Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων
του Αθανασίου Κουρταλίδη
Ο Κων/νος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, μεγάλος δάσκαλος του Γένους (1780-1857), από την Τσαρίτσανη Θεσσαλίας, απέστειλε στους επαναστατημένους συμπατριώτες του από τη Ρωσία, τον Οκτώβριο του 1821, έναν βαρυσήμαντο λόγο, τον «Λόγο Προτρεπτικό προς τους Έλληνας».
Επανάσταση του 1821
Με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση (1821-29/2021-29), ο Χαράλαμπος Κοντός, οικονομολόγος και νομικός, κοινωνικός αγωνιστής από την Τσαρίτσανη, εξέδωσε (το 2026) τον πατριωτικό αυτό λόγο, αποδίδοντάς τον στη σύγχρονη ελληνική Γλώσσα. Επιμελήθηκε τον τόμο με ιδιαίτερη φροντίδα, προσθέτοντας τον πρόλογό του, βιογραφικό σημείωμα για τον συγγραφέα και εκτενές απάνθισμα απόψεων ειδικών ερευνητών γι’ αυτόν τον μεγάλο Έλληνα.
Ο Χαρ. Κοντός υπογραμμίζει στον πρόλογό του ότι ανέλαβε αυτό το εγχείρημα για να μην «ξεχαστεί για μία ακόμη φορά ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους μας, […] ένας από τους σημαντικότερους πρωτεργάτες, θεμελιωτές και υμνητές της εθνικής μας παλιγγενεσίας», γιατί ο Κ. Οικονόμος «είναι μία από τις φωτεινότερες και αγωνιστικότερες μορφές του Έθνους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας» (σ. 3).
Ποιός ήταν ο Κων. Οικονόμος
Προτάσσουμε εισαγωγικά και συνοπτικά δυο λόγια για τον συγγραφέα του λόγου, για να κατανοήσουμε το πνεύμα του. Γεννημένος στην Τσαρίτσανη (1780), άκουσε τα πρώτα γράμματα από τον λόγιο κληρικό πατέρα του Κυριάκο Οικονόμο και ανατράφηκε από τη χριστιανή μητέρα του Ανθή. Έπειτα έμαθε Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά. Στα Αμπελάκια σπούδασε και Γαλλικά. Ενωρίς προχειρίστηκε και αναγνώστης (12 ετών). Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος μόλις 25 ετών και λόγω της κηρυκτικής του δύναμης ορίστηκε έξαρχος του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1806). Μελετητής της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, η οποία τον ενίσχυε και στο πατριωτικό του φρόνημα. Τότε εξεγέρθηκε και ο παπα-Ευθύμιος Βλαχάβας (1808), που τον συγκίνησε βαθιά. Οι τουρκικές Αρχές υποπτεύθηκαν συνέργειά του, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Απελευθερώθηκε μόνο με υψηλά λύτρα.
Ο διδάχος
Η ευρυμάθειά του έγινε γνωστή, και ο Λαρισαίος μεγάλος διδάσκαλος του Γένους Κων. Κούμας τον κάλεσε στο νέο “Φιλολογικό Γυμνάσιο” (1808) της Σμύρνης ως δάσκαλο και συνδιευθυντή. Εκεί με ζήλο δίδαξε επί δεκατρία χρόνια φιλολογικά και θεολογικά μαθήματα, ενώ επέδειξε και σπάνια παιδαγωγική γνώση. Οι λόγοι του στη Σχολή και στην Εκκλησία ως ιεροκήρυκα ήταν βιωματικοί και πλούσιοι σε παραδείγματα από ολόκληρη την ιστορία του Έθνους και της Εκκλησίας. Γνωρίστηκε και με τον μητροπολίτη Σμύρνης Γρηγόριο, μετέπειτα Γρηγόριο Ε΄ πατριάρχη Κων/πόλεως, που μετά το 1819 τον προσέλαβε ως μέγα κήρυκα της Εκκλησίας.
Είχε ο Κων. Οικονόμος το τραγικό χρέος, όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση και οι Τούρκοι με σφαγές και διώξεις εκδικούνταν τους Έλληνες, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη (10 Απριλίου), να εκφωνήσει τον επικήδειο λόγο στην Οδησσό, όπου κατέφυγε, ενώ με περιπετειώδη τρόπο έφθασε και το σκήνωμα του γενάρχη εκεί.
Στη Ρωσία ο Κων. Οικονόμος έμαθε τη ρωσική και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, γνωρίστηκε με τον Τσάρο, στον οποίο επέδωσε επιστολή του ζητώντας να βοηθήσει τον αγώνα των Ελλήνων, και τιμήθηκε από τον βασιλέα. Περιόδευσε σε ευρωπαϊκές χώρες, ζητώντας την υποστήριξη τους, και τιμήθηκε από πολιτικές και επιστημονικές αρχές. Πριν έρθει στην Ελλάδα, έγραψε διάφορες επιστημονικές εργασίες στη Ρωσία και τις εξέδωσε. Ορισμένες έστειλε και στην Ελλάδα δωρεάν, όπως και στον Ι. Καποδίστρια, ο οποίος ευχαρίστησε τον σοφό δάσκαλο και πρωτοπρεσβύτερο.
Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1834 και, μέχρι τον θάνατό του (το 1857), ασχολήθηκε έντονα, και με κύρος λόγου και συγγραφές, με μεγάλα εκκλησιαστικά, εθνικά και εκπαιδευτικά θέματα. Κατόρθωσε να συνδυάσει στην πνευματική του πορεία την ελληνική παιδεία, την Ορθόδοξη παράδοση και το ενδιαφέρον του για τις νέες επιστήμες.
Μετά τον θάνατό του δημοσιεύτηκαν σε δύο σειρές τα Εκκλησιαστικά του (4 τόμοι) και τα Φιλολογικά του (3 τόμοι) έργα.
Αγωνίσθηκε με σοφία και δύναμη για την υπεράσπιση της Μεγάλης Εκκλησίας και τη διατήρηση του σεβασμού προς αυτήν από την Ελληνική Εκκλησία, κατά την παράδοση των Ιερών Κανόνων. Συνέγραψε έργα και άρθρα αντικρούοντας απόψεις και πρακτικές της Βαυαροκρατίας και των νεωτεριστών συνεργατών της, όπως του ιερομόναχου Θ. Φαρμακίδη, που τάχθηκε υπέρ της απεξάρτησης της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο «Προτρεπτικός» του Κων. Οικονόμου
Ο φιλόπατρις δάσκαλος χαιρετίζει πρώτα τους Έλληνες που ανέλαβαν τον «ιερό αγώνα» της απελευθέρωσης με θέρμη: «Χαίρετε, άνδρες Έλληνες, χαίρετε εν Κυρίω». Είναι ένας χαιρετισμός ελπίδας. Ανάλογους χαιρετισμούς απευθύνει κατά διαστήματα στον βαρυσήμαντο λόγο του: “Φίλτατοι Έλληνες”, “γενναίοι στρατιώτες του Χριστού”, “φίλοι συμπατριώτες”, “αγαπητοί άνδρες Έλληνες”, “γενναίοι θεοσεβείς, ζηλωτές των Μακκαβαίων”, “Έλληνες χριστιανοί”, “ω ορθόδοξα παιδιά της ευλογημένης Ελλάδας”, “ω καλλίνικοι της πίστης αθλητές”… Έτσι, ο Κων. Οικονόμος, μ’ αυτή τη θέρμη, ενισχύει τη συναισθηματική μέθεξη των αγωνιστών και συνεγείρει το ελληνικό φιλότιμο.
Θησαυρός επιχειρημάτων και προτροπών
Ο λόγος του δασκάλου απλώνεται και υψώνεται σε κλιμακωτές ενότητες, στις οποίες διαδέχονται απανωτά οι σκληρές και απεχθείς περιγραφές της τυραννίας και τα εγκλήματα του δυνάστη τις αποστομωτικές απαντήσεις του σε κατηγόρους του αγώνα, σε συνηγόρους του σουλτάνου, σε εχθρούς της επανάστασης και σε επιφυλακτικούς ξένους, που εμμένουν στην υποτέλεια και τη βία της εξουσίας, από σκληρότητα και συμφέρον.
Ο παντοδύναμος προτρεπτικός λόγος του Κων. Οικονόμου διαρθρώνεται σε ανάπτυξη σύνθετων επιχειρημάτων ενός δυναμικού λόγου, όπου η ενθάρρυνση και προτροπή προς τους Έλληνες να αγωνιστούν γενικά, εναλλάσσεται με επιχειρήματα-«απολογίες», αποτροπής και ανατροπής των κατηγόρων της Επανάστασης, ώστε να φανεί περίτρανα το δίκαιο και θεοφιλές τόλμημα των Ελλήνων. Επιστρατεύονται ιστορικά, ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά επιχειρήματα σε έναν ορμητικό λόγο, που σκοπό έχει να εξυψώσει την εξέγερση και να προβάλει την αποφασιστικότητα και το όραμα της Ελευθερίας, της πίστης και της πατρίδας.
Γι’ αυτό, περιγράφεται με λεπτομέρειες η τυραννία των Τούρκων, όπως εκδηλώνεται σε όλες τις μορφές της ζωής των υποδούλων: καταπάτηση δικαιωμάτων, πολλαπλή βαρβαρότητα εξουσιαστικής καταπίεσης, ακόρεστη και αυθαίρετη πλεονεξία, αφαίρεση και του ελάχιστου πλούτου των ραγιάδων. Έτσι, η ζωή των Ελλήνων γίνεται αφόρητη και δικαιολογεί την απεγνωσμένη αντίσταση. Οι Τούρκοι ταπεινώνουν και «συμβολικά» τα πρόσωπα των Ελλήνων, εξευτελίζουν τη ζωή τους και προσβάλλουν το φιλότιμό τους, με το θράσος του δυνάστη και τον φανατισμό του αλλόπιστου.
Πρακτικά, τα κτήματα όλα των προγόνων των Ελλήνων ανήκουν στον κατακτητή, η σκληρή εργασία τους φορολογείται αφόρητα, τα προϊόντα του ιδρώτα τους είναι έρμαια καθημερινά σε κάθε Τούρκο ηγέτη ή οποιονδήποτε αλλόπιστο. Τονίζει ο Κων. Οικονόμου ότι και πνευματικά οι Τούρκοι διαρκώς προσβάλλουν την ορθόδοξη πίστη και βιάζουν την ελευθερία της συνείδησης. Σ’ αυτό συμβάλλει και ο θρησκευτικός φανατισμός τους, όπως ιστορικά καλλιεργήθηκε, η αναγνώριση της βίας ως στοιχείο του Μωαμεθανισμού, η κοινωνική παράδοση της “αρπαχτής”.
Όλα αυτά δικαιολογούν την Επανάσταση και δικαιώνουν τους Έλληνες στον τίμιο αγώνα τους. Η ανοχή που επέδειξαν μέχρι σήμερα δεν σημαίνει νομιμότητα του Δυνάστη. Οι Τούρκοι δεν έχουν δικαιώματα στη γη των Πατέρων των Ελλήνων. Οι Έλληνες κράτησαν με θυσίες την Ορθόδοξη Χριστιανική τους πίστη και αυτό πρέπει να το προσέξουν οι χριστιανοί της Δύσης. Οι Δυτικοί Ευρωπαίοι άφησαν τους Τούρκους χωρίς αποφασιστική αντίσταση στις επιδρομές τους, γιατί στράφηκαν στις εξερευνήσεις και την αποικιοκρατία.
Όμως, οι Έλληνες αποφάσισαν τώρα και αγωνίζονται για την ευσέβεια και την πατρίδα τους».
Ο αγώνας τους έχει, γι’ αυτό, την ευλογία του Θεού.
Δικαίωμα Αντίστασης στην τυραννική εξουσία
Ο Κων. Οικονόμος αναπτύσσει σειρά επιχειρημάτων κατά το Ευαγγέλιο για το δικαίωμα των Ελλήνων στην Επανάσταση. Υπακοή στην κρατική εξουσία δεν σημαίνει υποταγή στην ωμή βία. Η ηγεσία του κράτους των Τούρκων έπρεπε να προστατεύει τους υπηκόους, όχι να τους καταδυναστεύει αυθαίρετα. Η εξουσία είναι για το δίκαιο και όχι για την ασυδοσία της τυραννίας. Και σήμερα, αφού οι ευρωπαίοι μονάρχες δεν συμπαρίστανται, αλλά επιδιώκουν την τάξη των καθεστώτων αδικίας, οι Έλληνες καταφεύγουν στον Θεό και στη δύναμη των χεριών τους. Να περιφρονήσουν τον αντίπαλο με ελπίδα στη νίκη.
Χρέος των Ελλήνων ο εσωτερικός πόλεμος κατά των παθών και της διχόνοιας: Δικαιοσύνη!
Ο αγώνας, προτρέπει ο Δάσκαλος, να στραφεί κατά της φιλαυτίας και των παθών. Να επιδιώξουν οι Έλληνες έναν πολυμέτωπο αγώνα υπέρ της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Έτσι, θα προσελκύσουν τη χάρη του Θεού. Αυτή θα φέρει τη νίκη, όχι μόνο τα όπλα. Εκπλήσσει η εκτενής αναφορά σε πολλές εφαρμογές δικαιοσύνης, όπως εμπνέει το Ευαγγέλιο. Δεν εξαιρούνται ούτε οι εχθροί τους αιχμάλωτοι, όταν αναγνωρίζουν το δίκαιο των Ελλήνων. Τους καλεί με δικαιοσύνη να ελευθερώσουν την Εκκλησία και την Ελλάδα, εξαίροντας έτσι τον θρησκευτικό και εθνικό χαρακτήρα της Επανάστασης. Κάνει, τέλος, έκκληση στους αδελφούς του αγωνιστές να μεγαλώσουν τα όρια της Ελλάδας σε στεριά και θάλασσα.
Έτσι, εύχεται οι γενναίοι Έλληνες να στήσουν τον Σταυρό στις Πύλες της Κωνσταντινούπολης. Με αυτή την προτροπή δείχνει ότι το όραμα των Ελλήνων ήταν η πρωτεύουσα της Ρωμιοσύνης και όχι η Αθήνα, που οι Μεγάλες Δυνάμεις, λόγω ανταγωνισμού, συμφερόντων και αρχαιοπληξίας, ονειρεύονταν.

