“Οι δυτικές δημοκρατίες χρειάζονται νέους κανόνες αυτοπεριορισμού στον δημόσιο λόγο” διατείνεται στο ανυπόγραφο κύριο άρθρο της η σημερινή κυριακάτικη “Καθημερινή” , με αφορμή τα βίαια και αιματηρά επεισόδια που προκάλεσαν οπαδοί του απερχόμενου Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με την κατάληψη του κτηρίου της Βουλής και της Γερουσίας της χώρας και την απόπειρα παρεμπόδισης της τυπικής επικύρωσης του αποτελέσματος της προεδρικής εκλογής. Την έννοια του “αυτοπεριορισμού” έχουν ήδη δώσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την εντεινόμενη λογοκρισία την οποία ασκούν στη διακίνηση των απόψεων και την κατάργηση των λογαριασμών του -εν ενεργεία ακόμη- Προέδρου.
Στη χώρα μας και αλλού, η ελευθερία του λόγου είναι κατοχυρωμένη. Οι περιορισμοί της ορίζονται σαφώς από το Σύνταγμα, καθώς και τον Ποινικό Κώδικα. Υπάρχουν και οι διοικητικές κυρώσεις, τις οποίες επιβάλλει κυρίως το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, που έχει καθήκον να επιβλέπει την ορθή εκφορά του δημόσιου λόγου από τα ΜΜΕ, ιδίως όταν αυτά δεν διασταυρώνουν, όπως οφείλουν, τις ειδήσεις που προβάλλουν.
Το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να εκφέρεται ελεύθερα ο δημόσιος λόγος είναι σαφές. Προς τι λοιπόν ο “αυτοπεριορισμός” ; Η έννοια του “αυτοπεριορισμού” δεν έχει νόημα όσον αφορά απόψεις, γεγονότα και ζητήματα τα οποία κάποιος έτσι κι αλλιώς δεν θεωρεί σωστά, ουσιώδη και άξια προβολής. Απομένουν απόψεις, γεγονότα και ζητήματα τα οποία κάποιος ενστερνίζεται, τον εκφράζουν και θεωρεί ότι πρέπει να προβληθούν. Επίσης, δεν έχει νόημα έναντι κακόπιστων εκφορέων του δημόσιου λόγου. Εδώ ο “αυτοπεριορισμός”, πέρα από τα ήδη ισχύοντα πλαίσια, σημαίνει προτροπή στον πολίτη να αποσιωπήσει και να αποκρύψει την αλήθεια, όπως την αισθάνεται.
Η έκκληση για νέους “κανόνες αυτοπεριορισμού” προοιωνίζεται νέους κανόνες λογοκρισίας. Προφανώς, ο λαός κρίνεται ανώριμος και “παρασύρεται”. Όμως, όσο απεχθείς και αν θεωρούνται απόψεις που έχει εκφέρει κατά καιρούς ο Ντόναλντ Τραμπ, δεν παύουν να υιοθετούνται από εκατομμύρια συμπατριώτες του, οι οποίοι σε δυσανάλογα-δυστυχώς- μεγάλο ποσοστό, εγκρίνουν και την κατάληψη της 6ης Ιανουαρίου. Το εκεί πολιτικό σύστημα οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του για την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων τα οποία δημιούργησαν τον “τραμπισμό” και είναι η αιτία για “τη μακρά δοκιμασία της αμερικανικής δημοκρατίας” την οποία επικαλείται η εφημερίδα. Επιπλέον, να διορθώσει τις ατέλειες του εκλογικού συστήματος και του τρόπου διεξαγωγής των εκλογών, που ανέκαθεν έδιναν λαβή για υποψίες “καλπονοθείας”. Στο βαθμό που ο κ. Τραμπ έχει παρανομήσει, προφανώς υπάρχει το νομικό οπλοστάσιο να αποδοθεί δικαιοσύνη και να τού επιβληθούν οι δέουσες κυρώσεις.
Η λογοκρισία τρέφει αντί να περιορίζει τη συνωμοσιολογία, εντείνει τα πολιτικά πάθη και αναβαθμίζει και διαφημίζει την πληττόμενη άποψη.
“Οι λέξεις μπορούν, δραστικότερα παρά ποτέ στην Ιστορία, να παράγουν πολιτική πραγματικότητα. Η μακρά δοκιμασία της αμερικανικής δημοκρατίας έχει αποδείξει ότι η δημόσια σφαίρα δεν μπορεί πλέον να ορίζεται μόνο από διαύλους που έχουν ταυτίσει την κερδοφορία τους με την αγορά της προσοχής -με ο, τι συγκινεί και φανατίζει προκειμένου να κρατήσει καθηλωμένο τον χρήστη.”, διατείνεται η “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανακρίβεια. Διότι οι λέξεις, χωρίς υποκείμενη πραγματικότητα την οποία εκφράζουν, έστω και κατά τρόπο στρεβλό και πεπλανημένο, δεν είναι παρά “έπεα πτερόεντα”. Ο σπινθήρας από μόνος του, λάμπει και χάνεται σε δέκατα του δευτερολέπτου. Αν όμως υπάρχει καύσιμη ύλη, μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά. Αντίστοιχα, “αγορά της προσοχής” δεκτική κερδοφορίας δεν θα υφίστατο, χωρίς τα εντεινόμενα κοινωνικά προβλήματα, την αυξανόμενη περιθωριοποίηση στρωμάτων του πληθυσμού και την αύξηση των ανισοτήτων.
Είναι προφανές, για να πάρουμε την έκφραση του Ολλανδού παλαίμαχου Χριστιανοδημοκράτη Μπερτ ντε Φρις, συγγραφέα του βιβλίου “Ο εκτροχιασμένος καπιταλισμός”, ότι το ήδη εκτροχιαζόμενο σύστημα επιμένει να εκτροχιάζεται στην κατεύθυνση της κοινωνικής αδικίας, του Νεοφιλελευθερισμού, της Παγκοσμιοποίησης και των ιδεολογικών επικαλύψεων του “Ακραίου Κέντρου” που κυβερνά. Κάθε εμπόδιο στην κατεύθυνση αυτή συνθλίβεται, περιλαμβανομένης της ελευθερίας του λόγου.
Οι κρίσεις, αντί να αντιμετωπίζονται, πρέπει να συγκαλύπτονται.
Ο Τραμπ είναι η ιδεώδης αφορμή. Αναμένεται η συνέχεια…

