“Χριστέ μου, κράτα με μακριὰ ἀπ’ τὶς κακίες τοῦ κόσμου./Στὴ Φάτνη Βρέφος, ὅσο ζῶ, νὰ σὲ λατρεύω δός μου!/(…)Καὶ κάμε λόγια κ’ ἔργα μου σὰν τῶν ἀγρῶν τὰ κρίνα, προφητικὰ, φεγγόβολα, κάμε τα σὰν ἐκεῖνα/τῆς νύχτας τῶν ἁπλῶν βοσκῶν. Γεννιόσουν και γροικοῦσαν/τοὺς οὐρανοὺς ὁλάνοιχτους ποὺ Σὲ δοξολογοῦσαν” (Κωστῆς Παλαμᾶς “Ὀνειρεμένη Προσευχή”)
«Ἐκ ποιμνίων προβάτων τὴν τοῦ Χριστοῦ, Ἐκκλησίαν ποιμαίνειν προχειρισθείς…»
• Βοσκὸς ἀπὸ τὴν -κατεχόμενη σήμερα- Ἄσκια τῆς Κύπρου, ἦταν ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, ἔγγαμος καὶ μὲ παιδί. Ἀπὸ νωρὶς κήρυττε τὸν Θεῖο Λόγο σὲ ἄλλους βοσκούς. Ἀφιερώθηκε στὴν ἀποστολὴ αὐτὴ τοῦ κηρύγματος ἀκόμα πιὸ πολύ, μετὰ τὸν θἀνατο τῆς συζύγου του.
• «(…)ποιμὴν θεοπρόβλητος, σὺ Σπυρίδων ἀνέλαμψας, (…)ἐν εὐσεβείας πόᾳ (χορτάρι), αὐτὴν ἐκτρεφόμενος…»
• Ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ ἀγαθότητά του εἶχαν ἀποτέλεσμα, ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς νὰ τὸν πιέσει νὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας καὶ στὴ συνέχεια ἐπίσκοπος Τριμυθούντας. Και τότε ὅμως, ἐξακολουθοῦσε νὰ μὴ ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ φτωχικὸ πλήρωμά του, μὲ τὸ ὁποῖο μοιραζόταν ὅ,τι εἶχε.
• «(…)κακοδοξίας λύκους, ἐλάσας τοῖς λόγοις σου, ὅθεν ἀναμέσον, θεοφόρων Πατέρων, τὴν πίστιν ἐτράνωσας, τῇ σοφίᾳ τοῦ Πνεύματος, Ἱεράρχα μακάριε.»
• Μετεῖχε στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπου συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν ἥττα τῶν Ἀρειανῶν.
• Ὅπως οἱ άπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, ἁπλοὶ ψαράδες, φωτίστηκαν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ἔτσι φωτισμένος ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, ἁπλὸς βοσκός, τὴ μνήμη τοῦ ὁποίου τιμοῦμε σήμερα.

