίτητη και μια αμυντική υποδομή στην οποία
θα στηριχτεί αυτό το φρόνημα, για να καταστεί αποτελεσματικό και να μεγαλουργήσει. Και δεν θα πρέπει να τα ρίχνουμε όλα στις κυβερνήσεις.
Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι όλοι για αποκοπή μισθών και στέρηση ανέσεων για ενίσχυση της άμυνας.
Ύστερα από όλα αυτά, θα πρέπει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση της αλλαγής πλεύσης για επίλυση του προβλήματός μας. Για όσους δεν εθελοτυφλούν και δεν πάσχουν από το σύνδρομο της αυτοδικαίωσης, η
χάραξη μιας νέας εθνικής στρατηγικής για επιδίωξη μιας νέας διαπραγματευτικής βάσης, είναι μονόδρομος.

Σε κάθε καλόπιστο μελετητή του Κυπριακού, είναι εμφανές ότι μια λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) οδηγεί στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη διαδοχή της από ένα κρατικό μόρφωμα, ανορθόδοξο, αντιδημοκρατικό, ρατσιστικό και μη βιώσιμο.

Μια τέτοια λύση πολύ γρήγορα θα οδηγήσει στην Τουρκοποίηση. Νομίζω πως απηχώ και τις απόψεις της πλειοψηφίας του Κυπριακού Ελληνισμού αν πω ότι εκείνο που δεν τολμήσαμε το 1983, με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, και το 2004, με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, την απόσειση δηλ. όλων των μονομερών υποχωρήσεων και δεσμεύσεών μας, θα πρέπει να το τολμήσουμε τώρα. Και να επανατοποθετήσουμε το πρόβλημά μας στις σωστές του διαστάσεις.

Το Κυπριακό είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Θα πρέπει η Τουρκία να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Κύπρο για να αποκατασταθούν πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Οι κοινές προσπάθειες Ελλάδας και Κύπρου αλλά και των απανταχού της γης των Ελλήνων πρέπει να ξεκινήσουν με την αταλάντευτη διεκδίκηση των όσων απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι και όλος ο ελεύθερος κόσμος, και για τον λαό μας:

  • Οι άλλοι Ευρωπαίοι δικαιούνται ελεύθερη διακίνηση σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εμείς γιατί
    να μην μπορούμε να απολαμβάνουμε κάτι τέτοιο στην πατρίδα μας;
  • Οι άλλοι Ευρωπαίοι μπορούν να εγκαθίστανται όπου θέλουν στην Ευρώπη. Γιατί εμείς να μην μπορούμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας;
  • Οι άλλοι έχουν το δικαίωμα απόκτησης περιουσίας σε όλη την Ευρώπη. Εμείς γιατί να μην μπορούμε να απολαμβάνουμε τις δικές μας περιουσίες στα κατεχόμενα;
  • Για τους άλλους ισχύει: Ένας άνθρωπος, μια ψήφος. Γιατί σ’ εμάς το 18% να ζητά να επιβάλλεται το 82%;

Όσες φορές μιλώ σε Ελλαδικό ακροατήριο, μετά τις ευχαριστίες μου προς τον Ελληνικό λαό για τη διαχρονική συμπαράστασή του (είναι από τους εκάστοτε κυβερνώντες που έχουμε παράπονα), συνηθίζω να εξηγώ
και γιατί θεωρούμε αυτονόητη τη συμπαράστασή του. Δεν είμαστε, Έλληνες αδελφοί, απομακρυσμένοι συγγενείς που ζητούμε τη συμπάθειά σας. Είμαστε Έλληνες όπως κι εσείς. Έχουμε την ίδια φύτρα, την ίδια καταγωγή. Ανδρωθήκαμε με τα ίδια ιδανικά,λατρέψαμε την Ελλάδα ως θεά. Μετρούμε στον τόπο μας τόσα χρόνια
Ελληνικής παρουσίας όσα κι οι Αθηναίοι στην Αττική κι οι Σπαρτιάτες στην Πελοπόννησο. Ούτε και ζητούμε οικονομική βοήθεια, όπως οι Έλληνες της διασποράς, για να κρατήσουμε τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά μας. Αυτά
τα κρατήσαμε με θυσίες και ποταμούς αιμάτων, μέσα στους αιώνες, αντιμετωπίζοντας ποικίλους κατακτητές. Ζητούμε την από κοινού αντιμετώπιση των κινδύνων για να κρατηθούμε στις ρίζες μας, να κρατήσουμε τον τόπο μας Ελληνικό.

Γιατί, αλλοίμονο! Αν πέσει η Κύπρος θα αρχίσει το ξήλωμα της Ελλάδος. Θα έλθει η σειρά της Θράκης, του
Αιγαίου, της Μακεδονίας.
Τελειώνοντας- νομίζω πως καταχράστηκα ήδη τον χρόνο σας- θέλω να πω πως αν μίλησα σαν ένας κοσμικός ομιλητής, χωρίς αναφορά στη δύναμη του Θεού και τη βοήθεια του προς τον λαό του, δεν το έκαμα γιατί ξεχνώ το ιερατικό σχήμα μου, ούτε και εκ λόγων ολιγοπιστίας.

Είναι γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι ο Θεός δεν εδημιούργησε τον άνθρωπο ως άβουλο όν. Τον δημιούργησε ελεύθερο, με δυνατότητα επιδίωξης και πραγμάτωσης των στόχων του. Οφείλουμε να κάνουμε ότι περνά από το
χέρι μας. Σ’ ό,τι ξεπερνά τις δυνατότητές μας θα έλθει βοηθός ο Θεός. Θα πρέπει, λοιπόν, να επιδιώξουμε ως Ελληνισμός στο σύνολό του, τα δίκαιά μας. Και να’μαστε σίγουροι ότι ο Θεός βοηθά και ενισχύει εκείνους που
βοηθούν τον εαυτό τους.

*Ομιλία στον Σύλλογο Χημικών «οι φίλοι του Αγίου Μενίγνου» Αθήνα 24.11.2019

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>