Νίκος Νικολούδης*

Αναρτούμε το κείμενο της εισήγησης του ιστορικού κ. Νίκου Νικολούδη, πτυχιούχου του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και δρος Ιστορίας του King’s College (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου), 5ης κατά σειρά στην Ε’ Συνεδρία (2.11.2021) του διαδικτυακού Συνεδρίου για την ελληνική επανάσταση του 1821-29 που διοργάνωσε η εφημερίδα “Χριστιανική” για την επέτειο των 200 χρόνων του Αγώνα. Το βίντεο της Συνεδρίας είναι αναρτημένο στο κανάλι του youtube της εφημερίδας “Χριστιανική”. Δείτε εδώ το βίντεο.

Όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης είχε ως συνέπεια την εκδήλωση ενός φιλελληνικού κινήματος, του οποίου όμως οι δραστηριότητες οριοθετήθηκαν από τις διεθνείς σχέσεις του αγγλικού κράτους εκείνη την περίοδο.

Ως γνωστόν η Αγγλία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, ειδικότερα μάλιστα κατά την τελευταία και κρισιμότερη φάση τους που είχε ως κατάληξη τη Μάχη του Βατερλώ (1815). Γι’ αυτό τον λόγο κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης συμμεριζόταν σε μεγάλο βαθμό τις αρχές της Ιεράς Συμμαχίας (την οποία συγκροτούσαν η Αυστρία, η Ρωσία και η Πρωσσία) χωρίς όμως να αποτελεί μέλος της, καθώς, σύμφωνα με μια πάγια πολιτική της, απέφευγε να δεσμεύεται σε πολυμερείς πολιτικούς σχηματισμούς. Ειδικότερα όσον αφορά τη βρετανική πολιτική στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, οι αγγλικές κυβερνήσεις (που προέρχονταν από το Συντηρητικό Κόμμα, τους Τόρυς) είχαν ως πάγια επιδίωξη τη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς, λόγω της συνεχούς εξασθένισής της, οι συγκρούσεις της με τη γειτονική Ρωσία, κατέληγαν σε περαιτέρω αποδυνάμωσή της προς όφελος της Ρωσίας[1].

Υπ’ αυτές τις συνθήκες στις αρχές του καλοκαιριού του 1821 ο αγγλικός Τύπος τηρούσε από επιφυλακτική έως συγκεκαλυμμένα αρνητική στάση για την Ελληνική Επανάσταση. Χαρακτηριστικά, στις 29 Ιουνίου η εφημερίδα Morning Chronicle ανέφερε τα εξής: «Το ξεμυάλισμα αυτού του έθνους [των Ελλήνων] καθίσταται πιο προφανές, καθώς είχαν κτίσει σπίτια στην άμμο, νομίζοντας ότι θα κερδίσουν την ανεξαρτησία με προδοσίες και επαίσχυντες σφαγές, τις οποίες οι αρχηγοί τους αποκάλεσαν νίκες. Ο τρόπος με τον οποίο και οι δύο πλευρές συνεχίζουν την έριδα προκαλεί αγανάκτηση. Θυσιάζονται κυρίως άοπλοι. Οι Μουσουλμάνοι και οι Έλληνες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε σκληρότητα»[2].

Μέσα σε αυτό το κλίμα κυκλοφόρησε στο Λονδίνο μετά από λίγες εβδομάδες ένα ανυπόγραφο κείμενο με τον τίτλο Remarks on the Present State of Turkey, considered in its Commercial and Political Relation with England, το οποίο απέβλεπε στη δημιουργία αισθημάτων συμπάθειας για τον ελληνικό Αγώνα. Συγγραφέας του ήταν ο γλωσσομαθής Ηπειρώτης δάσκαλος (με καταγωγή από το Ζαγόρι) Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης (ή Πολυχρόνης), ο οποίος εκείνη την περίοδο συνεργαζόταν στενά με τον Αδαμάντιο Κοραή στο Παρίσι, ως μέλος της ελληνικής επιτροπής (υπό την προεδρία του Κοραή) για την υλική και ηθική υποστήριξη του Αγώνα. Το κείμενο αυτό είχε κυκλοφορήσει λίγο νωρίτερα στο Παρίσι, στα γαλλικά, και φαίνεται ότι μεταφέρθηκε στο Λονδίνο με πρωτοβουλία του γιατρού Πέτρου Ηπίτη, δραστήριου μέλους της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος είναι γνωστό ότι βρισκόταν στη βρετανική πρωτεύουσα στα μέσα Ιουλίου του 1821 για να προωθήσει τα ελληνικά δίκαια. Εκεί συνεργάστηκε για τη δημοσίευσή του με ορισμένα μέλη της ελληνικής παροικίας (κυρίως εμπόρους από τη Χίο), ένα από τα οποία, πιθανόν ο Δημήτριος Σχινάς, μετέφρασε το κείμενο του Πολυχρονιάδη στα αγγλικά. Το κύριο επιχείρημα που διατυπωνόταν στην αγγλική έκδοση του κειμένου ήταν ότι θα συνέφερε την Αγγλία πολύ περισσότερο να συνεργαστεί οικονομικά με ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος παρά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την οποία απομυζούσε η Ρωσία. Η επιχειρηματολογία αυτή βρήκε ευήκοα ώτα στο αγγλικό αναγνωστικό κοινό και η επίδρασή της υπήρξε άμεση και καταλυτική[3]. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη την 1η Αυγούστου η εφημερίδα Times, κατ’ εξοχήν εκφραστής των απόψεων του βρετανικού κατεστημένου, αναδημοσίευσε εκτενή αποσπάσματα του κειμένου του Πολυχρονιάδη, σχολιάζοντάς τα ευμενώς: «Εάν οι Έλληνες θέλουν να πετύχουν τον σκοπό τους, θα πρέπει να επηρεάσουν την πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Το πρώτο είναι δύσκολο, αλλά το δεύτερο θα το πετύχουν εύκολα. Ο Τύπος είναι ο φυσικός τους σύμμαχος». Σε ένα άλλο σημείο ο αρθρογράφος προσέθετε: «Οι Έλληνες, αν κερδίσουν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, θα κατορθώσουν να γκρεμίσουν τη βάρβαρη καταπίεση των απίστων. Το δύσκολο όμως είναι να αποφύγουν έπειτα την αντικατάσταση της τυραννίας των Οθωμανών με εκείνη μιας άλλης δύναμης. Μπορούν, όμως, να τα καταφέρουν αν κάποιος τους συμβουλέψει σοφά και ορθά». Καταλήγοντας, ο Άγγλος αρθρογράφος τόνιζε τη σύμπλευση των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων με τα ελληνικά (όπως την εξέφραζε ο Πολυχρονιάδης) με το εξής σχόλιο: «Ο συγγραφέας φαίνεται να συνδυάζει την επίκληση στο συναίσθημα με την ταυτόχρονη επίκληση στα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας: επιχειρεί να αποδείξει ότι εάν η Αγγλία βοηθήσει τον αγώνα των Ελλήνων, θα έχει να κερδίσει πολλά, θα ενισχύσει την εμπορική δύναμη και την ευημερία της»[4].

Αυτό το δημοσίευμα σηματοδότησε τη μεταστροφή του βρετανικού Τύπου υπέρ του ελληνικού Αγώνα και τις απαρχές της δημιουργίας του βρετανικού φιλελληνικού κινήματος, το οποίο όμως στελεχώθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από άτομα οι πολιτικοκοινωνικές αντιλήψεις των οποίων βρίσκονταν στο περιθώριο της κατά βάση συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας. Τα άτομα αυτά προέρχονταν από τις ακόλουθες κατηγορίες:

– Μειονοτικές εθνικές ομάδες των Βρετανικών Νήσων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Σκωτσέζος αριστοκράτης Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon) και ο Ιρλανδός εμποροπλοίαρχος Έντουαρντ Μπλάκιερ (Edward Blaquiere), που εξελίχθηκε σε έναν από τους θερμότερους φιλέλληνες (επρόκειτο να χαρακτηριστεί «ο πιο δημοφιλής ξένος από όλους όσους επισκέφθηκαν την Ελλάδα» στη διάρκεια της Επανάστασης)[5].

– Οπαδούς της φιλοσοφίας του ωφελιμισμού, την οποία εξέφραζε ο κοινωνικός φιλόσοφος Τζέρεμυ Μπένθαμ (Jeremy Bentham). Χαρακτηριστική περίπτωση μέλους αυτής της κατηγορίας αποτελούσε ο αντισυνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοουπ (Leicester Stanhope)[6].

– Ριζοσπάστες φιλελεύθερους, προσκείμενους στο Φιλελεύθερο Κόμμα (Whigs, Ουίγους). Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η οικογένεια του Στάνχοουπ υποστήριζε παραδοσιακά τους Ουίγους.

– Μέλη χριστιανικών κοινοτήτων όπως οι Κουάκεροι. Οι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας αποδείχθηκαν οι συνεπέστεροι φιλέλληνες, επιδεικνύοντας χριστιανική αλληλεγγύη και προωθώντας εκπαιδευτικές δραστηριότητες στον ελληνικό χώρο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1830[7].

Όπως γίνεται αντιληπτό, σχεδόν καμία από τις παραπάνω ομάδες δεν είχε ως πρωταρχική επιδίωξη αυτή καθεαυτή την ελληνική ελευθερία. Οι ευρύτεροι στόχοι τους ήταν η διάδοση του πολιτικού φιλελευθερισμού και της ελευθεροτυπίας, ο εκπολιτισμός των καθυστερημένων λαών και, γενικότερα, η επίτευξη της «προόδου». Υπ’ αυτή την έννοια ο βρετανικός φιλελευθερισμός είχε αρκετά διαφορετικό προσανατολισμό από τα αντίστοιχα κινήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης, που εμπνέονταν  από τα κλασικά ιδεώδη της αρχαίας Ελλάδας και την αλληλεγγύη προς έναν καταπιεσμένο ομόδοξο χριστιανικό λαό, όπως ο ελληνικός[8]. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι έως το 1823 αρκετοί Βρετανοί που αργότερα εξελίχθηκαν σε φιλέλληνες (όπως ο Μπλάκιερ) προσπαθούσαν να συνδράμουν κυρίως τις φιλελεύθερες επαναστάσεις στην Ιταλία (κινήματα των καρμπονάρων) και την Ισπανία, και μόνο όταν εκείνες απέτυχαν έστρεψαν την προσοχή τους στον ελληνικό Αγώνα[9].

Σε αυτά τα πλαίσια, και μετά την υιοθέτηση των επιχειρημάτων του Πολυχρονιάδη από μερίδα του βρετανικού Τύπου, πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1821 ένας έρανος για την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης από τον θεολόγο, λεξικογράφο και κλασικό φιλόλογο Τζων Λεμπριέρ (John Lempriere). Ο ίδιος συνέγραψε παράλληλα μια φιλελληνική  έκκληση που δημοσιεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου στην εφημερίδα Courrier. Στον έρανο του Λεμπριέρ ανταποκρίθηκαν ορισμένοι διαπρεπείς συλλέκτες ελληνικών αρχαιοτήτων, αλλά το ποσό που συγκεντρώθηκε δεν υπερέβαινε τις μερικές εκατοντάδες λίρες. Κάπως καλύτερη ανταπόκριση είχε μια αντίστοιχη προσπάθεια του Δημητρίου Σχινά, την οποία υποστήριξε στις 13 Δεκεμβρίου η εφημερίδα Morning Chronicle, κάνοντας έκκληση στα ανώτερα αισθήματα των Άγγλων για τους Έλληνες, με βάση τον ανθρωπισμό, την κοινή θρησκεία και το χρέος όλων των πολιτισμένων εθνών προς την Ελλάδα[10]. Τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση όμως αυτή την περίοδο επέδειξε ο διάσημος ποιητής Πέρσυ Σέλλεϋ (Percy Shelley), συγγραφέας του ποιήματος Hellas, το προοίμιο του οποίου αποτελεί μια ειλικρινή φιλελληνική δήλωση: «Είμαστε όλοι Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας έχουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα. Εάν δεν ήταν η Ελλάδα […] θα μπορούσαμε να είμαστε ακόμη άγριοι και ειδωλολάτρες […] Ο σύγχρονος Έλληνας είναι απόγονος όλων αυτών των ένδοξων πλασμάτων, τα οποία η φαντασία σχεδόν αρνείται να θεωρήσει ότι ανήκουν στο είδος μας, και έχει κληρονομήσει ένα μεγάλο μέρος της ευαισθησίας τους, της ταχύτητας της αντίληψής τους, του ενθουσιασμού τους και του κουράγιου τους»[11]. Το ποίημα αυτό κυκλοφόρησε στις αρχές του 1822 και προκάλεσε αίσθηση.

Νωρίτερα, στα τέλη του καλοκαιριού του 1821, είχε σπεύσει στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Τόμας Γκόρντον επικεφαλής μιας αποστολής εφοδίων και οπλισμού που περιελάμβανε και μερικά κανόνια. Η αποστολή αυτή έφτασε στην Τριπολιτσά στις 27 Αυγούστου και συμμετέσχε στις επιχειρήσεις για την κατάληψή της[12]. Τα έκτροπα όμως που σημειώθηκαν κατά την άλωση της πόλης (στις 23 Σεπτεμβρίου) και ο φόνος μεγάλου μέρους των αλλόθρησκων κατοίκων της προκάλεσαν την αγανάκτηση του Γκόρντον και την αποχώρησή του από την Ελλάδα, καθώς και, ευρύτερα, την ανάσχεση του πρώιμου φιλελληνικού ρεύματος στη Γηραιά Αλβιόνα. Τις αρνητικές αυτές εντυπώσεις μετρίασε στις αρχές του 1822 η κυκλοφορία στη Μεγάλη Βρετανία ενός σύντομου δίγλωσσου κειμένου 15 σελίδων (στα ελληνικά και αγγλικά), με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου του Εκτελεστικού («πρωθυπουργού») Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Σε αυτό ο ανώνυμος συγγραφέας του υπερασπίστηκε πειστικά, με δώδεκα επιχειρήματα, τα δίκαια των Ελλήνων, καταφέρνοντας να αμβλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις της σφαγής στη βρετανική κοινή γνώμη[13]. Εξάλλου, η καταστροφή της Χίου στη διάρκεια του ίδιου έτους λειτούργησε ενισχυτικά για το φιλελληνικό κίνημα στη Βρετανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο ο ανεξάρτητος βουλευτής Ουίλλιαμ Ουίλμπερφορς (William Wilberforce), διαπρεπής υποστηρικτής της κατάργησης της δουλείας των μαύρων, επέκρινε ανοικτά την πολιτική του πρωθυπουργού, λόρδου Κάσλρεη (Castlereagh), έναντι της Ελληνικής Επανάστασης: «Είναι ντροπή που όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, εδώ και τόσο καιρό, δεν έχουν κάνει μια συντονισμένη προσπάθεια ώστε να ωθήσουν ένα έθνος βαρβάρων, τους μόνιμους εχθρούς του χριστιανισμού και της ελευθερίας, πίσω στην Ασία […] Δεν γνωρίζω άλλη περίπτωση, όπου η δύναμη μιας πανίσχυρης χώρας σαν την Αγγλία δεν θα ασκούνταν με πιο ευγενή, γενναιόδωρο ή δικαιολογημένο τρόπο, από το να σώσει τους Έλληνες από τον ζυγό και την καταστροφή»[14].

Στις αρχές του 1823 είχαν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός οργανωμένου φιλελληνικού κινήματος στη χώρα. Με κέντρο την ταβέρνα Crown and Anchor στο Strand (κεντρικό δρόμο του Λονδίνου), που αποτέλεσε χώρο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, ιδρύθηκε την περίοδο Φεβρουαρίου-Απριλίου το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου (London Hellenic Committee) που έμελλε να διαδραματίσει τον κυριότερο ρόλο στην προώθηση του ελληνικού Αγώνα στη Μεγάλη Βρετανία. Το σωματείο αυτό έφθασε να έχει 85 μέλη, 37 από τα οποία ήταν βουλευτές (αλλά μόνο ένας από το Συντηρητικό Κόμμα)[15]. Οι σκοποί του Κομιτάτου ήταν, αφενός μεν να καταστεί ένας μεσολαβητής μεταξύ των Ελλήνων επαναστατών και της βρετανικής κυβέρνησης για τη σύναψη δανείων υπέρ των σκοπών της Επανάστασης, αφετέρου δε να προωθήσει την πολιτική σταθερότητα μεταξύ των Ελλήνων για την καλύτερη προβολή της εικόνας τους στη Βρετανία. Παράλληλα, το ίδιο έτος οι Κουάκεροι ίδρυσαν μια ειδική επιτροπή βοήθειας των Ελλήνων και άρχισαν να απευθύνουν εκκλήσεις για δωρεές που θα χρηματοδοτούσαν την εκπαίδευση ελληνόπουλων στην Αγγλία[16]. Οι έρανοι όμως που είχαν διεξαχθεί μέχρι τότε στην Αγγλία (μεταξύ άλλων και από το Κομιτάτο) είχαν αφήσει αδιάφορες σημαντικές κοινωνικές ομάδες[17], όπως τους φοιτητές (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ η ανταπόκριση υπήρξε κάπως μεγαλύτερη[18]) και τον κλήρο (η στάση του οποίου διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αντιπάθειά του για τον λόρδο Μπάιρον, λόγω της έκλυτης ερωτικής του ζωής[19] – βλ. σχετικά παρακάτω). Υπ’ αυτή την έννοια, το αγγλικό φιλελληνικό κίνημα διαφοροποιήθηκε αισθητά από αντίστοιχα κινήματα στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, τα οποία στελεχώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από φοιτητές και κληρικούς.

Η δράση του Κομιτάτου είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη το 1824 και το 1825 των δύο «δανείων της Ανεξαρτησίας» με τα οποία αγγλικά πιστωτικά ιδρύματα δέχθηκαν να χρηματοδοτήσουν την Ελληνική Επανάσταση. Το πρώτο, δάνειο, ονομαστικής αξίας 800.000 λιρών, απέδωσε καθαρό ποσό 454.000 λιρών, ενώ από το δεύτερο, ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών, έφθασαν στην Ελλάδα μόλις 232.558 λίρες[20]. Για τη διασπάθιση των δύο δανείων έχουν γραφτεί πολλά. Αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η συσχέτισή τους με το βρετανικό φιλελληνικό κίνημα. Το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου είχε αναλάβει την ευθύνη της μεταφοράς των χρημάτων στην Ελλάδα και της παράδοσής τους στα κατάλληλα πρόσωπα (λόγω του γεγονότος ότι στην Ελλάδα βρίσκονταν σε εξέλιξη οι δύο πρώτοι εμφύλιοι πόλεμοι της Επανάστασης). Ζήτησε λοιπόν από τον λόρδο Μπάιρον να το εκπροσωπήσει σε αυτή την αποστολή μαζί με τον συνταγματάρχη Στάνχοουπ[21]. Όπως είναι γνωστό, ο Μπάιρον είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα το 1809-11, είχε εντρυφήσει στον τρόπο ζωής των Ελλήνων, και μάλιστα είχε εμπνευστεί ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του στη διάρκεια του ταξιδιού του (την «Κόρη των Αθηνών» και μέρος του «Τσάιλντ Χάρολντ»). Είχε όμως και άλλους λόγους για να δεχθεί την πρόταση του Κομιτάτου. Από την Αγγλία είχε φύγει το 1816 και από τότε ζούσε στο εξωτερικό (κυρίως στην Ιταλία). Η μετοικεσία του δεν οφειλόταν μόνο στον έντονο πολιτικό φιλελευθερισμό του (που βρισκόταν σε αντίθεση με την κυρίαρχη συντηρητική τάση στη Μεγάλη Βρετανία), αλλά και στην ταραχώδη ερωτική του ζωή που είχε σκανδαλίσει τους συντηρητικούς κύκλους της χώρας του, ως αποτέλεσμα της φημολογίας περί της αμφισεξουαλικότητάς του, της ενδεχόμενης αιμομικτικής του σχέσης με την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα Λη αλλά και της άστατης αλληλουχίας ερωτικών του σχέσεων με την εκκεντρική λαίδη Καρολάιν Λαμπ, την Κλαιρ Κλέρμοντ (Claire Clairmont), ετεροθαλή αδελφή της Μαίρης Σέλλεϋ (συζύγου του Πέρσυ Σέλλεϋ, γνωστής ως συγγραφέως του κλασικού έργου Φρανκεστάιν), την Ιταλίδα έγγαμη κόμισσα Τερέζα Γκουιτσιόλι-Γκάμπα, κ.ά.[22]. Έτσι, η πρόταση που του απηύθυνε το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου του έδινε την ευκαιρία να βελτιώσει τη δημόσια εικόνα του μεταξύ των συμπατριωτών του μέσω της συμβολής του στην ευόδωση του ευγενούς στόχου της απελευθέρωσης των Ελλήνων. Στη διαμόρφωση αυτής της απόφασής του είχαν συμβάλει και δύο καθοριστικές επαφές του με άτομα που σχετίζονταν με την Ελληνική Επανάσταση. Το 1822, ο φίλος του Σέλλεϋ, που τότε βρισκόταν στην Πίζα, του μετέδωσε τη φιλελληνική θέρμη την οποία του είχε εμπνεύσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, τονώνοντας και τα δικά του φιλελληνικά αισθήματα. Επιπλέον, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1823 ο Μπάιρον συνάντησε στη Γένοβα τον Ανδρέα Λουριώτη (τον κυριότερο εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης για τη σύναψη των δύο δανείων) και τον Μπλάκιερ, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη σύνδεση του Μπάιρον με το Κομιτάτο και στην τελική του απόφαση να μεταβεί στην επαναστατημένη Ελλάδα[23].

Την περίοδο από τις 4 Αυγούστου έως τις 18 Δεκεμβρίου 1823 ο Μπάιρον βρισκόταν στην Κεφαλονιά από όπου, με κέντρο το χωριό Μεταξάτα, οργάνωσε τη μετάβασή του στην επαναστατημένη Ελλάδα. Επιδιώκοντας να αποφύγει το ενδεχόμενο της ταύτισής του με κάποια από τις αντιμαχόμενες φατρίες της Επανάστασης (που δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Πελοπόννησο και τον Αργοσαρωνικό), εγκαταστάθηκε τελικά στο Μεσολόγγι, φέρνοντας τμηματικά μαζί του εννέα πυροτεχνουργούς, υλικά για την κατασκευή μηχανουργείου όπλων και πυρομαχικών, φάρμακα, εκπαιδευτικό υλικό και ένα πιεστήριο[24]. Την περίοδο αυτή δημιουργήθηκε γύρω του ένας άτυπος κύκλος Βρετανών φιλελλήνων, τα πιο γνωστά μέλη του οποίου ήταν ο Έντουαρντ Τρελώνυ (Edward Trelawny, κοινός φίλος του με τον Σέλλεϋ και μετέπειτα γαμπρός του Οδυσσέα Αντρούτσου[25]) και ο Τζωρτζ Φίνλεϋ (George Finlay, γνωστός κυρίως ως συγγραφέας ενός ιστορικού έργου για την Ελληνική Επανάσταση[26]). Η παραμονή του Μπάιρον στο Μεσολόγγι υπήρξε βραχύβια, καθώς πέθανε στις 19 Απριλίου 1824, χωρίς να προλάβει να φέρει σε πέρας οποιαδήποτε σημαντική αποστολή. Με τον θάνατό του ο έλεγχος της κατανομής των αγγλικών δανείων χάθηκε εντελώς για το Κομιτάτο, και η γνωστοποίηση της κατασπατάλησής τους χωρίς ουσιαστικό όφελος για την Επανάσταση καταρράκωσε το κύρος του, ωθώντας τα μέλη του σε αδράνειρα[27]. Ίσως δεν είναι άσχετο με την ανυποληψία στην οποία περιήλθε το γεγονός ότι ο πρόεδρός του, ο επιχειρηματίας Τζων Μπάουρινγκ (John Bowring) που είχε συμβάλει και με την προσωπική του περιουσία στην Ελληνική Επανάσταση, βρέθηκε σε αδυναμία να αποπληρώσει δάνεια της επιχείρησής του και χρειάστηκε την οικονομική ενίσχυση των φίλων του για να επιβιώσει[28].

Τον διαμεσολαβητικό ρόλο του Μπάιρον προσπάθησε στη συνέχεια να αναλάβει ο Τόμας Γκόρντον, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Μετά την αποτυχία του Κομιτάτου να συντονίσει το βρετανικό φιλελληνικό κίνημα, στην Ελλάδα κατέφθαναν μεμονωμένοι Βρετανοί εθελοντές, αρκετοί από τους οποίους είχαν υπηρετήσει παλαιότερα στις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Ριχάρδος Τσωρτς (Richard Church), ο Τόμας Κόχραν (Thomas Cochran) και ο Άστιγξ (Frank Abney Hastings[29]), οι δύο πρώτοι από τους οποίους αποτέλεσαν έμμεσα όργανα της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα, με την ιδιότητά τους ως αρχηγός του Στρατού Ξηράς (ο πρώτος) και αρχιστράτηγος (ο δεύτερος).

Ουσιαστικά κατά τα τελευταία χρόνια της Επανάστασης το βρετανικό φιλελληνικό κίνημα είχε υποκατασταθεί από τη δράση της επίσημης βρετανικής διπλωματίας. Σε αυτό είχε συμβάλει κυρίως η πολιτική του Τζωρτζ Κάνινγκ (George Canning), υπουργού Εξωτερικών την περίοδο 1822-27 και πρωθυπουργού την περίοδο 12 Απριλίου – 8 Αυγούστου 1827. Ο Κάνινγκ επιδίωκε συστηματικά τη διάνοιξη νέων αγορών για το υπεράκτιο εμπόριο της χώρας του, και η περίπτωση της επαναστατημένης Ελλάδας εντασσόταν σε αυτό το σχέδιο[30]. Υπ’ αυτή την έννοια οι αντιλήψεις του για το ελληνικό ζήτημα ταυτίζονταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες του Κωνσταντίνου Πολυχρονιάδη (αν και δεν φαίνεται πιθανό ότι ο Κάνινγκ είχε υπόψη το έργο του). Παρά ταύτα, μέχρι το 1827 κανένας εκπρόσωπος της Αγγλίας δεν πήρε ανοικτά το μέρος των Ελλήνων, προκειμένου να μην παραβιαστεί η επίσημη βρετανική ουδετερότητα έναντι των δύο εμπολέμων. Η στάση αυτή άρχισε να αλλάζει μετά την υπογραφή της Ιουλιανής Σύμβασης (6 Ιουλίου 1827) με την οποία οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις δεσμεύτηκαν να επιβάλουν από κοινού εκεχειρία μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών στην Ελληνική Επανάσταση[31]. Ακόμη και έτσι όμως δεν ήταν επιθυμητή η εμπλοκή της Αγγλίας σε πολεμικές επιχειρήσεις, γεγονός που αποτυπώθηκε στην αρνητική αντιμετώπιση του ναυάρχου Κόδρινγκτον μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827) από τις επακόλουθες βρετανικές κυβερνήσεις και την ταλαιπωρία του έως το 1834, οπότε και κατόρθωσε να εξασφαλίσει τις προβλεπόμενες αποζημιώσεις για τους άνδρες του που είχαν λάβει μέρος στη ναυμαχία[32].

Συνοψίζοντας την εξέλιξη του φιλελληνικού κινήματος στη Μεγάλη Βρετανία, μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής φάσεις:

  1. Την αυθόρμητη υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης μέσω δημοσιευμάτων του Τύπου και εράνων, την περίοδο 1821-23.
  2. Τις ενέργειες του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου μέσω της δραστηριοποίησής του για τη σύναψη των δανείων της Ανεξαρτησίας και της επίτασης της φιλελληνικής προπαγάνδας, την περίοδο 1823-25.
  3. Τη ρομαντική αντιμετώπιση της Ελληνικής Επανάστασης, όπως εκδηλώθηκε μέσα από τον κύκλο του Σέλλεϋ, του Μπάιρον και της ευρύτερης «ομάδας» των ακολούθων τους (Τρελώνυ, Φίνλεϋ κ.ά.), κυρίως την περίοδο 1822-24.
  4. Τη φάση του «τυχοδιωκτικού» φιλελληνισμού, στην οποία ενεπλάκησαν σε μεγάλο βαθμό πρώην στρατιωτικοί (Τσωρτς, Κόχραν, Άστιγξ).

Η δράση όλων των ανωτέρω προλείανε το έδαφος για την επίσημη παρέμβαση του βρετανικού κράτους που εκδηλώθηκε ανοικτά από το 1827 κ.εξ., με βάση ένα ευρύτερο σχέδιο του Τζωρτζ Κάνινγκ. Η εξέλιξη  αυτή ουσιαστικά «ακύρωσε» την παρουσία των Βρετανών φιλελλήνων στην Ελλάδα, μόνο έξι από τους οποίους είναι γνωστό ότι παρέμειναν σε αυτήν και μετά τον τερματισμό της Επανάστασης. Για τέσσερεις από αυτούς διαθέτουμε κάποιες πληροφορίες σχετικά με τη μετεπαναστατική τους δράση. Οι Γκόρντον και Φίνλεϋ συνέγραψαν ιστορίες της Ελληνικής Επανάστασης, ο Τσωρτς κατέλαβε ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ο Σκωτσέζος Εδουάρδος Μάσον δραστηριοποιήθηκε ως δικηγόρος (είναι κυρίως γνωστός ως ο δημόσιος κατήγορος στη δίκη του Κολοκοτρώνη το 1835)[33].

Όπως εύστοχα αναφέρει η Αγγλίδα ιστορικός Βιρτζίνια Πεν: «Ο φιλελληνισμός αναπτύχθηκε αργά στην Αγγλία αλλά η πρόοδός του ήταν σταθερή. Στην αρχή μόνο λίγες εφημερίδες εξέφραζαν απόψεις που έδειχναν κατανόηση, αλλά ο αριθμός τους αυξήθηκε στη διάρκεια του 1821 και του 1822, και η έκταση του χώρου που δινόταν στις ελληνικές ειδήσεις, τα άρθρα για τους Έλληνες και τα σχόλια για τον πόλεμο σταδιακά διευρύνθηκαν. Οι επαναστάτες ήταν τυχεροί ως προς το ότι ο αγώνας τους βρήκε ανταπόκριση σε μια μεγάλη ποικιλία τύπων ανθρώπων – άτομα με θρησκευτικά, ουμανιστικά, φιλελεύθερα, κλασικά και οικονομικά ενδιαφέροντα»[34].

—————————————-

*Ο Νικόλαος Γ. Νικολούδης (Αθήνα, 1960) αποφοίτησε το 1984 από το τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι διδάκτωρ Ιστορίας του King’s College (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) με ειδίκευση στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου. Έχει διδάξει στο Αρσάκειο Ψυχικού, σε σεμινάρια της ΧΕΝ, στη σχολή Ξεναγών Αθηνών και στο Διεθνές Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών – ΔΙΚΕΜΕΣ. Έχει δώσει διαλέξεις και έχει συμμετάσχει σε πολλά επιστημονικά συνέδρια. Έχει συγγράψει βιβλία και πολλές μελέτες ιστορικού περιεχομένου σε συλλογικές εκδόσεις και ιστορικά περιοδικά, όπου έχει αναδείξει άγνωστες πτυχές της ελληνικής ιστορίας. Έχει επίσης μετάσχει σε ιστορικού περιεχομένου τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ. Είναι επιμελητής έκδοσης του επίτομου “Λεξικού της βυζαντινής Πελοποννήσου” (Αθήνα 1998) και έχει διατελέσει διευθυντής σύνταξης του μηνιαίου περιοδικού “Ιστορικά Θέματα”.

——————————————–

Συντομογραφίες

Βακαλόπουλος: Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980 (ανατύπωση: Εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2008).

Γουντχάουζ: Κρίστοφερ Γουντχάουζ, Φιλέλληνες στον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία, Εκδ. Μίνωας, Αθήνα 2020.

Δρούλια (1): Λουκία Δρούλια, «Ο φιλελληνισμός από το 1821 ως το 1823», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα 1975.

Δρούλια (2): Λουκία Δρούλια, «Ο φιλελληνισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 3/Β, Αθήνα 2003.

Κακάμπουρας: Δημήτρης Κακάμπουρας, Η βρετανική πολιτική, ο Μπάιρον και οι Έλληνες του 21, Εκδ. Ιστορητής, Αθήνα 1993.

Μάρας: Κωνσταντίνος Μάρας, Η Ελλάδα της Ευρώπης. Ο Φιλελληνισμός ως πρώιμη μορφή ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης, Εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015.

Rosen: Frederick Rosen, Ο ελληνικός εθνικισμός και ο βρετανικός φιλελευθερισμός, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 1998.

Χατζής (1): Αριστείδης Χατζής, «Η [ανεπίσημη] απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης στις κατηγορίες για σφαγή στην Τριπολιτσά», στην ιστοσελίδα https://www.facebook.com/photo?fbid=2795109160752251&set=a.1375596916036823 (ανακτήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2020).

Χατζής (2): Αριστείδης Χατζής, «Ο φυσικός σύμμαχος των Ελλήνων», στην ιστοσελίδα https://www.kathimerini.gr/opinion/1081619/o-fysikos-symmachos-ton-ellinon (ανακτήθηκε στις 7 Ιουνίου 2021).

Cunningham: Allan Cunningham, “The Philhellenes, Canning and the Greek Independence”, Middle Eastern Studies, vol. 14. No. 2 (May 1978), pp. 151-81.

Penn (1): Virginia Penn, “Philhellenism in England (1821-1827)”, The Slavonic and East European Review, vol. 14. No. 41 (January 1936), pp. 363-71.

Penn (2): Virginia Penn, “Philhellenism in England II”, The Slavonic and East European Review, vol. 14. No. 42 (April 1936), pp. 647-660.

St. Clair: William St. Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers, 2008.

Υποσημειώσεις

[1] Theophilus C. Proussis, «“Dreadful Scenes of Carnage on both Sides”. The Strangford Files and the Eastern Crisis of 1821-1822» (στην ιστοσελίδα http://digitalcommons.unf.edu/ahis_facpub/26), 78, Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, τ. Β΄, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1971, 158-60.

[2] Penn (1), 365.

[3] Bertrand Bouvier, Matteo Campagnolo, Νίκος Νικολούδης, Ειρήνη Σαρίογλου, Η άγνωστη συνεισφορά του Κωνσταντίνου Πολυχρονιάδη στην προβολή της Ελληνικής Επανάστασης, Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔΙΣΜΕ), Αθήνα 202, 143 κ.εξ.

[4] Χατζής (2).

[5] Γουντχάουζ, 73.

[6] St. Clair, 159, Rosen, 42 κ.εξ., Βακαλόπουλος, 597.

[7] Μάρας, 165-6.

[8] Μάρας, 154

[9] Rosen, 31-32.

[10] Penn (1), 369, Βακαλόπουλος, 595.

[11] St. Clair, 54, Δρούλια (2), 269.

[12] Κυριάκος Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 1821, τ. Α΄: 1821-1822, Αθήνα 1990, 334, σημ. 1, Δρούλια (2), 279, St. Clair, 138.

[13] Χατζής (1).

[14] Γουντχάουζ, 84.

[15] Γουντχάουζ, 198-9, Cunningham, 156, Βακαλόπουλος, 597. Κατά τον Μάρα, 155, στην πρώτη Γενική Συνέλευση του Κομιτάτου παρευρέθηκαν 111 άτομα, 43 από τα οποία ήταν βουλευτές, όλοι μέλη του Φιλελεύθερου Κόμματος, πλην ενός.

[16] Μάρας, 151.

[17] Σύμφωνα με τον St. Clair, 145, στα τέλη του 1823 το Κομιτάτο είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει από φιλελληνικούς εράνους μόλις 11.241 λίρες, ποσό ελάχιστα μεγαλύτερο από εκείνο που είχαν συγκεντρώσει λίγο νωρίτερα οι Κουάκεροι κατά τον δικό τους έρανο υπέρ των Ελλήνων προσφύγων.

[18] Penn (2), 649.

[19] Δρούλια (1), 322.

[20] Κακάμπουρας, 130-1, 207.

[21] Κακάμπουρας, 72-73, 81-83, Rosen, 32-33.

[22] «Μπάυρον, λόρδος», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τ. 37, 217-8. Πρβλ. το αντίστοιχο λήμμα στην Wikipedia (“Lord Byron”): https://en.wikipedia.org/wiki/Lord_Byron#Relationships_and_scandals.

[23] St. Clair, 150 κ.εξ., Cunningham, 161, Roderick Beaton, Ο πόλεμος του Μπάιρον, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2015 , 224-5.

[24] Δρούλια (1), 322, Penn (2), 652, St. Clair, 169.

[25] Γουντχάουζ, 109-12.

[26] Γουντχάουζ, 114-5.

[27] Penn (2), 656, St. Clair, 145-6.

[28] Philip Bowring, Free Trade’s First Missionary. Sir John Bowring in Europe and Asia, Hong Kong: Hong Kong University Press, 2014, 38-39. Μια παρουσίαση της πρώιμης φιλελληνικής δράσης του Μπάουρινγκ βλ. στον Βακαλόπουλο, 596-7.

[29] Ο Άστιγξ είχε δραστηριοποιηθεί στην Ελληνική Επανάσταση από το πρώτο έτος της. Βλ. Δρούλια (1), 316-7,  St. Clair, 138.

[30] Κακάμπουρας, 163 κ.εξ.

[31] Cunningham, 175.

[32] Κ.Μ. Γουντχάους (sic), Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2016, 181 κ.εξ.

[33] Γουντχάουζ, 174-6.

[34] Penn (1), 366.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>