-
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ
Απόσπασμα δηλώσεων του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη.
«Είμαστε σε πόλεμο. Και αυτό είναι το κόστος της εθνικής μας άμυνας απέναντι σε μία παγκόσμια πρόκληση, που ζητά ευρωπαϊκή απάντηση. Απάντηση, που η χώρα μας θα διεκδικεί μέχρι να δοθεί. Στο μεταξύ, ωστόσο, η κυβέρνηση θα εξαντλεί κάθε δημοσιονομικό περιθώριο ώστε να προστατεύει την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Όμως τα περιθώρια έχουν και όρια. Και όποιος υπόσχεται εύκολες λύσεις λέει, απλώς, εύκολα ψέματα.»
Η Ελλάδα δεν κήρυξε τον πόλεμο σε κανέναν. Ούτε κανένας τής κήρυξε τον πόλεμο. Κατά συνέπεια, εμείς δεν «είμαστε» σε κανέναν πόλεμο. Αυθαίρετα μας εμπλέκει ο κ. Μητσοτάκης.
Κίνδυνος και απειλή «θερμού επεισοδίου» υπάρχει. Όμως αυτός προέρχεται από τον επεκτατισμό του τυραννικού καθεστώτος της Άγκυρας. Στην άμυνα ενάντια στον νεο-οθωμανικό ιμπεριαλισμό πρέπει να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας, διότι μόνοι μας θα κληθούμε να τον αντιμετωπίσουμε.
Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος δεν είναι πόλεμος δικός μας. Η κλιμάκωση και η διαιώνιση της σύγκρουσης αυτής εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, στην υπηρεσία των οποίων ο κ. Μητσοτάκης έχει προσαρμόσει άνευ όρων την πολιτική της χώρας.
Η αποστολή πολεμικού οπλισμού στην Ουκρανία αποδυναμώνει την άμυνα της χώρας ενάντια στον πραγματικό εξ ανατολών κίνδυνο και επιβαρύνει δυσβάστακτα την καταπονημένη οικονομία της. Ταυτόχρονα, εμπλέκει τη χώρα στον πόλεμο και την καθιστά στόχο της Ρωσίας. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται επιβαρύνουν δυσβάστακτα τον ελληνικό λαό και υποβαθμίζουν το βιοτικό του επίπεδο, χωρίς άλλωστε να έχουν αποτέλεσμα. Ο ελληνικός λαός καμμία υποχρέωση δεν έχει να επιβαρύνεται με οποιονδήποτε τρόπο για ένα πόλεμο που δεν είναι δικός του, για την εξυπηρέτηση συμφερόντων ξένων με τα εθνικά του δίκαια συμφέροντα. Ο ελληνικός λαός επίσης δεν έχει ηθική υποχρέωση να συμμετάσχει στη διαιώνιση του πολέμου που επιδιώκει το δυτικό κατεστημένο σχεδόν εκ της πρώτης αρχής του, προκειμένου όχι να βρεθεί σωστή λύση στα ζητήματα ή να επέλθει ευσταθής ισορροπία αλλά ακριβώς να κάμψει (εις μάτην) τη ρωσική οικονομία και τον Πούτιν. Αντίθετα, πρέπει να ρίξουμε το βάρος στην ειρήνευση της περιοχής.
Ο πόλεμος στον οποίο μάς εμπλέκει όλο και πιο βαθιά ο κ. Μητσοτάκης, αποτελεί το ιδεώδες πρόσχημα για να δικαιολογηθεί η κακή κατάσταση της οικονομίας, στοιχεία της οποίας όπως οι πρωτοφανείς για την Ευρωζώνη πληθωριστικές πιέσεις, είχαν φανεί πριν τη ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου. Οφείλονται κυρίως στην απότομη αναθέρμανση της οικονομίας μετά τη λήξη των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία, σε συνδυασμό με την αλόγιστη εκτύπωση χρήματος από την ΕΚΤ.
Το πρόβλημα με μια τέτοια λογική είναι ότι δε μπορεί να λειτουργήσει εάν δεν επιβληθεί διατίμηση, ανώτατη επιτρεπτή τιμή σε προϊόντα ή πρώτες και βοηθητικές ύλες. Αλλά η διατίμηση ελαττώνει την απόλυτη ελευθερία των επιχειρηματιών έναντι της κοινωνίας, που είναι η μεγάλη «ιερή αγελάδα» του νεοφιλελευθερισμού.
Η επίκληση του πολέμου είναι μια κα λή ευκαιρία για περαιτέρω αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, απαξίωση και υποστελέχωσή του. Εδώ να αναφερθεί χαρακτηριστικά ότι παλαιότερα η πολεμική βιομηχανία ήταν ένας τρόπος καταπολέμησης της ανεργίας. Στο γεγονός αυτό αναφέρεται ο Τζον Κέννεθ Γκάλμπρεϊθ στην «Κοινωνία της αφθονίας» για τις ΗΠΑ της δεκαετίας του ‘60. Ωστόσο, επειδή η Ελλάδα δε διαθέτει πλέον τέτοια βιομηχανία κατά κανένα τρόπο, ο κύριος Μητσοτάκης στριμώχνει περαιτέρω τους μικρομεσαίους ψηφοφόρους του χορηγώντας τους επιδόματα πείνας, ενώ στους μεγαλοκαρχαρίες τα έχει δώσει όλα και άλλα τόσα. Αυτά, φυσικά, επειδή «η οικονομία δεν αντέχει» τα λαϊκά στρώματα, που λογίζονται ως απολίτικοι καρπαζοεισπράκτορες ή έστω πρόθυμοι πελάτες του γαλάζιου κράτους.
Υπέρ βωμών και… ανεμογεννητριών
Επίσης, η επίκληση του πολέμου αποτέλεσε και ένα καλό πρόσχημα για να ευνοηθούν συγκεκριμένοι κλάδοι της οικονομίας, με πρόσχημα την ενεργειακή αυτονόμηση από τη Ρωσία, ακόμα και με διατάξεις νόμου που παραπέμπουν σε θεσμική εκτροπή.
Σύμφωνα με το άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος, απαλλοτρίωση επιτρέπεται αποκλειστικά για «δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο». Από τον περασμένο Ιούνιο, έχει ψηφιστεί ο νόμος 4951/2022 (ΦΕΚ 129, 4.7.2022) για τον «εκσυγχρονισμό της αδειοδοτικής διαδικασίας Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας» (φωτοβολταϊκά-ανεμογεννήτριες).
Στο άρθρο 4 παράγραφος 7 του νέου νόμου προβλέπεται να γίνεται δεκτό ότι οι μονάδες των λεγόμενων «Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας» παρέχουν εξ ορισμού «δημόσια ωφέλεια»: «Σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή/και σταθμοί αποθήκευσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα έργα δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, κατασκευής υποσταθμών, οδοποιίας, και εν γένει κάθε κατασκευής που αφορά στην υποδομή, εγκατάσταση και λειτουργία σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. ή/και σταθμών αποθήκευσης, χαρακτηρίζονται ως δημόσιας ωφέλειας που εξυπηρετούν, εκτός των άλλων, τη δημόσια ασφάλεια και υγεία και έχουν θετικές επιδράσεις πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ανεξάρτητα από τον φορέα υλοποίησής τους. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων ή η εις βάρος αυτών σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τον ν. 2882/2001 (Α΄ 17)… Ο κάτοχος του σταθμού παραγωγής προβαίνει σε αναγκαστική απαλλοτρίωση του γηπέδου εγκατάστασης, εφόσον έχει εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο απόκτησης της νόμιμης χρήσης αυτού.»
Ως εκ τούτου, καταργείται στην πράξη η συνταγματική πρόνοια για την απόδειξη με τον προσήκοντα τρόπο, της δημόσιας ωφέλειας των ΑΠΕ κατά περίπτωση, ιδίως με τη στάθμιση των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Δίνεται η δυνατότητα στον επενδυτή, να πετύχει την απαλλοτρίωση της έκτασης που επιθυμεί έτσι κι αλλιώς, εφόσον εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο απόκτησης της νόμιμης χρήσης της.
Την ιδέα αυτή «συνέλαβε» η Κυβέρνηση, προσφεύγοντας στην «εργαλειοθήκη» «REPowerEU» της Κομισιόν, η οποία επικαλούμενη το στόχο της απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, προτρέπει τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν ότι οι ΑΠΕ υπηρετούν υπέρτατο δημόσιο συμφέρον και η εγκατάστασή τους πρέπει να προχωρά δίχως καθυστερήσεις.
Ο τίτλος του σχετικού «πανηγυρίζοντος» άρθρου του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» (21.6.22) που είναι «ΥΠΕΝ: «Μπλόκο» στις προσφυγές κατά έργων ΑΠΕ» αναδεικνύει με τον εναργέστερο τρόπο την αυταρχική κυβερνητική λογική.
Η Αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ σίγησαν για τα ανωτέρω. Όμως, αντέδρασαν σε αιφνίδια τροπολογία, που επιτρέπει την εγκατάσταση των ΑΠΕ ακόμα και κοντά σε αρχαιολογικούς χώρους. Το κόμμα «Μέρα-25» υπέβαλε ένσταση αντισυνταγματικότητας, που απορρίφθηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία, όπως και το ΠΑΣΟΚ και την «Ελληνική Λύση». Η τροπολογία προβλέπει ότι η εγκατάσταση ΑΠΕ «εφαρμόζεται και επί ακινήτων της παρ. 1, τα οποία αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους, αρχαιολογικές ζώνες προστασίας, ιστορικούς τόπους, τόπους πλησίον μνημείων και εν γένει σε ακίνητα περιοχών που εμπίπτουν στον ν. 4858/2021».
Η πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Δέσποινα Κουτσούμπα επισημαίνει σχετικά: «Μετά την ψήφιση της τροπολογίας αυτής, να περιμένουμε άραγε την τοποθέτηση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών στο Δελφικό τοπίο, τον Όσιο Λουκά Βοιωτίας, στους προϊστορικούς οικισμούς του Αιγαίου;…Ο εθνικός σχεδιασμός για τη μετάβαση σε ενέργεια φιλική με το περιβάλλον αποτελεί προτεραιότητα, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να στρέφεται κατά της προστασίας του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος.»
Άμεση απεμπλοκή
Πρώτη προτεραιότητα είναι η άμεση απεμπλοκή της χώρας από τη σύρραξη Ρωσίας- Ουκρανίας, για να εκλείψει το βασικό πρόσχημα για τις θεσμικές εκτροπές και την ραγδαία υποβάθμιση του επιπέδου ζωής του ελληνικού λαού.
Να αποστέλλεται ανθρωπιστική βοήθεια και μόνο, με ειδική μέριμνα για την ελληνική κοινότητα του Ντονμπάς, καθώς και για όλους τους πληγέντες από τον πόλεμο, αδιακρίτως «πλευράς της ιστορίας». Και καμμία εφαρμογή κυρώσεων κατά τρίτης χώρας, αν δεν επιβάλλονται ανάλογες στην Τουρκία για την εισβολή και κατοχή στην Κύπρο.
Σε γενικές γραμμές, ο κ. Μητσοτάκης εκπροσωπεί την «προθύμως και άνευ αντιλογίας» υποταγή στα κελεύσματα των υπερεθνικών διευθυντηρίων της Δύσης. Φέρεται ως αρχάριος υποτακτικός έναντι της πολεμόχαρης πολιτικής του κατεστημένου των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ. Την περίοδο διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, θυμόμαστε χαρακτηριστικά αρκετός κόσμος να διατυπώνει τη γνώμη ότι, εάν έκανε μερικά θετικά, από τα πιο βασικά ήταν η πιο ανεξάρτητη εξωτερική του πολιτική. Ότι τόλμησε να προβάλει βέτο στο Βουκουρέστι. Ότι τόλμησε να πραγματοποιήσει άνοιγμα στη Ρωσία (αγωγός South Stream). Εντούτοις, ο Μητσοτάκης εκπροσωπεί το «ναι σε όλα» στους υπερατλαντικούς επικυρίαρχους. Εκπροσωπεί αυτό που ο συντηρητικός πρ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλος έλεγε «μινώταυρο του νεοφιλελευθερισμού». Στα πλαίσια αυτά, και για λόγους που ο ίδιος ξέρει, εμφανίζεται ως ζηλωτής. Υπερθεματίζει, είναι εμπροσθοφυλακή και γίνεται βασιλικότερος του βασιλέως.
Ο κύριος Μητσοτάκης δοκιμάστηκε και έδωσε σαφέστατα δείγματα γραφής. Δεν είναι απλώς ότι απέτυχε αλλά ότι μάλλον εξαρχής δεν είχε καμία πρόθεση να προσπαθήσει στις σωστές κατευθύνσεις. Ο ελληνικός λαός είναι αυτός που πρέπει να σκεφτεί πολύ σοβαρά εάν τον εκπροσωπεί μια τέτοια πολιτική και να απαιτήσει, ως κυρίαρχος, την αλλαγή της, είθε επιτέλους και προς μια ρηξικέλευθη κατεύθυνση.

