Ὁ ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΜΟΡΕΛ γεννήθηκε στὸ Όρενμπουργκ τῆς Ρωσίας στὶς 16/9/1917. Πατέρας του ἦταν ὁ Γερμανὸς γιατρὸς Hugo Schmorell καὶ μητέρα του ἡ Ρωσίδα Natalia Vvedenskaja κόρη ὀρθόδοξου ἱερέα ἡ ὁποία τὸν βάπτισε ὡς νήπιο ὀρθόδοξο. Σὲ ἡλικία 2 ἐτῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ρωσικῆς ἐπανάστασης, ἡ μητέρα τοῦ Ἀλέξανδρου πέθανε ἀπὸ τύφο. Τὸ 1921, μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος, ἡ οἰκογένεια μετανάστευσε στὸ Μόναχο. Ἐκεῖ ὁ Ἀλέξανδρος πῆγε σχολεῖο, ἀλλὰ μεγάλωσε σὲ ἕνα δίγλωσσο περιβάλλον, καθὼς ἡ οἰκογένεια τοῦ ἐπέλεξε νὰ ἀκολουθεῖ τόσο τὶς γερμανικές, ὅσο καὶ ρωσικὲς παραδόσεις καὶ γλώσσα.
Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πατέρας του καὶ ἡ μητριά του ἦταν ρωμαιοκαθολικοί, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἀνατράφηκε ὡς ᾿Ορθόδοξος, μὲ τὴ συνδρομὴ τῆς Ρωσίδας παραμάνας του Θεοδοσίας Λάπσινα ποὺ ἀκολούθησε τὴν οἰκογένεια στὴ Γερμανία. Ὁ Ἀλέξανδρος συμμετεῖχε στὴν Ὀρθόδοξη Ρωσικὴ ἐνορία τοῦ Μονάχου καὶ ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν Ορθόδοξη παράδοση. Παρακολούθησε μαθήματα ὀρθόδοξης κατήχησης, ἐκκλησιαζόταν τακτικὰ καὶ τὸν ἔβλεπαν συχνὰ μὲ μιὰ Βίβλο. ῞Οπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία του, εἶχε διαβάσει κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶχε πολυτάλαντη προσωπικότητα, μὲ πολλὰ ἐνδιαφέροντα καὶ ζοῦσε μιὰ φυσιολογικὴ νεανικὴ ζωή.
Τὸ 1937 στρατεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ καὶ πῆρε μέρος στὴ συνέχεια στὴ ναζιστικὴ εἰσβολὴ στὴν Αὐστρία καὶ στὴν Τσεχοσλοβακία. Τὸ 1939 γράφτηκε στὴν Ἰατρικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μονάχου. Ἐπιστρατεύθηκε καὶ μὴ τὴν κήρυξη τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ γερμανικὸς στρατὸς εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ γιατρούς, οἱ φοιτητὲς συνέχιζαν ὡς ἔνστολοι τὶς σπουδές τους καὶ καλοῦνταν κατὰ διαστήματα νὰ καλύπτουν ἰατρικὲς ἀνάγκες στὰ διάφορα μέτωπα.
Οἱ βαρβαρότητες τοῦ πολέμου τὸν ἔπεισαν νὰ ἀναλάβει ἀντιστασιακὴ δράση.
ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΡΟΔΟ
Ἡ βάση ποὺ ὁδήγησε στὴ δημιουργία τοῦ “Λευκοῦ Ρόδου” ἦταν ἡ φιλία ποὺ ἀναπτύχθηκε ἀνάμεσα σὲ φοιτητὲς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Μονάχου μὲ κοινὸ παρονομαστὴ τὴ βαθιὰ χριστιανική τους πίστη καὶ τὴν ἀντιπάθεια στὸ ναζιστικὸ καθεστώς.
Ξεκίνησαν μὲ τὴ “νοητὴ μετανάστευση”, δηλαδή, μοιραζόμενοι στὸν κύκλο τῆς συντροφιᾶς τους τὰ κοινὰ ἐνδιαφέροντα γιὰ τὴ φιλοσοφία, τὴ θεολογία, τὶς καλὲς τέχνες, νὰ ξεφεύγουν-νὰ “μεταναστεύουν”- μὲ τρόπο νοητὸ ἀπὸ τὴν ἀπεχθῆ πραγματικότητα ποὺ τοὺς περιστοίχιζε. Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε σὲ καθεστὼς ἐλευθερίας τοῦ λόγου δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, ἀλλὰ σε τυραννικὰ καθεστῶτα, ὅπου κάθε ἀπρόσεκτη κουβέντα μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴ φυλακὴ ἢ στὸ θάνατο, τοῦτο ἦταν ζωτικὴ ἀνάγκη γιὰ ἀνθρώπους πνευματικοὺς καὶ εὐαίσθητους.
Ὅλοι τους εἶχαν στρατευθεῖ ἀμέσως μετὰ τὸ Λύκειο καὶ εἶχαν ὑπηρετήσει στὸ Μέτωπο ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἂν καὶ ἐπιστρατευμένοι, εἶχαν σχετικὴ ἐλευθερία κινήσεων ὡς φοιτητὲς τῆς Ἰατρικῆς.
Ἀποφάσισαν νὰ ἀναλάβουν ἐνεργὴ δράση ὅσο μάθαιναν πιὸ πολλὰ γιὰ τὰ ἐγκλήματα τοῦ ναζιστικοῦ καθεστῶτος. Κυκλοφόρησαν, μάλιστα, παράνομα ἀντίγραφα τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Μύνστερ Κλέμενς Ἄουγκουστ φὸν Γκάλεν (Αὔγουστος 1941), μὲ τὸ ὁποῖο καταδικαζόταν ὁ φόνος τῶν τρόφιμων τῶν ψυχιατρείων γιὰ λόγους εὐγονικῆς.
Τὴν πρωτοβουλία ἔλαβαν ὁ Χὰνς Σὸλ καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Σμορέλ. Ὀ Χὰνς Σὸλ, Λουθηρανός, προερχόταν ἀπὸ οἰκογένεια μὲ ἀντιναζιστικὴ δράση καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ στιγμὴ ἐνθουσιασμοῦ εἶχε ἐνταχθεῖ στὴ χιτλερικὴ νεολαία τὸ 1933, γρήγορα ἀπογοητεύθηκε, ἀπομακρύνθηκε καὶ διώχθηκε γιὰ συμμετοχὴ σὲ ἀντιναζισιτικὲς δραστηριότητες. Στὸ “σκληρὸ πυρήνα” τῆς ὀργάνωσης ἀνῆκαν οἱ συνάδελφοί τους Βίλλυ Γκράφ, ρωμαιοκαθολικός, καὶ Χρίστοφ Πρόμπστ, πιστὸς Χριστιανὸς χωρὶς ν’ ἀνήκει σὲ κάποια ὀμολογία. Στοὺς πρωτεργάτες προστέθηκε καὶ ἡ μικρότερη ἀδελφὴ τοῦ Χάνς, Σοφία Σόλ, ἡ ὁποία ἔμαθε τυχαῖα γιὰ τὶς δραστηριότητες τοῦ ἀδελφοῦ της καὶ ἐπέμεινε νὰ ἐνταχθεῖ, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις του. Εἶχε γίνει δεκτὴ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Μονάχου γιὰ σπουδὲς Βιολογίας καὶ Φιλοσοφίας.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΩΝ ΝΑΖΙΣΤΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ
Ἡ πρώτη φάση τῆς πρὸς τὰ ἔξω ἐκδήλωσης τῆς ἀντιναζιστικῆς προπαγάνδας ἐντοπίζεται στὸ διάστημα 27 Ἰουνίου καὶ 12 Ἰουλίου τοῦ 1942., μὲ τὴν ἔκδοση τῶν τεσσάρων πρώτων φυλλαδίων, μὲ συντάκτες τὸν Ἀλέξανδρο Σμορὲλ καὶ τὸν Χὰνς Σὸλ. Χαρακτηριστικὸ καὶ τῶν τεσσάρων αὐτῶν φυλλαδίων εἶναι ἡ προσπάθεια ἀφύπνισης τῶν διανοουμένων μὲ καταγγελία τῆς ναζιστικῆς τυραννίας καὶ ἔκκληση γιὰ παθητικὴ ἀντίσταση. Τὸ περιεχόμενό τους, πέρα ἀπὸ τὴ διορατικότητα σχετικὰ μὲ τὴν ἐνοχὴ ποὺ θὰ βάραινε συλλογικὰ τὸν Γερμανικὸ λαὸ γιὰ τὰ στιγερὰ ἐγκλήματα τοῦ Ναζισμοῦ, δείχνει ὅτι, παρὰ τοὺς περὶ τοῦ ἀντιθέτου προβαλλόμενους ἰσχυρισμούς, τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ δὲν ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστα στὴ γερμανικὴ κοινὴ γνώμη.
Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐκ μέρους τοῦ “Λευκοῦ Ρόδου” καταγγελία τῆς ἐξόντωσης τῶν Ἑβραίων, καθὼς καὶ τῆς ἄρχουσας τάξης τοῦ Πολωνικοῦ ἔθνους, στὸ δεύτερο φυλλάδιο :” Ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς Πολωνίας, 300.000 Ἑβραῖοι σκοτώθηκαν σὰν τὰ ζῶα. Πρόκειται γιὰ τὸ πιὸ ἀποτρόπαιο ἔγκλημα κατὰ τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας(…)Οἱ Ἑβραῖοι εἶναι ἄνθρωποι καὶ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἔγινε ἐναντίον ἀνθρώπων. Ποιὸς ἀνόητος θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ τὸ ἄντίθετο;…Τὸ ἱερώτερο καθῆκον τοῦ κάθε Γερμανοῦ εἶναι ἡ καταστροφὴ αὐτῶν τῶν τεράτων(=τῶν ναζιστῶν) ”
Στὸ τρίτο φυλλάδιο τονίζεται ὅτι “Τὸ νόημα καὶ ὁ στόχος τῆς παθητικῆς ἀντίστασης εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τοῦ Ἐθνικοσοσιαλισμοῦ…Πρέπει νὰ μπεῖ ἕνα τέλος σ’ αὐτὸ τὸ κράτος-τέρας. Μία νίκη τῆς φασιστικῆς Γερμανίας σ’αὐτὸ τὸν πόλεμο θὰ εἶχε ἀνυπολόγιστες καὶ τρομερές συνέπειες.”.
Στὸ τέταρτο φυλλάδιο, καταγγέλλεται ὁ Χίτλερ ὡς ἐκπρόσωπος τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ:”Πίσω ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα καὶ ὁρατὰ γεγονὀτα, πίσω ἀπὸ τὴν ἀντικειμενικὴ καὶ λογικὴ θεώρηση, βρίσκουμε τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο. Τὴν πάλη ἐνάντια στοὺς δαίμονες, ἐνάντια στοὺς ὑπηρέτες τοῦ Ἀντιχρίστου. Παντοῦ καὶ πάντοτε οἱ δαίμονες παραφύλαγαν μὲσα στὸ σκοτάδι, περιμένοντας τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμος, ὅταν μὲ τὴ θέλησή του παραιτεῖται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ὁποία ὁ Θεὸς τὸν ἔχει τάξει στὴ Δημιουργία. “.
Τὰ φυλλάδια αὐτὰ διανεμήθηκαν, κυρίως ταχυδρομικῶς, ἀνὰ ἑκατὸ ἀντίτυπα περίπου τὸ καθένα, ἀφοῦ πολύγραφος δὲν ὑπῆρχε καὶ ἀντιγράφονταν στὴ γραφομηχανή.
ΟΡΑΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Ἀμέσως μετὰ τὴ διανομὴ τῶν φυλλαδίων αὐτῶν, οἱ φίλοι στάλθηκαν στὸ ρωσικὸ μέτωπο κατὰ τὴ διάρκεια τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν. Ἐκεῖ βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μὲ τὴ φρίκη τοῦ πολέμου καὶ εἶχαν τὴν εὐκαιρία μέσῳ τοῦ Ἀλεξάντερ Σμορὲλ νὰ ἐπικοινωνήσουν ἀπευθείας μὲ τὸ ρωσικὸ λαό. Μὲ τὴν ἐπιστροφή τους στὸ Μόναχο, πλούσιοι ἀπὸ ἐμπειρίες, ἀποοφάσισαν νὰ διευρύνουν τὴ δραστηριότητά τους.
Προσεγγίζουν τὸν καθηγητή τους Κοὺρτ Χοῦμπερ, ὁ ὁποῖος γίνεται ἐνεργὸ μέλος τῆς κίνησης. Στὴ φάση αὐτή, ἀπὸ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1942 μέχρι τὸ τέλος Ἰανουαρίου τοῦ 1943, ἡ κίνηση προσπαθεῖ νὰ διευρυνθεῖ. καὶ σὲ ἄλλες πόλεις καὶ νὰ ἀπευθυνθεῖ, πέραν τῶν διανοουμένων καὶ στὰ εὐρύτερα λαϊκὰ στρώματα.
Οἱ δυσμενεῖς γιὰ τὴ Γερμανία ἐξελίξεις στὰ πολεμικὰ μέτωπα, ἐνθαρρύνουν τὴν κίνηση νὰ σκληρύνει τὴ στάση της, ἀλλὰ καὶ νὰ παρουσιάσει τὸ δικό της ὅραμα γιὰ τὴ διακυβέρνηση τῆς Γερμανίας καὶ τὴν μεταπολεμικὴ Εὐρώπη. Ἡ πέμπτη προκήρυξη μὲ τίτλο “Φυλλάδιο τοῦ ἀντιστασιακοῦ κινήματος Γερμανίας”, πολυγραφεῖται σὲ 5.000-6.000 ἀντίτυπα -ὁ Ἀλεξάντερ Σμορὲλ εἶχε βρεῖ ἕνα πολύγραφο- μοιράζεται καὶ στὸ Ἄουγκσμπουργκ, στὴ Στουτγάρδη, στὴ Φρανκφούρτη ἐπὶ τοῦ Μάιν, στὸ Σάλτσμπουργκ, στὸ Λίντς καὶ στὴ Βιέννη. Μοιράζεται στὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τοῦ Μονάχου τὴ νύχτα τῆς 28ης πρὸς τὴν 29η Ἰανουαρίου ἀπὸ τὸν Χὰνς Σόλ τὸν Βίλλυ Γκράφ καὶ τὸν Ἀλεξάντερ Σμόρελ. Ἡ Σοφία Σὸλ τολμᾶ ἀκόμα καὶ τὴ μέρα νὰ τοποθετήσει τὰ φυλλάδια στοὺς τηλεφωνικοὺς θαλάμους καὶ στὰ σταθμευμένα αὐτοκίνητα.
Στὸ φυλλάδιο αὐτὸ καλοῦνται οἱ Γερμανοὶ νὰ ἐξεγερθοῦν σ’ ἕνα νέο ἀπελευθερωτικὸ πόλεμο. Τονίζεται ὅτι “Ἀπ’ ὅπου καὶ ἂν προέρχεται, ἡ ἰμπεριαλιστικὴ δύναμη δὲν πρέπει ξανὰ νὰ ἐλέγξει τὸ κράτος. Ὁ πρωσσικὸς μιλιταρισμὸς δὲν πρέπει νὰ καταλάβει ξανὰ τὴν ἐξουσία.(…) Ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἐλευθερία τῆς πίστης, προστασία τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσία τῶν ἐγκληματικῶν δικτατορικῶν κρατῶν, αὐτὲς εἶναι οἱ ἀναγκαῖες βάσεις τῆς νέας Εὐρώπης” .
Η ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
Ἡ πτώση τοῦ Στάλινγκραντ τὸ Φεβρουάριο τοῦ 1943 καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς 6ης στρατιᾶς, κάνουν τοὺς νεαροὺς ἀντιστασιακοὺς νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι ὁ Χίτλερ δὲν θὰ δίσταζε νὰ συνεχίσει τὸν πόλεμο μέχρι τὴν τελικὴ καταστροφὴ τῆς Γερμανίας.. Ἔτσι, ἡ κίνηση σκληραίνει καὶ ἄλλο τὴ στάση της.Ἤδη, στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Μονάχου, κατὰ τοὺς ἑορτασμοὺς τῶν 470 χρόνων του στὶς 13 Ἰανουαρίου 1943, οἱ φοιτητὲς εἶχαν τολμήσει νὰ ἀντιταχθοῦν στὸν Γκαουλάιτερ Γκίσλερ.
Ὁ τελευταῖος, γνωρίζοντας ἀπὸ τὴν Γκεστάπο γιὰ τὰ φυλλάδια ποὺ κυκλοφοροῦσαν, συγκάλεσε τοὺς φοιτητές στὸ Γερμανικὸ Μουσεῖο τοῦ Μονάχου. Τοὺς πρόσβαλε ὠς ἀπόλεμους καὶ πρότεινε εἰρωνικὰ οἱ φοιτήτριες νὰ γεννοῦν ἕνα παιδὶ τὸ χρόνο γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδας. “Ἐὰν μερικαὶ ἀπὸ τὰς νέας στεροῦνται ἀτομικῶν θελγήτρων διὰ νὰ εὕρουν σύντροφον, θὰ διαθέσω εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν ἕνα ἐκ τῶν ὐπασπιστῶν μου…καὶ δύναμαι νὰ τῆς ὑποσχεθῶ μίαν ἀπολύτως ἀπολαυστικὴν ἐμπειρίαν”, πρόσθεσε.
Τότε, πολλὲς φοιτήτριες, σηκώθηκαν νὰ ἀποχωρήσουν σ’ ἔνδειξη διαμαρτυρίας γιὰ τὴν χυδαιότητά του καὶ ὁ Γκαουλάιτερ διέταξε τὴ σύλληψή τους. Οἱ φοιτητές, πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἔνστολοι, ὅρμησαν στὸ βῆμα καὶ κράτησαν ὅμηρο τὸν διορισμένο ἀπὸ τοὺς ναζιστὲς ἀρχηγὸ τῶν φοιτητῶν, ἀναγκάζοντας τὸν Γκαουλάιτερ νὰ ὑποχωρήσει.
“ΧΙΤΛΕΡ ΦΟΝΕΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ”
Ἔτσι, ἡ ἡγεσία τοῦ “Λευκοῦ Ρόδου” θεώρησε ὅτι τὸ κλίμα ἦταν κατάλληλο γιὰ ἕνα ἀκόμα βῆμα, τὴν ἔκκληση σὲ ἐξέγερση. Στὴν 6η προκήρυξη, γραμμένη ἀπὸ τὸν Κοὺρτ Χοῦμπερ, καταγγέλλεται ὁ τρόπος διεύθυνσης τοῦ πολέμου ἀπὸ τὸν Χίτλερ:
” Συναγωνιστὲς τῆς Ἀντίστασης
Ἡ καταστροφὴ τοῦ Στάλινγκραντ ξάφνιασε καὶ συνέτριψε τὸ λαό μας. Ἡ ἐμπνευσμένη στρατηγικὴ τοῦ προαχθέντος σὲ ἀρχιστράτηγο δευτέρας τάξεως στρατιώτη στοίχησε τὴ ζωὴ 330.000 Γερμανῶν στρατιωτῶν. Σὲ εὐχαριστοῦμε Φύρερ(…) Ποτὲ πιά! Ἦλθε ἡ μέρα νὰ ζητηθεῖ λογαριασμὸς ἀπὸ τὴν πιὸ ἀπεχθῆ τυραννία ποὺ ἔχει μέχρι σήμερα ὑποστεῖ αὐτὸς ὁ λαός. Στὸ ὄνομα τῆς Γερμανικῆς νεολαίας, ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ τὴν ἐπαναφορὰ τῶν προσωπικῶν ἐλευθεριῶν(…) Γιὰ μᾶς μόνο μιὰ προτεραιότητα ὑπάρχει: ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς Δικτατορίας(…)Ἠ ντροπὴ θὰ βαραίνει ἐσαεὶ τὴν Γερμανία, ἐὰν ἡ νεολαία δὲν έξεγερθεῖ ἐπιτέλους γιὰ νὰ σαρώσει τοὺς δημίους καὶ νὰ οἰκοδομήσει μιὰ νέα πνευματικὴ Εὐρώπη”.
Ἀπὸ τὶς 3 ἕως τὶς 16 Φεβρουαρίου γράφουν στοὺς τοίχους τοῦ Πᾳνεπιστημίου καὶ ἄλλων δημοσίων κτηρίων συνθήματα: “Κάτω ὁ Χίτλερ”, “Χίτλερ φονέας τῶν μαζῶν”, “Ἐλευθερία” μὲ διαγραμμένους ἀγκυλωτοὺς σταυρούς. Στὶς 18 τοῦ μηνός, ὁ Χὰνς καὶ ἡ Σοφία Σὸλ μοιράζουν ἀνοιχτὰ 1200 προκηρύξεις στὸ Πανεπιστήμιο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τοὺς δεῖ ὁ θυρωρὸς καὶ νὰ συλληφθοῦν τὴν ἴδια μέρα ἀπὸ τὴν Γκεστάπο. Συλλαμβάνεται καὶ ὁ Κρίστοφ Πρόμπστ, ἐπειδὴ βρέθηκε πάνω στὸν Χὰνς Σὸλ ἕνα σχέδιο νέας προκήρυξης γραμμένο ἀπ’ αὐτόν. Τὰ δύο ἀδέλφια, κατὰ τὴν ἀνάκριση, ἀναλαμβάνουν ὅλη τὴν εὐθύνη, γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ὁ Πρόμπστ, πατέρας τριῶν παιδιῶν.
ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΣΤΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ
Ἡ δίκη τους ἄρχισε στὶς 22 Φεβρουαρίου 1943, κατευθυνόμενη ἀπὸ τὸν πρόεδρο τοῦ “Λαϊκοῦ Δικαστηρίου” Ρόλαντ Φράισλερ, διαβόητο γιὰ τὸ σκληρότητά του, κατὰ τὸν Σίρερ “τὸν ἀπαισιώτερον καὶ πλέον αἱμοβόρον ναζιστὴν εἰς τὸ Τρίτον Ράιχ μετὰ τὸν Χάυντριχ» ὁ ὁποῖος περισσότερο ἔπαιζε τὸ ρόλο τοῦ Εἰσαγγελέα, παρὰ τοῦ Δικαστῆ. Οἱ δικηγόροι τους ποὺ διορίσθηκαν ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν ἀρθρώνουν λέξη γιὰ νὰ τοὺς ὑποστηρίξουν.
Οἱ τρεῖς νέοι ὑπερασπίζονται μόνοι τους τὸν ἑαυτό τους καὶ καταπλήσσουν γιὰ τὸ θᾶρρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά τους. Ἡ Σοφία Σὸλ στὶς ἀπειλὲς τοῦ Φράισλερ ἀπαντᾶ: “Γνωρίζω τόσο καλὰ ὅσο καὶ σεῖς ὅτι ὁ πόλεμος ἔχει χαθεῖ. Γιατὶ εἴσαστε τόσο ἄνανδροι καὶ δὲν τὸ παραδέχεστε;” Καταδικάζονται καὶ οἱ τρεῖς σὲ θάνατο καὶ καρατομοῦνται μόλις λίγες ὧρες ἀργότερα. Ἡ Σοφία ἀνέβηκε ἀτάραχη στὸ ἰκρίωμα. Ὁ Χάνς, πρὶν τὴν ἐκτέλεση, ἔγραψε στὸν τοῖχο τῆς φυλακῆς τὴ φράση τοῦ Γκαῖτε: “Νὰ ἀψηφοῦμε ὅλες τὶς ἀντίθετες δυνάμεις” καὶ πρὶν ἐκτελεσθεῖ φώναξε: “Ζήτω ἠ ἐλευθερία”.9 Ὁ Κρίστοφ Πρὸμπστ συνελήφθη ὲνῶ ἔπαιρνε ἄδεια ἀπὸ τὴ μονάδα του γιὰ νὰ δεῖ τὸ νεογέννητο τρίτο παιδάκι του. Ἐκτελέσθηκε ὅμως, χωρὶς νὰ προλάβει νὰ τὸ ἀντικρύσει.
Ὅ ἅγιος Ἀλέξανδρος, ποὺ σνελήφθη λίγο ἀργότερα, ἀντιμετώπισε μὲ θᾶρρος τοὺς ἀνακριτὲς τῆς Γκεστάπο. Δήλωσε ξεκάθαρα ὅτι διαφωνεῖ μὲ τὸν Ἐθνικοσοσιαλισμὸ καὶ προσπάθησε νὰ πάρει ἐπάνω του ὅσες περισσότερες εὐθύνες μποροῦσε, γιὰ νὰ σωθοῦν οἱ ὑπόλοιποι κατηγορούμενοι. Δήλωσε κατάμουτρα στοὺς γκεσταπίτες ὅτι χάρηκε γιὰ τὴ γερμανικὴ ἥττα στὸ Στάλινγκραντ, ἐπικαλούμενος τὴν ἐκ μητρὸς ρωσικὴ καταγωγή του, ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε συνειδησιακὰ νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν καταστροφὴ τῆς Ρωσίας. Προσπάθησε μάλιστα νὰ ἐλαφρύνει τὴ θέση τῶν συντρόφων του, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐκεῖνος τοὺς παρέσυρε.
Οὔτε στὴν παρωδία δίκης του στὶς 19 Ἀπριλίου 1943 προσπάθησε νὰ ἐλαφρύνει τὴ θέση του. Μὲ παρρησία ὁμολόγησε τὶς ἀντιναζιστικὲς πεποιθήσεις του, προκαλώντας τὴν ὑστερικὴ ἀντίδραση τοῦ Φράισλερ, ποὺ οὔρλιαζε, ἀποκαλώντας τον «προδότη». Μαζί του δικάστηκαν καὶ καταδικάζστηκαν σὲ θάνατο καὶ ὁ Βίλλυ Γκρὰφ καὶ ὁ Κοὺρτ Χοῦμπερ. Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Κοὺρτ Χοῦμπερ ἐκτελοῦνται στὶς 13 Ἰουλίου.
Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος, γράφει στὸν πατέρα του και στὴ θετή του μητέρα: «Σε λίγες ώρες θα βρίσκομαι σε μία καλύτερη ζωή, μαζί με την μητέρα μου, και δεν πρόκειται να σας ξεχάσω. Θα ζητήσω από τον Θεό να σας παράσχει παρηγορία και ειρήνη. Και θα σας περιμένω! Ένα πράγμα, προ πάντων, επιτρέψτε μου να αφήσω στις καρδιές σας: Ποτέ μην λησμονείτε τον Θεό!!!»
Ὁ καθηγητὴς μὲ τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὸ θᾶρρος του δίνει κουράγιο στοὺς ἄλλους, νεαρούς, κατηγορούμενους. Στὸν τετράχρονο γιό του γράφει ἀπὸ τὴ φυλακή: «Πέθανα γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Γερμανίας, γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν τιμή. Καὶ τὶς τρεῖς τὶς ὑπηρέτησα μέχρι τὸν τελευταῖο χτύπο τῆς καρδιᾶς μου.» Ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ Μονάχου ἀντιδρᾶ στὴ σκληρότητα τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ δὲν θὰ ὑπάρξουν ἄλλες θανατικὲς καταδίκες. Οἰ ὑπόλοιποι κατηγορούμενοι, ἄλλοι 11 σ’ ἐκείνη τὴ δίκη καὶ ἀρκετὲς δεκάδες σὲ ἄλλες, καταδικάσθηκαν σὲ σχετικὰ ἐλαφρὲς ποινές. Ἡ κίνηση, πάντως, ἐξαρθρώθηκε.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καταδεικνύει πόσο δύσκολη θὰ ἦταν ἡ θέση τῶν Ναζιστῶν ἂν εἶχαν βρεθεῖ περισσότεροι ἄνθρωποι μὲ τὸ θᾶρρος νὰ εὐαισθητοποιήσουν τὴν κοινὴ γνώμη. Ἂν μάλιστα ἀναλογισθεῖ κανεὶς τὴ σκληρότητα μὲ τὴν ὁποία τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ὁ αἱμοσταγὴς Φράισλερ δίκασε τοὺς ἐνεχομένους στὴν ἀπόπειρα τῆς 20ῆς Ἰουλίου, διαφαίνεται ἡ σημασία τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν τόλμησε νὰ προχωρήσει σὲ περισσότερες ἀπὸ 6 θανατικὲς καταδίκες.
Ὅμως, οἱ νέοι τοῦ “Λευκοῦ Ρόδου”, ἔστω καὶ μετὰ θάνατον, ἀναδείχθηκαν νικητές, ἀφοῦ οἱ ἀξίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἀγωνίσθηκαν ἐπικρατοῦν σήμερα -ἔστω καὶ σὲ ἐπίπεδο ἀρχῶν-στὴ Γερμανία καὶ στὴν Εὐρώπη.

