Οι απλοί Έλληνες της Τουρκοκρατίας, που ονόμαζαν τους εαυτούς τους Ρωμιούς ή σκέτο Χριστιανούς, βλέποντας στους τόπους τους τα περιφανή μνημεία των αρχαίων και μ’ όσα άκουγαν απ’ τους πιο μορφωμένους, είχαν πλάσσει τον μύθο ότι τον τόπο τον κατοικούσαν κάποτε οι Έλληνες, ανθρώποι σα γίγαντες ψηλοί. Τέτοια εντύπωση τους έκαναν τα υψίκορμα ερείπια, τέτοιους τους έπλαθε η φαντασία τους προγόνους που έζησαν στην ίδια γη. Πολύ ωραία διηγείται τον μύθο ο Αλέξης Δαμιανός, ληστής που λημεριάζει στα ερείπια του Σουνίου, στον Καιρό των Ελλήνων (1981), την ταινία του Λάκη Παπαστάθη. Κοιτάζοντας πίσω κι εμείς, βλέποντας σήμερα τα έργα που οι πρόγονοί μας της Τουρκοκρατίας άφησαν, νομίζω πως πρέπει κι εμείς ν’ ασπαστούμε τον μύθο πως εδώ, στα ίδια μέρη με μας, έζησαν τότες Έλληνες ψηλοί· ίδιοι γίγαντες.

Τόσο έλαμψε το Εικοσιένα, εκείνο το «παμφαές μετέωρο», το οποίο «εξεράγη» εκεί που «η ιστορία επύκνωσε σε τυφλό σκότος», για να θυμηθώ τα λόγια ενός αείμηστου φιλοσόφου,1 που νομίζω σκίασε, ή μάλλον φώτισε δια μιας όλα τα δάκρυα, το αίμα, τους στεναγμούς που στάλαξαν στην ψυχή εκείνων των ταπεινών γιγάντων, μέσα στους αιώνες της σκλαβιάς. Αλλ’ από τότε που στο ελεύθερο ελληνικό κράτος το πήραμε απόφαση να ξεκόψουμε απ’ αυτό το παράδειγμα κι ο Έλληνας του Αγώνα  να παραγνωριστεί σαν ανίδεος χωριάτης, το ίδιο βουνίσιος ή νησιώτης, για να λάμψουν τάχαμου τα φώτα τα ευρωπαϊκά ή εκείνα που τελωσπάντων έρχονταν μέσω Ευρώπης σαν ελληνικά και σαν αρχαιότης, από τότε απόμειναν οι ταπεινοί γίγαντες της Τουρκοκρατίας ξεχασμένοι ακόμα κι απ’ εκείνους που σ’ αυτούς χρωστάνε τα πάντα.

Ξαστοχήσαμε έτσι σε στραγγαλιές οδούς και αφήσαμε τον ίσιο δρόμο που κατ’ ευθείαν μας συνδέει με την Αρχαιότητα. Μαζί με τους απαράμιλους Έλληνες της Σκλαβιάς χάσαμε και εκεινους που τους γέννησαν αυτούς και μας τους άφησαν πατρικό αμανάτι, τους Βυζαντινούς, χλευάζοντάς τους μαζί κι αυτούς ακόμα, συμμεριζόμενοι την ξετσιπωσιά των σταυροφόρων, πορθητών και σταυρωτήδων τους. Γίναμε ψοφοδεείς θαυμαστές των αρχαίων κατορθωμάτων, και καθώς ξεκόβουμε από τους κοντινούς μας πατέρες, τους αγωνιστές του ’21, τους μάρτυρες και ήρωες της Τουρκοκρατίας, τους παππούδες μας του Βυζαντίου κ.λπ., κατ’ ουσίαν αδυνατούμε να ιδούμε και των προπαππούδων μας τα υψηλά, τα αρχαία κλέη. Περιοριζόμαστε σ’ έναν άκριτο επιφανειακό θαυμασμό, ανιστόρητο εν πολλοίς, παπαγαλίζοντας ευρωπαϊκούς κλασικισμούς και ρομαντισμό, ξεχνώντας όπως λέει ο Ελύτης: «ότι μια εσωτερική αυλή νησιώτικου σπιτιού ή ένας περίβολος Μοναστηριού είναι σαν αντίληψη, πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που έκανε τους Παρθενώνες και τις Θεομήτορες, παρά όλες οι κολώνες και οι μετώπες των ευρωπαϊκών ανακτόρων».2 Γιατί ίσα ίσα βηματίζουν απάνω στο ήθος τους, εκείνο του Παρθενώνος, δηλαδή, και της Θεομήτορος.

Αν κάτι, λοιπόν, σήμερα χρειαζόμαστε επειγόντως, είναι να ψηλώσουμε κι εμείς κομμάτι, όχι σαν νάνοι τανυζόμενοι στ’ ακροδάχτυλα, όπως τώρα, που πάμε να φορέσουμε ένα κοστούμι που δεν μας έρχεται, μα να ψηλώσουμε από καρδιάς, μιμούμενοι εν τοις έργοις εκείνους τους αψηλούς Έλληνες που αγιάσανε στα 1821.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Χρήστος Μαλεβίτσης, Το Μεσολόγγι, ο τόπος αποκαλύψεως της ελευθερίας, περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», τ. 235, Μάρτιος 2012.
  2. Συνέντευξη στην ΕΡΤ για την ένταξή μας στην ΕΟΚ, στην εκπομπή «Μονόγραμμα» (1980).

 

Εισαγωγή σε εκδήλωση της Χριστιανικής για το 1821, στην Αγία Τριάδα Πειραιά, στις 18 Απριλίου 2019, που είχε θέμα: «Οι πνευματικές ρίζες και η παγκόσμια απήχηση του αγώνα για ελευθερία».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>