Γιατί απ’ τα κόκκαλα των πατέρων μας γίναν κόκκαλα (ζάρια) παιδιάς κακογερασμένης κυρίας

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα*

Η ιστορία αυτή είναι παλιά και πάει πίσω· ακόμα και πριν το Εικοσιένα. Ξεκινάει από τις διαστάσεις που δίνει κανείς στην ιστορική ύπαρξη ενός λαού και στην ιστορική του εμπειρία. Εξ αρχής υπήρξαν εκείνοι που έβλεπαν αυτά τα δυο σαν νάνους της Ιστορίας, ασήμαντες αποφύσεις ενός «σπουδαίου» και «τρανού» ευρωπαϊκού και παγκόσμιου γίγνεσθαι, όπου οι γίγαντες έχουν στήσει κιόλας τους κανόνες που «δεν μπορείς, βρε αδελφέ, να τους αγνοήσεις, ή πολύ περισσότερο, να τους ανατρέψεις». Ευτυχώς όμως που υπήρξαν κάποιοι μικροί –ναι μικροί, κυρίως αυτοί– και μεγάλοι Έλληνες που διάλεξαν, πριν ακόμα νάρθει εκείνη η στιγμή, από το σκοτεινό γίγνεσθαι ένα ολοφώτεινο είναι. Το είναι, το ζειν μετ’ ελευθερίας, υπέρ πίστεως και πατρίδος, σαν άλλοι Έκτορες. Γι’ αυτούς πέρα απ’ αυτό δεν υπήρχε παρά ο θάνατος.
Η Ιστορία μάς είναι μάλλον γνωστή, αν και φαίνεται πως έχει πάψει προ πολλού να διδάσκεται, ως ενοχλητική: ποιος νοιάζεται δα για παλιατζούρες στον αιώνα του σούπερ-μάρκετ; Αλλιώς: Η Ιστορία είναι γνωστή, ακριβώς γιατί δεν διδάσκεται.
Το Εικοσιένα είναι κομμάτι της ασίγαστης μνήμης μας, πάππου προς πάππου. Αν ψάξει κανείς, τα ονόματα όλων των προπάππων μας έχουν θησαυριστεί στο Αρχείο των Αγωνιστών, που σκονίζεται ανήλιαγο σε κάποια Βιβλιοθήκη της Βουλής. Κι αν δεν είναι γραμμένοι σ’ αυτό οι παππούδες μας, είναι τα ονόματά τους θησαυρισμένα στα αζήτητα μητρώα της προσφυγιάς του Εικοσιδύο, όσων διάλεξαν ελευθερία και πίστη και φτωχιά πατρίδα απ’ τα πλούτη ενός ανίκητου τάχα γίγνεσθαι, ιού θανατερού. Δεν το ξέρουμε; Το Εικοσιένα το ακολουθεί το Εικοσιδύο. Και τούμπαλιν. Δόξες και οι δύο του σύγχρονου Ελληνισμού, που, τολμώ να πω, ξεπερνούν στα δάκρυά τους τις δάφνες των νικών των αρχαίων και σεβασμίων μας προγόνων. Μα φευ, κάπου εκεί που αποξεχαστήκαμε, εκεί που θέλουμε να ξεχάσουμε τις προσευχές των αγωνιστών και τα δάκρυα των προσφύγων, κάτι τσώλια, αποπλύματα του Μέτερνιχ και του Χίτλερ, έχουν στήσει φαγοπότι. Με τα κρανία των παππούδων μας πίνουν και ξεφαντώνουν. Εκεί που θάπρεπε όλοι μας να κλάψουμε, γλεντοκοπάμε. Άφρονες, από καιρό χαμένοι.
Να κλαίμε, συνέλληνες. όχι τους μακάριους εκείνους Καποδίστριες και Καραϊσκάκηδες, που, ας ήταν των συφοριασμένων «οι προσπάθειές τους σαν των Τρώων», εκείνοι θαρρούσαν «πως με απόφαση και τόλμη θ’ αλλάξουν της τύχης την καταφορά». Και την άλλαξαν. Γιατί ο Αχιλλέας έγινε δικός τους. Να κλάψουμε ανάγκη είναι για μας και τα παιδιά μας, που αντίς για χώρα θα τους παραδώσουμε τουριστικό απόπλυμα κι αντί τους δολοφονημένους μας ήρωες να τιμούμε, εμείς τους ξαναδολοφονούμε, αφού πρώτα δολοφονήσαμε το άγιο Εικοσιένα και το τίμιο Εικοσιδύο, «σαν νέοι Αλεξανδρείς». Και τριττεύουμε δολοφονώντας τώρα την Ελλάδα, σπέρνοντας ηττοπάθεια και εθελόδουλη «σωφροσύνη».
Ναι, είναι οργισμένα τα παραπάνω. Γατί τα κόκκαλα των πατέρων μας γίναν κόκκαλα (ζάρια) παιδιάς μιας κακογερασμένης κι άσχημης κυρίας – την Ευρώπη εννοώ. Αν εσείς καταλάβατε άλλην, καλώς! Ζάρια στα χέρια μιας σάπιας από καιρό πολιτικής τάξης που τη συντηρούν τα εκατομμύρια ευρά που μας δανείζουν κι ενεχειριάζουν τη ζωή και την ελευθερία μας, οι τοκογλύφοι της Ιστορίας. Ακούστε: Τα συντρίμμια ετούτης της κυβέρνησης, και ελπίζω όλου του δύστηνου ξεπουλημένου και ξεφωνημένου σημερινού πολιτικού φάσματος, θα καταπλακωθούν από το άνομο χέρι που άπλωσαν πάνω στην πίστη μας και στη λατρεία, θα πνιγούν από τα φτυσίματά τους στους αγωνιστές και στους πρόσφυγες της Ιστορίας, όλων των διακοσίων χρόνων από τον Ξεσηκωμό. Θα μου πείτε, κατάρα; Όχι, φίλοι μου. Θεία Δίκη. Γιατί ο Θεός «έβαλε την υπογραφή του στην ελευθερία της Ελλάδος και δεν την παίρνει πίσω». Ούτε λογιάζουν θάνατο μπρος στην ελευθερία όσοι και σήμερα ακόμα αγωνίζονται για να σταθεί όρθιος αυτός ο έρμος τόπος. Και τον κρατούν όρθιοι.
Αν είμαστε εμείς μ’ εκείνα τα αποπλύματα ή με τους αγωνιστές της Ιστορίας, να το αποφασίσουμε πρέπει. Αν μας μέλλεται μια νέα καταστροφή ή μας αξίζει ένας νεός ξεσηκωμός στο χέρι μας είναι.
ΥΓ.: Τα παραπάνω γράφτηκαν υπό το κράτος οργής, μετά τις αθλιότητες που ξεφούρνισε η «Επιτροπή 2021» τον περασμένο Μάιο κι έμειναν ασύντακτα. Αλλ’ έχει και ο λίβελλος θέση στην αρθρογραφία…

  • Διευθυντή της “Χριστιανικής”. Δημοσιευμένο στη “Χριστιανική” της 9.7.2020

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>