• ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΑΤΕΛΗΣ ΨΗΦΗΔΩΣΙΣ

του Γιάννη Πεγειώτη

Ο Φώτης Κόντογλου, ο κυρ Φώτης ο των Κυδωνιών, εισέβαλε με έναν άλλον τρόπον εις την Ελλάδα των ετών του είκοσι.
Γεννηθείς το έτος 1895 μήνα Νοέμβριο από πατερά ναυτικό τον Νικολά Αποστολέλλη και μητέρα τη Δέσπω Κόντογλου από γενια ιερατικη του Αϊβαλιού. Πατρίς του η πλέον πρωτινή πολιτεία της Ελληνικής Ανατολής με ρίζες βαθιές ώς τις Αρχαίες Κυδωνιές.
Παιδί και νέος στην Ανατολή μαζί με τα αδέρφια του τελείωσαν το Σχολαρχείο και το ονομαστό Γυμνάσιο των Κυδωνιών.
Με την άφιξη στην Αθηνά το έτος 1913 με την ταυτόχρονα εγγραφή στην Γ Τάξη της Σχολής Καλών τεχνών μια πορεία αναζητησης και επιβίωσης ξεκινά για το χαρισματικο παιδί από το Αϊβαλί.
Εκείνην την εποχή δεν είχαν καν υποπτευθεί οι νέοι και οι νέες του Αϊβαλιού τι περίμενε την πόλη το έτος 1922 που προσέγγιζε. Ο Κόντογλου ζώντας στην Ευρώπη. Επιβιώνοντας με δυσκολίες μεγάλες. Προχωρεί σταδιακά σε ένα ισχυρό φρόνημα και χαρακτήρα που δεν μπορείς να τον νταγιαντίσεις με ψευδαισθήσεις.
Ο βιογράφος του Π. Ριζόπουλος περιγραφεί τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με την έλευση του 1914 “Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ οἰκογένειά του ἀναγκάζεται νὰ τοῦ διακόψει τὸ ἐπίδομα σπουδῶν καὶ μαζὶ μὲ τὸ συμμαθητή του Σπύρο Παπαλουκᾶ, ἐργάζονται σὲ φωτογραφεῖα καὶ βάφουν θεατρικὰ σκηνικά. Μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ Ἀϊβαλίου (1914–1917) χάνει τὴ μητέρα καὶ τὸ θεῖο του, διακόπτει τὶς σπουδές του καὶ μεταβαίνει στὴν Εὐρώπη ὅπου ἐργάζεται ὡς ἀνθρακωρύχος. Παραμένει στὸ Παρίσι καὶ συνεργάζεται μὲ τὴν ἐφημερίδα «Illustration». Τὸ 1919 ἐπιστρέφει στὸ Ἀϊβαλὶ ὅπου διδάσκει γαλλικὰ στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς πόλης.”
Βιωνοντας τραγικά τον πρώτον διωγμον δεν εμπιστεύεται τους Τούρκους στο δεύτερο διωγμό. Φεύγει από το Αϊβαλί με τους επιζώντες συγγενείς του πριν μπουν οι ΤΟΥΡΚΟΙ και οδηγήσουν τον ανθό της νιότης στα τάγματα εργασίας. Τρεις χιλιάδες νέους άντρες από τους οποίους θα επιζήσουν είκοσι τρεις. Αναμεσά τους και. ο Ηλίας Βενεζης.

ΣΥΝΑΦΟΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Οι βιογράφοι του μεγάλου Αϊβαλιώτη προσπερνούν βιαστικά την δεύτερη μεγαλύτερη του ορφάνια. Στον πρώτο διωγμό δεν χάνει μόνον τα στηρίγματα για τις σπουδές του από την παραγωγή της οικογενειακής γης. Στους διωγμούς από το δεκατέσσερα ως το δεκαεφτά χάνει την πολυαγαπημένη μητέρα και τον δεύτερο πατερά και ευεργέτη του, τον θείον του Στέφανόν Κόντογλου τον μυθικόν ηγούμενον της Αγίας Παρασκευής. Διακοπή των σπουδών, ορφάνια, ταξίδια και βιοπορισμός…Εις τας αρχάς της νεότητος…

Επιστρέψει στο Αϊβαλί, εργάζεται ως καθηγητής αλλά και πάλιν νέα ανατροπή του βίου. Προσφυγιά ξανά με τη τραγική στιγμή της σφαγής της πολιτείας του…

Οι Αϊβαλιώτες δεν αναζητουν απλά κάποιες από τις απώλειες ανθρώπων. Αγωνίζονται να ανακαλύψουν πόσοι ελάχιστοι άνδρες επέζησαν. Άλλος απορφανισμός. Η απουσία συμμαθητών και φίλων, συγγενών, θείων, γειτόνων. Λες και πάσκισαν να μην μείνει σοκάκι του Αϊβαλιού αδάκρυτο. Πρωτινοί τεχνίτες, ΔΑΣΚΑΛΟΙ, τυπογράφοι, ψαλτάδες, γεωργοί, βοσκοί, πεταλωτές…όλοι στα “αμελέ ταμπουρού” και στο θάνατο.
Ίσως γι’ αυτό φεύγει δύο φορές στο Άγιον Όρος στην περίοδο μετά την Καταστροφή.

Όλα τα χρόνια της βιοπάλης στην Ευρώπη και το ταξίδι των αναζητήσεων. Η πάλη στα ανθρακωρυχεία θα δυναμώσουν τον Μικρασιάτην νέον ,θα τον ωθήσουν στη γραφή και τη ζωγραφική Δρόμους που κλουθά από έφηβος και νέος τους κρατεί με σακίδιο και πυξίδα στην αναπάντεχη προσφυγιά μετά τη δίπλα ορφάνια.
Θα ζωγραφίσει και θα γράψει μετά το είκοσι δύο με το αίσθημα της αγάπης της γενεθλίου γης και της πατρικής θαλάσσης….

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΣΥΝΑΦΟΡΑ ΤΡΙΤΗ
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και τη διάσωση του στη Μυτιλήνη ο Κόντογλου στην Αθήνα αναζητεί στηρίγματα και οδοδείχτες.

Οι επισκέψεις του στο Άγιον Όρος ιδιαίτερα τα πρώτα δύο ταξίδια τον στηρίζουν. Ζει κοντά σε Αϊβαλιώτες ψαράδες, σε καλογήρους που ζουν με τράτες και θαλλασσοδουλεύουν πράγμα που του ομορφαίνει τον βίον μιας και ο ίδιος ήτο από μικρός θαλασσοδαρμένος και οικείος με τη ναυτοσύνη και της θαλάσσης τα δώρα μα και τους αέρηδες των αιγιαλών τους ήξερε από νάκρας ως τελειώσεως.

Στο όρος το μάτι του πλουτίζει με ζωγραφιές αιώνιες. Ανακαλύπτει μια τέχνη πρωτινή αρχαία και φωτεινή να φωτίσει την πενθούσαν για την χαμένην ανατολή καρδιάν του.

Όλον ετούτον τον καιρό γράφει και ζωγραφίζει με υλικά ποικίλα. Ορίζει επίσης και την πορεία ενός ανδρός της Ανατολής σε μίαν Αθήνα που πάρα τις ομορφιές της έχει και την πλευρά την σκοτεινή μιας μέρας Βαβυλώνος ιδιαιτέρως για τους πρόσφυγες Χριστιανούς της Ανατολής.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου τα εργογραφικά σημειώματα με αναφορά στις εκδοτικές πρωτοβουλίες του Φώτη Κόντογλου εντάσσουν τα παρακάτω εκ δοθέντα έργα.

” Cazas (Παρίσι 1920) – Αϊβαλί, τυπογραφείο Κυδωνιακού Αστέρα /εκδ. οίκος Χ. Γανιάρη και Σία, Αθήναι, χ.χ.ε. [1922].
Βιβλία του Βέγα. Φ. Κόντογλου: Βασάντα. Με ζωγραφιές και με πλουμίδια απ’ το χέρι το συγγραφέα, εκδ. Χρ. Γιανιάρης, χ.χ.ε., [1923].
Η τέχνη του Άθω. Αντιγραφή και ανασυγκρότηση Φώτη Κόντογλου, εκδ. Χρ. Γάνιαρης, χ.χ.ε., [1923].

Ταξείδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τι ακούμε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων, Αθήνα, 1928.
F. Contoglou, Icons et fresques d’art byzantin, Athènes, 1932.
[Με τη συνεργασία του Ανδρέα Ξυγγόπουλου], Τοιχογραφίαι εκκλησιών του Υμηττού. Μοναί Θεολόγου και Καισαριανής, εκδ. Ανωνύμου Εταιρείας «Ελληνικές Τέχνες», Αθήναι 1933.
Ο Αστρολάβος. Βιβλίο παράξενο γραμμένο από το Φώτη Κόντογλου, Κέρκυρα 1935 [Αθήνα, 1934-στο εσώφυλλο].

Είναι και άλλα έργα των χειρών του μέχρι του στους 1939 και της ενάρξεως του Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Φώτης Κόντογλου. πέρα από τα ποίκιλα έργα βιοπορισμού εργάζεται, αποτυπώνει και θαυμάζει όσες παλαιότερες Εκκλησίες κατά παντού της Ελλάδος.
Αυτή ήτο η σωστική πορεία του στο μεσοπόλεμο γραμμένη ελλειπτικώ και φτωχικώ τω τρόπω…

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΣΥΝΑΦΟΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

Γράφουν κάποτε επιπόλαια γραφίδες της ασφαλείας για τον κυρ Φώτη Κόντογλου πως ήτο εις τες γραφές του ενίοτε επιθετικός και κάποτε φανατικός. Βεβαίως δεν έχουν πλήρην εικόνα όλων των γραφτών του στην εφημερίδα Ελευθέρια των Αθηνών.
Από του έτους 1949 μέχρι τη φυγή του το 1965 έχει γράψει πανέμορφα κείμενα στην εβδομαδιαία του γωνιά ανάγνωσης της ελληνικής πραγματικότητας με ένα βλέμμα φωτός. Από όλα αυτά τα κείμενα έχει προκύψει το πολύ παρηγορητικό βιβλίο το Ευλογημένο Καταφύγιο που πολύ αγαπήθηκε στα χρόνια του ενενήντα ιδιαιτέρως οι γραφές για τις χάρες του Καλοκαιριού και για τις ομορφιές της απείρακτης ελληνικής φύσης και Ομορφιάς.

Πόσο αληθινά το ‘γραψε τότε και πόσο επίκαιρον ηχεί στις ημέρες μας “Τι μεγαλομανία σ᾿ έχει πιάσει, αδελφέ μου, και δεν βρίσκεις ησυχία και χτίζεις πατώματα απάνω στα πατώματα, κι᾿ έχεις δυό τρία αυτοκίνητα και κότερα και κάθε λογής μάταια πράγματα!
Γύρισε και κοίταξε και τον αδελφό σου, να δροσισθεί η ψυχή σου με την ευλογημένη καλοσύνη, που την ξεράνανε τα τσιμέντα, οι ψεύτικες κουβέντες, οι συμφεροντολογικές παρέες, οι συνοφρυωμένες αξιοπρέπειες. Αν δεν μπορείς να κάνεις θυσίες, τουλάχιστον να σιχαθείς την αδικία. Μην αδικείς. Η αδικία είναι σιχαμερή στρίγγλα, χωρίστρα των ανθρώπων, ανθρωποκτονία….”

Δεν ήτο επιθετικός ο κυρ Φώτης. Εγκαίρως σωστικός. Περιέγραψε στα χρόνια του πενήντα και του εξήντα τι φτώχεια ψυχική και γκαρδιακή θα μας έβρισκε αν δεν ξεφεύγαμε από τον συρφετό των πόλεων-Βαβυλώνων και αν δεν στρεφόμασταν ξανά στην Ελληνική φύση και την παρηγορίαν της θαλάσσης…

 

  • Ἀνάμεσα σὲ δυστυχισμένους μπορεῖ νὰ νοιώση κανένας εὐτυχισμένον τὸν ἑαυτό του;

Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Τὸ φοβερὸν μυστήριον” τοῦ Φώτη Κόντογλου: 

Αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες ποὺ θὰ ’πρεπε νὰ σμίξουνε πιὸ κοντὰ οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νὰ περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια ἴσια αὐτὲς τὶς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, χωρίζουνται σὲ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τό ʼνα στ’ ἄλλο, σχεδὸν ἐχθρικά. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κι οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατὰ τὶς γιορτές. Κανένα γεφύρι δὲν ἑνώνει τὶς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ τὶς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σὲ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι ὅσοι ἔχουνε τὸν τρόπο τοὺς κάνουνε, ἀλλοίμονο! τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὰ πλούτη καὶ τὰ ἀγαθά τους στοὺς λιμασμένους. Κι’ αὐτὸ γίνεται στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στὸ παχνί! Γιὰ τὴν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δὲν γιορτάζουνε οἱ φτωχοὶ σὰν καὶ Κεῖνον, μὰ γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, ποὺ παίρνουνε γιὰ ἀφορμὴ τὴν πτώχεια του γιὰ νὰ δείξουνε τὰ πλούτη τους.

Μὰ ἄραγε, ἀνάμεσα σὲ δυστυχισμένους μπορεῖ νὰ νοιώση κανένας εὐτυχισμένον τὸν ἑαυτό του; Details

«Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:
• »“Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε”. Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιὰ μοῦ καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τούς. Ἄμποτε, Παναγiα μου, νὰ σὲ ‘βρω βοηθό, νὰ μὲ γλύτώσεις ἀπὸ τὰ βάσανα. Μὰ ποιὸς ἀπὸ μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι’ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτός ἀπὸ τὸ Θεό». (Φώτης Κόντογλου «Ἑλληνικὴ Δημιουργία» τεῦχος 37-1949) Details

Ὅτε τῇ Ἐπιφανείᾳ σου ἐφώτισας τὰ σύμπαντα, τότε ἡ ἁλμυρὰ τῆς ἀπιστίας θάλασσα ἔφυγε, καὶ ὁ Ἰορδάνης κάτω ῥέων ἐστράφη, πρὸς οὐρανὸν ἀνυψῶν ἡμᾶς, ἀλλὰ τῷ ὕψει τῶν θείων ἐντολῶν σου, συντήρησον Χριστὲ ὁ Θεός, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου.(Ἀπὸ τὸν Ὄρθρο τῆς ἑορτῆς) Details

“Είδομεν ότι τα χείλη ήσαν κατακόκκινα από νωπόν αίμα.

(…) το μυσαρόν, δυσώδες στόμα του, το είδα υγρόν από το αίμα το νωπόν.

Ο αγών ήρχισε και εις το τέλος θα νικήσωμεν- τόσω βέβαιον όσω ο Θεός εις τα υψηλά κατοικεί και τα ταπεινά εφορά”.

(Μπραμ Στόουκερ, “Ο πύργος του Δράκουλα”, μετάφραση Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

 

Στην πολύ καλή μελέτη «Με εντάφια κτερίσματα» (εκδ. Δόμος, 2010), ο συντάκτης της Λάμπρος Καμπερίδης παρουσιάζει σειρά επιχειρημάτων βάσει των οποίων ο «άγιος των γραμμάτων μας» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης επέλεγε με βάση τα δικά του –πάντα μη-βιοποριστικά- αισθητικά, ηθικά, πνευματικά κριτήρια τις μεταφράσεις που θα έκανε για το ελληνικό κοινό. Έτσι και με τον «Δράκουλα» (ανέκδοτο ακόμη στο σύνολό του) του Μπραμ Στόουκερ, ένα κορυφαίο έργο που εντάσσεται στη λεγόμενη «βαμπιρική» ή ευρύτερα γοτθική ή σκοτεινή ρομαντική παράδοση και το οποίο ο διηγηματογράφος του «Αλιβάνιστου» και της «Φόνισσας» μετέφραζε χωρίς ούτε 6 χρόνια να έχουν συμπληρωθεί από την έκδοσή του για την εφημερίδα «Νέον Άστυ» σε συνέχειες (27/01 ως 24/06/1903). «Τι είναι μια Παραβολή παρά μια νουβέλα σε μικρογραφία» έγραφε ο Στόουκερ το 1908 και πράγματι ο Δράκουλας είναι μια μεγάλη αλληγορία, όπου ο καταραμένος αυτός κι αιμοδιψής χαρακτήρας αναπαριστά τον ίδιο το Διάβολο. Ο Παπαδιαμάντης είχε πρωτύτερα μεταφράσει για την ίδια εφημερίδα τον «Αόρατο άνθρωπο» ενός ακόμη μεγάλου Άγγλου, του H. G. Wells, μια από τις «κλασικότερες» νουβέλες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.

Details