• “Στροφή 180 μοιρών” του Ντόναλντ Τουσκ υπέρ του εθνικού νομίσματος

«Η οικονομία μας είναι σαφώς σε καλύτερη κατάσταση από τις περισσότερες χώρες που έχουν υιοθετήσει το ευρώ…Έχουμε όλο και περισσότερα στοιχεία, έρευνες και επιχειρήματα για να διατηρήσουμε το πολωνικό ζλότι…Πριν από δύο χρόνια ανησυχούσα λίγο ότι η Πολωνία θα μπορούσε να μείνει πίσω σε μια ΕΕ δύο ταχυτήτων και εκτός της ευρωζώνης, αλλά σήμερα η Πολωνία βρίσκεται σαφώς στην κορυφή της οικονομικής κλίμακας και δεν βλέπω κανένα σοβαρό λόγο να εγκαταλείψουμε το δικό μας νόμισμα». Από χτεσινές (25.1.2026) δηλώσεις του Andrzej Domanski, (ΦΩΤΟ) Υπουργού Οικονομικών της Πολωνίας στους Financial Times. Ο Ντομάνσκι είναι Υπουργός της άκρως φιλοευρωενωσιακής κυβέρνησης του γνωστού και σ’εμάς από την προϋπηρεσία στις Βρυξέλλες Ντόναλντ Τουσκ.

O Ντομάνσκι παραδέχθηκε ότι “Η κοινή γνώμη είναι υπέρ του ζλότι, αλλά οι κύριοι λόγοι που δεν εργαζόμαστε για υιοθέτηση του ευρώ τώρα είναι οικονομικοί και όχι πολιτικοί”.

Στο άρθρο επισημαίνεται ότι “Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ έχει κάνει μια στροφή 180 μοιρών σε σχέση μετο ευρώ από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2008, όταν είχε ζητήσει από την Πολωνία να υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα το 2012. Αυτός ο στόχος εγκαταλείφθηκε μετά την κρίση χρέους του ευρώ και εν μέσω της αντίθεσης του δεξιού κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS), το οποίο κατέστησε τη διατήρηση του ζλότι κεντρικό στοιχείο της υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας”.

Η προηγούμενη κυβέρνηση, πιο επιφυλακτική έναντι της ΕΕ, είχε κάνει σημαία της τη διατήρηση του εθνικού νομίσματος, επικεντρώνοντας στη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας. Παραμένει γεγονός ότι χωρίς τη συνεργασία της τωρινής αντιπολίτευσης, στην οποία πρόσκειται και ο Πρόεδρος της χώρας, ένταξη στο ευρώ δεν μπορεί να γίνει. Ὀμως, τα οικονομικά δεδομένα υπέρ της διατήρησης του εθνικού νομίσματος είναι τόσο συντριπτικά, που οι κυβερνώντες μετέβαλαν θεση, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι. Ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Τούσκ το 2023, το ζλότι ανατιμάται σταθερά έναντι του ευρώ και μαζί μ’ αυτό και η εύνοια της κοινής γνώμης για τη διατήρησή του.

Αντί ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα της Βουλγαρίας, η Πολωνία ετοιμάζεται να μετάσχει στον όμιλο των G 20, δεδομένου ότι то АЕП της πλησιάζει  το 1 τρισεκατομμύριο δολλάρια και έχει ήδη προσκληθεί από την κυβέρνηση Τραμπ να εκπροσωπηθεί στη συνάντηση του ομίλου ως παρατηρητής.Η ανάπτυξη της οικονομίας της ξεπερνά το 3%, διπλάσια σχεδον από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ το έλλειμμα παραμένει κοντά στο 6%, διπλάσιο από τα κριτήρια της Ευρωζώνης. Μία ένδειξη ότι κάθε ἀλλο παρά ωφέλιμοι είναι οι “δημοσιονομικοί ζουρομανδύες” των Βρυξελλών.

Εδώ να προσθέσουμε ότι η Πολωνία επωφελήθηκε τα μέγιστα από το γεγονός ότι ενώ εκείνη κράτησε το νόμισμά της στο ευρω προσχώρησαν χώρες με ισχυρές οικονομίες, στις οποίες δεν ταίριαζε ως νόμισμα, ιδίως η Γαλλία και την Ιταλία. Η Πολωνία, με το καταρτισμένο στελεχιακό δυναμικό και τη φθηνή αγορά εργασίας, την αποτροπή της ακρίβειας που θα έφερνε το ευρώ, έγινε πόλος έλξης και μετατόπισης βιομηχανιών. Κατά συνέπεια, η σημερινή της πορεία είναι ώς ένα βαθμό αποτέλεσμα οφέλους εξ αντανακλάσεως από τη ζημία που προκάλεσε σε άλλους η Ευρωζώνη…

Ενδεχομένως, ανάλογα να ήταν και τα οφέλη της Ελλάδας, εάν δεν έσπευδε να προσχωρἠσει στο ευρώ.

 

“Η στάθμιση των πλεονεκτημάτων, των ευκαιριών και των κινδύνων” πρέπει να είναι η βάση για οποιαδήποτε συζήτηση σε σχέση με την υιοθέτηση του Ευρώ, έχει δηλώσει στη πολωνική Βουλή (“Σέιμ”) ο υφυπουργός οικονομικών Λέσεκ Σκίμπα τον Απρίλιο του 2018. Διευκρινίζοντας σαφώς ότι “Η Πολωνία θα έπρεπε να εισέλθει στην Ευρωζώνη, όχι όμως προς το παρόν”. 

Καμμία τέτοια συζήτηση δεν έγινε στην Ελλάδα, ούτε καν λήφθηκε υπόψη αν η χώρα πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις. επί Κυβερνήσεων Σημίτη στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η ένταξη στο Ευρώ είχε θεωρηθεί μονόδρομος χωρίς προϋποθέσεις. Έτσι, η περίοδος της ένταξης στην Ευρωζώνη ξεκίνησε με εντυπωσιακά αποτελέσματα, τα οποία αποδείχθηκαν εξίσου εντυπωσιακή “φούσκα”.

Η Πολωνία επωφελήθηκε όχι μόνον από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, αλλά και τις μετακινήσεις βιομηχανιών από τη Δυτική Ευρώπη, προσφέροντας φθηνότερη εργασία. Όπως και από την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων και τα εμβάσματα που στέλνουν. Έτσι, πετυχαίνει ρυθμούς ανάπτυξης 4-5%, με αποτέλεσμα να έχει περιθώρια να εφαρμόζει κοινωνική πολιτική. Μένοντας εκτός Ευρωζώνης, ΄μεγιστοποιεί τα οφέλη από αυτήν.  Ο πληθωρισμός κυμαίνεται στο 3,5%, η ανεργία στο 3% και το δημόσιο χρέος στο 50% του ΑΕΠ.

Το 2017, σε αντίθεση με όσα επιβάλλονται στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη, μείωσε τα όρια ηλικίας της συνταξιοδότησης από το 67ο έτος για όλους, στο 65ο για τους άνδρες και το 60ό για τις γυναίκες. Ο κατώτερος μισθός στην Πολωνία ήταν 158 ευρώ το 1999 και ήδη έχει φτάσει τα 523 τον Ιούλιο του 2019, μετά την τελευταία αύξηση κατά 7,1%, ανταγωνιζόμενος αυτόν της Ελλάδας και ξεπερνώντας τον, αν υπολογιστεί η αγοραστική δύναμη.

Η πολωνική κυβέρνηση προβάλλεται ως “υπερσυντηρητική” από τα ΜΜΕ. Όμως, δεν κατέφυγε στη σώρευση πλεονασμάτων, αλλά πήρε μέτρα στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, σε αντίθεση με τους Γερμανούς Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες, που ακολουθούν πολιτική σώρευσης πλούτου χωρίς να τον ανακατανέμουν στο Λαό.

Θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς ότι σε μεγάλο βαθμό, η Πολωνία έχει επωφεληθεί από το κλείσιμο βιομηχανιών στη Δυτική Ευρώπη και τη μετεγκατάστασή τους στο έδαφός της. Τούτο δεν συνιστά αναδιανομή του πλούτου εις βάρος των ισχυρών, αλλά όφελος και πλουτισμό από την ανεργία και την σταδιακή εξαθλίωση των εργαζομένων της πρώην Δυτικής Ευρώπης. Που βλέπουν κατακτήσεις δεκαετιών να εξανεμίζονται εξαιτίας της προσφοράς φθηνής εργασίας στις πρώην ανατολικές χώρες.

Αν, όμως οι πολωνικές κυβερνήσεις ορθώς επωφελούνται από την Ε.Ε. με βάση το εθνικό συμφέρον της ΄χώρας τους, είναι αξιοκατάκριτες όταν ενσυνείδητα συντελούν στην άδικη επιβάρυνση άλλων λαών. Για το μεταναστευτικό- προσφυγικό ο λόγος και με την άρνησή τους να αναλάβουν ακόμα και ελάχιστο από το βάρος που σηκώνουν οι χώρες υποδοχής και διέλευσης των προσφυγικών./μεταναστευτικών ροών. Χώρες που – όπως η Ελλάδα-  δεν αποτελούν τον τελικό προορισμό όλων αυτών των ανθρώπων.

Ήδη, οι σχέσεις Πολωνίας -Ε.Ε. περνάνε κρίση, εξαιτίας θεσμικών αλλαγών που πραγματοποίησε η Πολωνία, με τις οποίες διαφωνεί η Ε.Ε.