-
ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΜΕ ΔΥΣΟΙΩΝΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ. ΜΕ ΕΛΠΙΔΑ
του Κωνσταντίνου Μπλάθρα
Ο Γενάρης, ως αρχηγός του ενιαυτού, ο μήνας της βασιλόπιττας, συνηθίζεται να είναι μήνας αποτιμήσεων, απολογισμών και προσδοκιών. Είμαστε κιόλας στο 2026, μπήκαμε στο εβδομηκοστό τρίτο του Κινήματος και της εφημερίδας μας, που είναι πλέον μια σεμνή γερόντισσα, μπήκαμε στο διακοσιοστό πέμπτο έτος από την Επανάσταση. Είναι η έβδομη χρονιά διακυβέρνησης Μητσοτάκη, μπήκαμε στον δεύτερο χρόνο της δεύτερης θητείας Τραμπ, αφήσαμε παγωμένα πίσω μας τα αίματα της Γάζας, με άδηλο το μέλλον της, λουζόμαστε τώρα στα ζεστά αίματα της Ροζάβα. Εκατόμβες έχουμε στην Ουκρανία, στο Ιράν, στην Αιθιοπία, στη Νιγηρία. Θρηνούμε εμείς εδώ από προχθές τις μάνες του «Βιολάντα» και τα παλληκάρια του ΠΑΟΚ. Φτάσαμε φέτος τριάντα χρόνια από τα Ίμια. Δύσκολος μήνας ο Γενάρης.
Θέατρο σκιών
Μπροστά μας παίζεται ένα παγκόσμιο θέατρο σκιών. Οι φιγούρες του προσκηνίου κινούνται με τις σπαστικές τους κινήσεις. Ο καραγκιοζοπαίκτης με τους βοηθούς και τους βιολιτζήδες του μένουν αθέατοι. Γνωστοί μας κατ’ όνομα από την ταμπέλα του μπερντέ, μα οι αληθινές κινήσεις, οι συμφωνίες, οι ίντριγκές τους κινούνται στο σκοτάδι άγνωστες. Κι η εφημερίδα μας εκδίδεται κανονικά σήμερα, στο χιλιοστό εκατοστό ογδοηκοστό τρίτο της φύλλο ή καλύτερα στο χιλιοστό τετρακοσιοστό ενενηκοστό πέμπτο της απ’ αρχής, με φανερή την ανάγκη να ξεδιαλύνει λίγο την ομίχλη της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης και να πει λόγο για τις εξελίξεις, που κάθε μέρα τρέχουν σαν το νερό, ίδια κι απαράλλακτα με τον ρέοντα χρόνο της ζωής μας.
Ο κόσμος, είδατε, έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα πάνω κάτω. Αυτό που έως χθες γνωρίζαμε ως Διεθνές Δίκαιο, ή εν πάση περιπτώσει μια διεθνή ισορροπία δυνάμεων όπως προέκυψε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει τελεσίδικα ανατραπεί. Βλέπετε τι γίνεται στη Γροιλανδία. Αν και, εδώ που τα λέμε, όσα γίνονται δεν είναι παραξενιά του νέου προέδρου των ΗΠΑ. Είναι σταθερή η κατακτητική διάθεση της Υπερδύναμης στην παγωμένη νήσο παλαιόθεν. Μόνο που τώρα, σχετικά πληγωμένη η συντριπτική υπεροπλία της, έπεσαν οι μάσκες. Φανερώθηκε γυμνή η απαίτηση της ωμής δύναμης. Μέχρι προχθές, οι κατακτητικές επεμβάσεις, πάλι αυθαίρετες και σε πείσμα του Δικαίου, μασκαρεύονταν σε επιχειρήσεις «αποκατάστασης της Δημοκρατίας», «υπεράσπισης των δικαιωμάτων», «διεκδίκησης της ελευθερίας» τάχα. Σήμερα έχουν βγει απροκάλυπτα τα μαχαίρια και τα περίστροφα μιας νέας αποικιοκρατίας. Και «ο σώζων εαυτόν, σωθήτω».
Η ασθενούσα Ε.Ε.
Όπως συμβαίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ασθενούσα ήδη, σήμερα σχεδόν υπό διάλυση, αδύναμη να υπερασπιστεί ακόμα και το καλώς νοούμενο συμφέρον της απέναντι στην καουμπόϊκη απληστία, αρχίζει να απεργάζεται σκοτεινούς καιρούς και να ετοιμάζει πολέμους μέσα στην ασύγγνωστη στενοκεφαλιά της. Πληρώνει κιόλας τα επίχειρα της νέας της θρησκείας, του άκρατου και άκαρπου οικονομικού φιλελευθερισμού. Το τραγικό και κωμικό συνάμα είναι πως έμεινε η μόνη φανατική πιστός αυτής της θρησκείας, της παγκοσμιοποίησης, που φανερά πια πνέει τα λοίσθια. Και είναι πλέον σαφές ότι οι τρεις βασικοί λόγοι που προβλήθηκαν το 1980 για την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν σήμερα ξεφτίσει: Η ασφάλεια των συνόρων μας, κάθε μέρα το καταλαβαίνουμε και περισσότερο, είναι δική μας, σχεδόν πάντα μοναχική, υπόθεση. Η ασφάλεια του δημοκρατικού πολιτεύματος έχει, σε εμάς ιδιαίτερα με τα Μνημόνια, όχι μόνο χαθεί, αλλά και η ίδια η Ένωση ανατρέπει ακόμα και στοιχειώδεις δημοκρατικούς κανόνες (η αδιάβροχη από τη λαϊκή βούληση λειτουργία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που ορίζει βασικούς όρους της ζωής των Ευρωπαίων είναι ένα τρανό παράδειγμα). Η οικονομική, τέλος, ασφάλεια του εισοδήματός μας έχει καταργηθεί, με το ευρώ και την ακαμψία του να έχει καταστεί συνώνυμο της ακρίβειας και της αποανάπτυξης. Με αποτέλεσμα, αυτό που λέμε ελληνική οικονομία να μοιάζει με ανέκδοτο, καθώς ούτε ελληνική είναι πλέον ούτε οικονομία.
Η υπεροπλία της κυβέρνησης
Μέσα σε αυτές τις γιγάντιες ανατροπές, η Ελλάδα μοιάζει με χάρτινο καραβάκι στον αγριεμένο Ειρηνικό. Στη χώρα έχουμε την επικυριαρχία μιας πολύ στενής ολιγαρχίας, η οποία σιτίζεται από αυτό που λέγεται Νέα Δημοκρατία ή κυβέρνηση Μητσοτάκη, μιας ληστρικής ελίτ, που χρόνια τώρα με την πληρωμένη της «ενημέρωση» έχει βυθίσει τον ελληνικό λαό σε έναν συβαριτικό ύπνο, με μια αρπακτική πολιτική τάξη που μένει ακλόνητη από εκλογές σε εκλογές, με μια κυβέρνηση που σχεδόν οι πάντες ομολογούν ότι είναι η χειρότερη της Μεταπολίτευσης. Μια κυβέρνηση, ωστόσο, που μοιάζει ακλόνητη, σε πείσμα όσων λέμε εμείς εδώ, όσων λέει ο κόσμος στους δρόμους, στο τι φωνάζουμε όλοι. Γιατί;
Το ακλόνητο της κυβέρνησης Μητσοτάκη αυτή τη στιγμή στηρίζεται σε δύο, ή μάλλον τρεις παράγοντες. Ο ένας είναι ο σκληρός πυρήνας των ψηφοφόρων της, που εμφανίζεται σε κάθε δημοσκόπηση άθραυστος, ένα είκοσι-συν τα εκατό, που κρατά την κυβερνητική πλειοψηφία αρκετά μακρυά από την κατακερματισμένη αντιπολίτευση, με εκλογικές επιδόσεις πολύ χαμηλότερες. Πράγμα που σημαίνει, με τα σημερινά δεδομένα, ότι, ακόμα και αν δεν έχει αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές –εκτιμώ ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν πρόωρες εκλογές, όπως κάποιοι λένε ή ελπίζουν–, οι πολίτες αυτοί που της δίνουν το προβάδισμα είναι πεπεισμένοι ή παρασυρμένοι από το δόγμα «δεν υπάρχει εναλλακτική», αυτός είναι ο δεύτερος πυλώνας δύναμης της κυβέρνησης, ή, πάλι, την υποστηρίζουν λόγω της πολυκέφαλης διαπλοκής είτε λόγω βλακείας – υπάρχει κι αυτό. Ο έτερος πυλώνας της δύναμης –και της αυθάδειας που αυτή παράγει– της κυβέρνησης είναι η αποχή, που επιμένει και γιγαντώνεται από κάλπη σε κάλπη και με τα σημερινά δεδομένα δεν φαίνεται να απομειωθεί στις επόμενες εκλογές.
Δεν αγνοώ ότι υπάρχουν κινήσεις σήμερα που επιχειρούν να εκφράσουν τη λαϊκή αγανάκτηση και να τραβήξουν ίσως –προφανής στόχος– πάνω τους το κοιμισμένο σήμερα εκλογικά ποσοστό της αποχής. Είχαμε γράψει από πέρυσι, με αφορμή τις πανελλήνιες εκδηλώσεις για τα Τέμπη, ότι το πολιτικό χρήμα της κυβέρνησης έχει εξανεμιστεί, έχει τελειώσει. Η κυβέρνηση, παρ’ όλα αυτά, μένει ακλόνητη, σύμφωνα με όσα προείπα, βασιζόμενη επιπλέον στα πολύ γερά δοσίματα της ολιγαρχίας, η οποία σιτίζεται στο πρυτανείο του δημόσιου πλούτου και με τη σειρά της σιτίζει μια παρασιτική τάξη, η οποία, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν περιορίζεται στα κομματικά όρια της Νέας Δημοκρατίας.
Το κίνημα των Τεμπών
Σε αυτή τη σκοτεινή πολιτική πραγματικότητα υπάρχει αυτή τη στιγμή μόνο ένας αστάθμητος παράγοντας: ακριβώς, η σιωπηλή ώς σήμερα κραυγή του συλλαλητηρίου των Τεμπών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κινητοποίηση του περσινού Φεβρουαρίου ήταν πρωτοφανής σε όλη την Ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ ούτε τέτοιο μεγάλο πλήθος στο Σύνταγμα ή στην Αριστοτέλους, ούτε πολυπληθείς ομοίως εκδηλώσεις σε κάθε Δήμο της χώρας και σε κάθε πόλη του Εξωτερικού όπου υπάρχουν ομογενείς. Το πολιτικό μήνυμα, παρότι σιωπηλό και παρά τις καρακάξες του συστήματος, ήταν καθαρό και δεν είχε να κάνει μόνο με τη συγκυρία του σιδηροδρομικού δυστυχήματος. Το μονολεκτικό σύνθημα «Δικαιοσύνη», που αναρτήθηκε παντού, δεν αφορούσε προφανώς μόνο τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης. Αφορούσε και αφορά τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης επί της Δικαιοσύνης και την άνομη διαπλοκή τους, τη θεσμισμένη ατιμωρησία των μελών του Κοινοβουλίου, αλλά, πιστεύω, και την ισονομία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Κανείς δεν είναι τυφλός να μη βλέπει πως εκεί που λείπουν ακόμα και τα αναγκαία από μεγάλο μέρος των πολιτών, μια ολιγάριθμη ελίτ χρυσώνει κάθε μέρα ολοένα και περισσότερο τα κουτάλια της, με ζεστό και άφθονο δημόσιο χρήμα.
Η περίπτωση Καρυστιανού
Ας μην κρυβόμαστε. Εκείνες οι κινητοποιήσεις είχαν ένα όνομα: Μαρία Καρυστιανού. Το πείσμα, το άφοβο και η ακεραιότητά της, το ανεπηρέαστο από τις συνήθεις κομματικές σειρήνες ήταν εκείνα που τράβηξαν δίπλα της όλον αυτόν τον κόσμο. Τώρα όμως; Με δηλωμένη την απόφασή της να μπει στην πολιτική, τι γίνεται με το κίνημα των Τεμπών; Οι απαντήσεις δεν είναι δεδομένες. Ούτε η επικράτησή της, παρά τα υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις. Ο δρόμος προς την κάλπη είναι στρωμένος με αγκάθια. Προς το παρόν, η ίδια μοιάζει να αντέχει στις ομοβροντίες εναντίον της από όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος. Οι παγίδες που στήνονται όμως, όπως βλέπουμε, είναι πολλές. Επιπλέον, ισχύει αυτό που έχουμε γράψει στην εφημερίδα μας, ότι αναλαμβάνει ένα βάρος –την έκφραση της οδύνης για τις εξελίξεις ενός ολόκληρου λαού– που δεν της αναλογεί.
Το κίνημα των Τεμπών θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε ένα ελπιδοφόρο πολιτικό κίνημα, αν υπήρχαν κάποιες προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών η κυριώτερη είναι η ύπαρξη μιας στιβαρής ηγεσίας, που δεν υπάρχει, ή δεν φαίνεται να υπάρχει, παρά το εκτόπισμα της προσωπικότητας της κυρίας Καρυστιανού. Επίσης, βασική προϋπόθεση, νομίζω, είναι να διατηρηθεί το αυθόρμητο ενός λαϊκού κινήματος. Εάν μπουν οι ιθύνοντες, η κα. Καρυστιανού και όσοι τη στηρίζουν αυτή τη στιγμή, στη διαδικασία της δημιουργίας ενός κόμματος –ξέρω ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι πρέπει να υπάρξει κόμμα κατατεθειμένο στον Άρειο Πάγο, για να λάβει μέρος στις εκλογές– με τους συνήθεις τρέχοντες όρους, τα αποτελέσματα θα είναι πενιχρά. Θα χαθεί εν πρώτοις η οριζόντια απεύθυνση της κ. Καρυστιανού σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Και μπορεί η προσωπικότητά της να έχει –και δικαίως– μια μεγάλη απήχηση δημοσκοπικά ακόμα, αλλά, επειδή γνωρίζουμε καλά το άρρωστο και το σάπιο του πολιτικού μας συστήματος, που δεν είναι μόνο η κυβέρνηση δυστυχώς, η φρεσκάδα του κινήματος θα χαθεί. Όλος αυτός ο κομματικοσυνδικαλιστικός κομματικός στρατός κάθε απόχρωσης, ή ακόμα και ο ανένταχτος πολιτικολογών στρατευμένος κόσμος, Αριστεράς και Δεξιάς, που θητεύει στον ανέξοδο λαϊκισμό, θα μολύνουν μια κατ’ αρχήν ευοίωνη προσπάθεια, που θα λιμνάσει εκεί μέσα. Γιατί αυτός ο κόσμος, ακόμα και ο λεγόμενος «πατριωτικός χώρος», κακά τα ψέματα, είναι μαθημένος στην αμετροέπεια της αντιπολίτευσης και στη φειδώ, έως ανυπαρξίας, της πολιτικής πράξης. Για να αλλάξουν όμως τα πράγματα που μας κακοφαίνονται, χρειάζεται πολιτική πράξη, όχι εξαγγελίες.
Τελειώνοντας, να πω ότι σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, με εντελώς καινούργια δεδομένα σήμερα, είναι λυπηρό να προσπαθούμε να τον αναλύσουμε ή, περισσότερο, να τον αλλάξουμε με τα όπλα του παρελθόντος, που καμιά φορά είναι και απώτερο, όπως, για παράδειγμα, η Αριστερά, που δογματικά –θρησκευτικά, θα έλεγα– είναι κοκαλωμένη στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, λες και ο κόσμος έμεινε απαράλλακτος από το 1917 έως σήμερα. Εάν, λοιπόν, δεν μπούμε στην πολιτική πράξη με τα όπλα τού σήμερα, ανοίγοντας τα μάτια και τα αυτιά μας σε αυτά που σήμερα συμβαίνουν –κάποια από αυτά ολοκαίνουργια και πρωτόφαντα–, εάν, κυρίως, δεν μπούμε στην πολιτική πράξη και όχι στις εξαγγελίες και στα συνθήματα, τίποτα δεν πρέπει να περιμένουμε να αλλάξει. Με αυτή την προοπτική μπορούμε να μπούμε με αισιοδοξία στη νέα χρονιά.
Κωνσταντίνος Μπλάθρας
ΦΩΤΟ: Χειμώνας. Έργο του Γιάννη Τσαρούχη

