ΕΚΛΟΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ
του Κωνσταντίνου Μπλάθρα
«Χερουβικά σκουπίδια κι αστράφτουν εξαίσια
στ’ απόμερα της Αθήνας ερημιασμένα.»
Νίκος Καρούζος,
Συντήρηση ανελκυστήρων
Η Αθήνα είναι όλη μια πληγή. Απ’ εκείνες που πονούν και χαίνουν ασταμάτητα ή που κακοφορμίζουν με τον καιρό κι αναισθηταίνονται. Είναι πώς το ζει κανείς ή πώς ζει. Η πληγή της είναι η πληγή της σημερινής Ελλάδας, που ακόμα, διακόσια χρόνια από το Εικοσιένα, δεν έγιανε από τις ιστορίες της, παλιές και νέες. Πριν την Απελευθέρωση και πριν ακόμα τα Ορλωφικά –που μαζί με τη γερμανική Κατοχή κατεδάφισαν τη Χώρα σχεδόν ολοσχερώς, έτσι που αιώνες καταστροφών δεν είχαν καταφέρει– η Αθήνα ήταν μια πόλη. Μην ακούτε που τη λένε χωριό, η τέταρτη πολυανθρωπότερη ήταν στην Ευρώπη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετά τη Πόλη, τη Θεσσαλονίκη και την Ανδριανούπολη. Μια πόλη Ρωμέικη, Βυζαντινή, με όρθια ακόμα τα αρχαία της κλέη και τον Παρθενώνα. Οι πολιορκίες των Βενετών, η φωτιά των Ορλωφικών έπειτα και οι εξακολουθητικές πολιορκίες του Κάστρου της Ακρόπολης στα χρόνια της Επανάστασης, την άφησαν έρημη, ερειπιώνα σκέτο, σκέλεθρο νεκρό της παλιάς της ζωντάνιας.
Έπειτα ήρθε η Απελευθέρωση και η πόλη επιβλήθηκε ως πρωτεύουσα του νέου Κράτους, κυρίως από τους ξένους κτηματίες, που δεν είχαν άλλο να θαυμάσουν στην καθημαγμένη Ελλάδα του Αγώνα, από τα αρχαία της ερείπια, κι έσπευσαν –καληώρα σαν σήμερα– να τ’ αγοράσουν κοψοχρονιά. Κι ας ήταν οι Αγωνιστές, κυρίως αυτοί οι καθαυτό συνεχιστές του πνεύματος που έθρεψε τη Σαλαμίνα και το Μαραθώνα κι έχτισε τον Παρθενώνα. Έκτοτε, και αφού οι ξένοι «επενδυτές» αποζημιώθηκαν πλούσια από το πάντα τρύπιο Δημόσιο Ταμείο για να «αποχωρήσουν», η Αθήνα μετρά και ξαναμετρά τις πληγές της και γιατρειά δε βρίσκει: Στην αρχή ήταν οι «αλλοδαποί», Έλληνες δηλαδή από τα άλλα τουρκοκρατούμενα μέρη, που έσπευδαν στη νέα πρωτεύουσα για να μετάσχουν –πού νάξεραν!– της πανάκριβης ελευθερίας. Ήταν και οι υπάλληλοι, που εξ αρχής επέπεσαν στην ελληνική διοίκηση, από τα μέρη της παλιάς Ελλάδας. Κι η Αθήνα βάλθηκε να καμώνεται την πρωτεύουσα, με κρινολίνα και περιπάτους, σε μια μικρή ανάπαυλα καλών (παλαιών) ημερών. Γιατί γρήγορα ήρθαν συμφορές πάνω στις συμφορές: Πρόσφυγες από τα τέσσερα πέρατα του Ελληνισμού, έκαναν την πόλη τη μεγαλύτερη προσφυγούπολη της Ευρώπης. Κι ύστερα Κατοχή και πείνα –τα ξέρετε, μη σας κουράζω– κι ύστερα Εμφύλιος και όπως όπως «ανάπτυξη» μεταπολεμική και πληγές στις πληγές η Χούντα, το Πολυτεχνείο κι ένας πόλεμος που συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι το ’80, για να μη λήξει κι αυτός και νάρθουν οι φωτιές του ’98 και το Μνημόνιο και νέοι πρόσφυγες με το μιλένιουμ και… – τι να σας τα λέω τώρα;
Αυτή η ανοιχτή πληγή είναι, εν ολίγοις, η Αθήνα μας. Αυτή η ανοιχτή πληγή είναι σήμερα η Ελλάδα. Άλλοι την είπαν χωματερή, άλλοι τη λένε χαβούζα, άλλοι την ξαναβαφτίσαν τερατούπολη. Αυτή την Αθήνα θέλουν να δημαρχέψουν σήμερα καμιά ντουζίνα επίδοξοι δημαρχέοι, που καρφί δεν τους καίγεται, των περισσότερων, για την πόλη και τα πάθη της. Καρφί δεν τους καίγεται για την Ελλάδα και τις πληγές της. Εδώ υπάρχουν επιχειρήσεις, τουρισμός, «πράσινη ανάπτυξη», «αναπλάσεις», πεζοδρομήσεις, νέα πολύφερνα πολιτιστικά κέντρα σε πρώην ιπποδρόμους, νέοι λεωφόροι και Μετρό και Αττική Οδός. Η Ιερά εκείνη, των παλαιών Αγωνιστών και των Αρχαίων, Οδός μπορεί να μένει στη σκόνη των νεκρών της. Κι ο Παρθενώνας μπορεί να ξεμείνει σκέλεθρο, ένδοξο και θλιμένο ερείπιο, χωρίς τον Φειδία να τον στολίζει, χωρίς την Παρθένο να τον σκέπει, χωρίς προσκυνητές και ευσεβείς πιστούς. Μπορεί να μείνει με τουρίστες, μουσείο μιας πομπής θριάμβου που τον διαπομπεύει εσαεί.
Μόνη παρηγοριά μας, έτσι το θέλει ο Θεός, θα παραμένει πάντα εκείνη η κρυφή Αθήνα, που καμιά φορά τη συναντάς στον παράδρομο καμιάς φωτισμένης λεωφόρου, σαν εκκλησάκι παλαιό και έρημο, αν εξαιρέσεις κάτι πανταβούς π’ ανάβουν τα καντήλια του, σαν τον Αη-Γιάννη της Κολώνας ή σαν τη Ζωοδόχο Πηγή, που ακόμα ποτίζει νάματα, βαθειά μες τη σπηλιά της Ακρόπολης. Σαν κάτι παλιά καφενεία, με αρχοντιά που δύσκολα την κρύβουν κι ακόμα δυσκολότερα τη φανερώνουν.
Σαν κάτι φτωχόσπιτα που στέκουν ακόμα πεισματάρικα, οπλισμένα απ’ την αισθηματική ματιά ενός Παπαδιαμάντη ή ενός Μητσάκη, με σκονισμένους του ζωγραφισμένους τοίχους τους από κανέναν Κόντογλου ή κάποιον Τσαρούχη ή έστω Εγγονόπουλον. Σαν κάτι ταβέρνες με παλιό ρητινίτη από τα Μεσόγεια, που ακόμα μπορεί να βρεις να μπεκρουλιάζουν τίποτα αποξεχασμένοι ποιητές, κανας Βάρναλης ή κανας Καρούζος, κατακόκκινοι απ’ το κρασί και τις θρυμματισμένες τους αγάπες.
Σε κάτι τέτοια στενά, σε κάτι τέτοιες στροφές του δρόμου, αίφνης λούζεσαι σ’ εκείνο το αττικό φως, που όλοι το ποθούνε μα πόσοι αξιώθηκαν να το δουν; Κι έρχεται εκείνο το φως γιατρικό όλης της πληγής κι όλα τα φαρμάκια ειρηνεύουν. Μα πού έχουν μάτια να δουν και όρεξη να πάρουν τους δρόμους όλοι ετούτοι οι χιλιάδες δημοτικοί σύμβουλοι και παρασύμβουλοι; Γι’ αυτούς η Αθήνα είναι πρόβλημα που με ξιπασιά μεγάλη καταγίνονται να λύσουν. Για κείνους όμως που έχουνε αυτιά ν’ ακούσουν το σιγανό τραγούδι όλων των πεθαμένων που έζησαν κάποτε από την Πύλη του Αδριανού και το Ζάππειο μέχρι το Δημόσιο Σήμα και το Μεταξουργείο, η Αθήνα είναι όμορφιά και θαύμα. Είναι μια πομπή αμίαντης Παρθένου, που γεννά τη Ζωή. Γιάτρισσα πάνω στης πόλης και του λαού μας τις πληγές. Μια Ανάσταση που η είδησή της ακούγεται από στόμα σε στόμα ανάμεσα στους πάγκους της Αγοράς, εκεί που οι άνθρωποι, παλιοί και νέοι Αθηναίοι, ακόμα ζουν κι ακόμα νοιάζονται για χερουβείμ και πανηγύρεις. Αυτοί, σαλοί γέροι οι πιο πολλοί, το παραδέχομαι, ακόμα λιτανεύουν τον Αη-Δημήτρη τους στην Αθηνάς, ανάμεσα στ’ αλεύρια και τα αλίπαστα, μεταξύ χοροδιδασκαλείων και καταστημάτων, απόμερα από πάρτι(ς) και τουρίστες.
Αυτή η πολύπαθη Αθήνα, που ναι, τώρα πια απόμεινε μοναδική μεγάπολη και μητρόπολη του Ελληνισμού, αυτή μπορεί, αν την αγαπήσουμε λίγο, να μας βγάλει από τη θλίψη τη μεγάλη, από τους δύσκολους καιρούς. Να μας γλυτώσει από την Ανάπτυξη και την Κατοχή. Να ξαναστήσει χορό στου Φιλοπάππου και να ξαναχτίσει τον Παρθενώνα της. Αμήν.
Κωνσταντίνος Μπλάθρας
ΦΩΤΟ: Η γειτονιά της Αθήνας που κατεδαφίστηκε για την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Αγοράς με την εκκλησία της Παναγίας Βλασσαρούς.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 16.5.2019

