Στέφανος, ἡ καλὴ ἀπαρχὴ τῶν μαρτύρων, ὁ πλήρης χάριτος καὶ δυνάμεως, ὁ ποιῶν σημεῖα καὶ τέρατα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ, ὑπὸ ἀνόμων ἐλιθάζετο, ἀλλ’ ἐξέλαμψεν ὡς ἄγγελος, καὶ θεωρεῖ τὴν δόξαν, σοῦ τοῦ σταυρωθέντος ὑπὲρ ἡμῶν, ἐν δεξιᾷ τῆς δυνάμεως, καὶ τῷ Πνεύματι τῆς χάριτος εἰς οὐρανοὺς ἐλαμβάνετο· καὶ διὰ τοῦτο, ταῖς χοροστασίαις τῶν Ἀγγέλων συναυλιζόμενος, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. (Ἀπὸ τὸν Ὄρθρο τῆς ἀκολουθίας τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ Πρωτομάρτυρα Στέφανου)
Ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεγέντες ἑπτὰ διακόνυς, μὲ καθῆκον του τὴν κάλυψη τῶν αὐξανόμενων ἀναγκῶν τῶν μελῶν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀνατεθεῖσα “διακονία τῶν Τραπεζῶν”, κήρυττε καὶ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔχανε εὐκαιρία, μὲ τόλμη καὶ ζέση νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό.
“Αὐτός ὁ μακάριος Πρωτομάρτυρας καἰ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος, ὅταν ἔγινε μιά φορά συζήτησις μεταξύ Ἰουδαίων καί Σαδδουκαίων καί Φαρισαίων καί Ἑλληνιστῶν σχετικά μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καί ἄλλοι μεν ἔλεγαν, ὅτι εἶναι Προφήτης, ἄλλοι ὅτι εἶναι πλάνος καί ἄλλοι, ὅτι εἶναι Υἱός Θεοῦ, ὅταν, λέω, ἔγινε αὐτή ἡ συζήτησις, τότε ὁ πανύμνητος Στέφανος στάθηκε ἐπάνω σέ ἕναν τόπο ὑψηλό καί κήρυξε σέ ὅλους τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, λέγοντας· «Ἄνδρες ἀδελφοί, γιατί αὐξήθηκαν τόσο οἱ κακίες σας καί εἶναι ταραγμένη ὅλη ἡ Ἰερουσαλήμ; Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποίος δέν ἔνιωσε στήν καρδιά του δισταγμό γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό. (…)».
Οἱ Ἰουδαῖοι, μόλις τά ἄκουσαν αὐτά, τόν ἔφεραν στό δικαστήριο μπροστά στούς άρχιερεῖς, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἀντισταθοῦν στήν σοφία καί στή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τήν ὁποία μιλοῦσε ὁ θεῖος Στέφανος. …Τόν λιθοβόλησαν, ἐνῶ αὐτός προσευχόταν γι’ αὐτούς καί ἔλεγε· «Κύριε μήν τούς καταλογίσεις αὐτή τήν ἁμαρτία». Καί, ἀφοῦ εἶπε αὐτά, κοιμήθηκε.” (Ἀγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστής, τ. Β΄, Δεκεμβρίου, ἐκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη Ἅγιον Όρος, σ. 395-397).
“Ὁ Κύριος προσηύχετο ὑπέρ τῶν σταυρωτῶν Αὐτοῦ: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν». Ὁ ἀρχιδιάκονος Στέφανος προσηύχετο δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐλιθοβόλουν αἐτόν ἕως θανάτου: «Κύριε, μή στήσης αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην». Καί ἡμεῖς, ἐάν θέλωμεν νά διαφυλάξωμεν τήν χάριν, ὀφείλομεν νά προσευχώμεθα ὑπέρ τῶν ἐχθρῶν. Ἐάν δέν σπλαγχνίζησαι τόν ἁμαρτωλόν, ὅστις θά βασανίζηται εἰς τό πῦρ, σημαίνει ὅτι ἐντός σου δέν ζῆ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά πονηρόν πνεῦμα, καί ἐν ὅσω ἔτι ζῆς, ἀγωνίζου διά τῆς μετανοίας νά ἀπαλλαγῆς ἀπ’ αὐτοῦ”. (Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ἱερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1999.)
Ἡ ἀνακομιδή τοῦ λεψάνου τοῦ ἁγίου
Μετά τόν λιθοβολισμό καί τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Πρωτομάρτυρα, τό σκήνωμά του ἔμεινε βορά στα σκυλιά. Ὄμως, τή δεύτερη νύχτα ἦλθε ὁ νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ, πού δίδαξε τόν Ἀπόστολο Παῦλο καἰ ἦταν κρυφός μαθητής τοῦ Χριστοῦ καί ἔθαψε τό σκήνωμα σ’ ἕνα σπήλαιο σέ κτῆμα του στα Καφαργάμαλα. Ἐκεῖ ἐνταφίασε καί τόν φίλο του Νικόδημο, καί τόν ’Άβιβο, τόν ὁποῖο εἶχε βαπτίσει. Ἐκεῖ θάφτηκε καί ὁ ἴδιος, σύμφωνα μέ τήν τελευταία επιθυμία του.
Πολύ ἀργότερα, τό ἔτος 415 μ.Χ., ἐπί πατριάρχου Ἰωάννου τῶν Ἰεροσολύμων, ἐμφανίστηκε ὁ Γαμαλιήλ τρεῖς φορές σέ ὄνειρο στόν ἱερέα Λουκιανό, στά Καφαργάμαλα καί ὑπέδειξε τό ἀκριβές σημεῖο τοῦ τάφου, ὅπως καί τά πρόσωπα πού ἦταν θαμμένα καί τίνος ἦταν ὁ κάθε τάφος. Δυνατή εὐωδία ἀπό τά λείψανα τῶν ἁγίων ξεχύθηκε, κατά τήν ἐκταφή. Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἔγινε στόν ναό τῆς Ἁγίας Σιών στήν Ἰερουσαλήμ.
Πολλές θαυματουργικές ἰάσεις ἀσθενῶν ἔγιναν διά τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Στεφάνου. Ἀργότερα, αὐτά μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη.

